Τι είναι η Κόπα Λόκα, Τι γίνεται εκεί; Τι ρόλο  βαράει η fatal μοργκάνα του πρώτου μας 90ς ενήλικου πόθου Τζένη Χειλουδάκη; Πως ένωσε όλα αυτά και τις δοσολογίες άλλων τόσων άκομα άψογα στη δεύτερη μικρού μήκους ταινία του -μετά την αλησμόνητη πρώτη του, Λουλούδια και Κώλοι, λολ- ο νεαρός τριήραρχος σκηνοθέτης Χρήστος Μασσαλάς (που είχα την τύχη να τον γνωρίσω και φωτογραφήσω κι ως mini-me σαιξπηρικό ηθοποιό πριν μερικά χρονιά, στο πλάισιο ενός νεανικού brat-pack που είχαν σχηματίσει με την έτερη ταλαντούχα κινηματογραφική σκηνοθέτρια Αρασέλη Λαιμού;) 

Η Κόπα Λόκα είναι φαινομενικά ένα θέρετρο όπου όλα τα μέσα γίνονται έξω. Μια απέραντη επιδειξιομανής επικράτεια όπου παστελοπρασινογάλαζες γαζέλες κατρακυλούν αστραπιαία στο κάθε κάλεσμα με ή δίχως λόγια πριν σε ερωτευτούν. Ή και όχι.

 

Στην Κόπα Λόκα
σημασία Έχει Να Γίνει. 

Από τη στιγμή που θα γίνει τα ηνία τα σέρνει το φαινομενικά ακίνητο καράβι της εμβαπτισμένης σάρκας -στράτας της πρωταγωνίστριας Έλσας . Η σάρκα - στράτα της ηρωίδας που ενσαρκώνει με καταμέτωπο αισθησιασμό (σχεδόν μια μεταμοντέρνα Στέλλα των ατλαντιδικών μας καιρών) είναι ακίνητη γιατί έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της αφενός κι αφετέρου όλοι την πο-θού-ναι, οπότε ποιος ο λόγος να κουράζεται με λαμπαδιασμένα καλέσματα μέσα στην ελαφροβαρή κίσηρη και στους θραυστούς οπτόπλινθους των θαυμαστών της ;

 

Η Τζένη Χειλουδάκη είναι ο κεντρικός άξονας αυτής της ταινίας, κι ενσαρκώνει με δυο λόγια το παρ-άξενο τώρα των καιρών που διανύουμε τραυματισμένοι και βαλτωμένοι. Η φωνή της αρμενίζει καθ΄όλη την διάρκεια σαν λόγος κουρασμένος, αλλά ακριβοδίκαιος και σοφός πια,  καθώς μας περιγράφει αυτή η άεναη κινησιουργός αιτία και κίνητρο στην έκπαγλη νεότητά της - μας την νεκρική ακινησία των νεαρών κατοίκων του ξε-χυμένου θερέτρου.

 

Δεν είναι εύκολο αυτό που έβαλε στην Τζένη να κάνει ο Μασσαλάς, κατά πρώτον επιλέγοντάς την σύμφωνα με τα παζολινικά διδάγματα (οι ηθοποιοί της ζωής είναι στο πανί σκάλες ανώτεροι των κανονικών όπως μας έμαθε ο Πιερ Πάολο, αξίωμα) και κατά δεύτερον ενώνοντας την μανία της αρχικής θαλασσοπορίας της Τζένης με το τωρινό ξεχαρβάλωμα (αυτό περιγράφει στην ουσία η ταινία αγαπητέ αναγνώστη, το τέλμα του ελληνικού μουνιού που κάποτε έσερνε καράβια και τώρα χάσκει με τα αρχίδια άδεια,-)

 

Γιατί τι άλλο είναι η Ελλάδα από ένας παρενδυτικός φαλλός; 

Που επιθυμεί διακαώς και τα καταφέρνει όταν οι ιστορικές περίοδοι είναι by his side να γονιμοποιεί με το ασυναγώνιστης γεύσης, είναι αλήθεια, σπέρμα του κάθε λογής σκέλια, ενώ όταν οι παγκόσμιοι καίσαρες είτε τον αγνοούνε , είτε δε του χαρίζονται και σαδιστικά τον ακινητοποιούν όπως στη τωρινή ιστορική περίοδο αυτός καταμεσήμερα ξεφεύγει και βρίσκει μαζ-όχι-στικά, καταφύγιο στη- στα βίτσ(ι)α του.

 

Δεν θα αποκαλύψω περισσότερα για τον αψεγάδιαστο ρυθμό της καρδιάς αυτής της ταινίας Θα συμπληρώσω μονάχα τούτο που με συγκίνησε πολύ αναλογιζόμενος διάφορα καθώς σκεφτόμουν αυτό που είδα στο πανί .

 

Η Τζένη μιαν ολόκληρη ζωή βρισκόταν έξω περιμένοντας να μπει μέσα. Στη πρώτη της νιότη μπήκε με τσαμπουκά νιάτα και δύναμη και τα έκανε -δικαίως- μπουρδέλο αυτή η πιο καθαρή μέσα στα βρωμόνερα της οθόνης  της ιδιωτικής τηλεόρασης. Τώρα πια στην προορισμένη της ακμή μας προσκαλεί Αυτή, κυνηγός και θύμα μαζί αυτού που υπήρξε κι αυτού που είναι τώρα στην κινηματογραφική οθόνη (αθάνατη πια ούσα, αφού έγινε η ίδια μέρος του μαγικού κόσμου του σινεμά) . Και η Ελλάδα και αυτή κορίτσι για μια ακόμη φορά.

 

Ένα ξεχυμένο κορίτσι άπιαστης ομορφιάς που παλιότερα κάθε σαββατόβραδο την πιο αγαπημένη ώρα έβαζε φωτιά στον εαυτό της και γεννούσε τον νέο. Όπως και όλες οι Ελλάδες που κατά καιρούς καθώς άφηναν στα έκπαγλα σκέλια της ξανά και ξανά την τελευταία τους πνοή δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως κάποτε το Τέρας θα έβγαινε έξω και θα έβαζε στην θέση του την Αγάπη. 

 

 

Έρχεσαι μέσα;