Image

Πριν από 10 χρόνια περίπου ήρθε να με βρει ένας νέος φωτογράφος. Μου έδειξε τη δουλειά του. Σε ένα κομψό δερματόδετο μπουκ, που θα πρέπει να είχε κοστίσει ένα μηνιάτικο, είχε τοποθετήσει όλες κι όλες καμιά 20αριά φωτογραφίες. Αδιάφορες όλες. Παρουσίαζε την καθεμιά σαν να αποκάλυπτε έναν πίνακα σε δημοπρασία του Sotheby’s. Την επεξηγούσε με χειρονομίες, μίλαγε για τις κρυφές αναφορές της και στο τέλος έμενε να τις αποθαυμάζει μόνος, απορροφημένος. Του είπα μερικά λόγια παρηγοριάς και τον ξέχασα.

 

Ήρθε να με βρει ξανά, τις προάλλες. Επέμενε να τα πούμε. Ήρθε. Έβγαλε το μπουκ του. Ένα ακόμα πιο ακριβό. Και άρχισε να μου δείχνει τις ίδιες ακριβώς φωτογραφίες, όπως πριν από μια δεκαετία. Ασπρόμαυρα περιστέρια που φτερουγίζουν και σκιές στη σκάλα υπηρεσίας. Magnum χαμηλής ποιότητας.

 

Σοκαρίστηκα. Στα δέκα χρόνια που πέρασαν είδα δεκάδες ανθρώπους να γεννιούνται και να πεθαίνουν. Έργα τέχνης που νόμιζα δυνατά να ξεθωριάζουν και βεβαιότητες ολκής να κλονίζονται. Η αισθητική, ως ώφειλε, «διορθώθηκε» από την ταραγμένη κοινωνία, είδα και είδατε με άλλα μάτια (ψηφιακά!) την αποτύπωση του κόσμου και του αισθήματος που προκαλεί στους ανθρώπους. Και αυτός ο φωτογράφος, χωρίς έστω την αυθάδεια της νιότης, γυρνάει στα γραφεία και δείχνει τις 20 ίδιες κακές φωτογραφίες του.

 

Τι συμβαίνει; Είναι ο Ρεμπό ή ένας χαϊδεμένος ηλίθιος;

 

Ενώνοντας τελείες, σκέφτηκα ότι υπάρχει ανέκαθεν ένα είδος ανθρώπων που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Μεγάλη αυτοπεποίθηση για τα έργα του. Πρόκειται συνήθως για παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στην επιβεβαίωση και τα εύγε της οικογένειάς τους – συνήθως εύπορης και αστικής. Ή πρόκειται για παιδιά που ανήκουν σε κάποια κοινωνική ελίτ, ντοπαρισμένη με την αίγλη της ανωτερότητάς της. Αυτά τα παιδιά, που καμιά βία δεν τα εξωθεί ποτέ έξω από τον γυάλινο κώδωνά τους, ζουν όλη τους τη ζωή πιστεύοντας ότι είναι ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Αν κάποιος τολμήσει να αμφισβητήσει τα έργα τους, απλώς τους φθονεί. Ζουν διά βίου σε ένα θείο ψηλαρμένισμα. Η λήθη τους είναι ταξική, και μέχρι ενός σημείου ευνόητη.

 

Ο εν λόγω, όμως, φωτογράφος δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία. Ήταν παιδί μικροαστών της Αθήνας, φτωχοδιάβολων που συνδικαλίστηκαν νωρίς με το ΠΑΣΟΚ και με λαθραίους τρόπους απόκτησαν μια μικρή επιφάνεια, ένα υπερβολικό αυτοκίνητο και μερικές παραπανίσιες καταθέσεις. Μεγάλωσε στο κλίμα πλαστής ευφορίας που μεγάλωσε η γενιά του, όπου όλα είχαν αποκτήσει εκδικητικό χαρακτήρα: από την απόλαυση μέχρι την επιτυχία.

 

Η αυτοπεποίθηση αυτής της γενιάς δεν δημιουργήθηκε από την αίγλη κάποιας ελίτ αλλά από τη στεντόρεια βεβαιότητα της μεγάλης ανώνυμης μάζας ότι ήρθε και η δική της ώρα, ότι, να, οι πρασινοφρουροί επελαύνουν στα ανάκτορα. Αυτά τα παιδιά είχαν πατεράδες που ξαφνικά τρελάθηκαν, αρχίζοντας με δανεικά (ή κλεμμένα) να φέρονται σαν εφοπλιστές. Είδαν εν τη γενέσει της την ελληνική φούσκα να μεγαλώνει μέσα στο λίβινγκ ρουμ της ποζάτης μάνας τους, να χύνεται σαν σάπιο μέλι από τα σόου του Αντένα, τα γκλόσι των βαλκανικών απωθημένων – και τα λοιπά και τα λοιπά.

 

Αυτό, όμως, που ήρθε κι έδεσε, κάνοντας το ελληνικό χαρμάνι θανατηφόρο, ήταν η ταυτόχρονη έκρηξη των social media, που δημιούργησε μια ανέξοδη πλατφόρμα πόζας, ναρκισσισμού και απατηλής δημοσιότητας γύρω από τους ήδη διαζευγμένους με την πραγματικότητα. Τα παιδιά σαλτάρισαν. Κι άρχισαν, κοπαδιαστά, όλα να νιώθουν σταρ, καθένα μες στη στάνη του.

 

Επακολούθησαν ουκ ολίγες φαιδρότητες. Από τον τύπο που φωτογραφίζει την κουζίνα του κατονομάζοντάς την Headquarters της μονομελούς ΕΠΕ του, μέχρι φτωχοδιάβολους που εφευρίσκουν ιλιγγιώδεις ψηφιακές περσόνες, πουλώντας φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες. Μέχρι κάποιος να αγοράσει.

 

Σε αυτή την πελώρια «απάτη χαρακτήρων» που εξελίσσεται στο ίντερνετ τα τελευταία χρόνια, τα παιδιά της γενιάς του Χρηματιστηρίου (ας την ονομάσουμε έτσι) είναι, νομίζω, τα πιο «ταλαντούχα». Τα πιο απατηλά. Τα πιο φορτωμένα. Και τα πιο μελλοθάνατα.

 

Διότι, κάποια στιγμή, μαθηματικά, θα συναντήσουν τη νέμεσή τους. Είτε κάποιος θα τους αποκαλύψει ότι δεν είναι Άγιοι Γρηγόριοι Ναζιανζηνοί, είτε μια μέρα, εκεί που πίνουν άνεργοι έναν καφέ στην κουζίνα τους, θα το ανακαλύψουν μόνοι τους. Τα χρόνια πέρασαν και αυτοί δεν κατάφεραν τίποτα. Ούτε τον έπαινο του Δήμου ούτε των σοφιστών. Γυρνάνε ακόμα με 20 γελοίες φωτογραφίες (περιστέρια και σκάλες), παριστάνοντας τη Λίμποβιτς.

 

Θα ζήσουν, δηλαδή, αυτό το βίαιο τέλος ψευδαισθήσεων που ζει περίπου σήμερα η Ελλάδα. Και τότε θα χρεοκοπήσουν οριστικά – εκτός και τους σώσει λίγη αγάπη ή ένας φίλος.

 

Ή ένας δήμιος.