Από την εποχή του Άλφρεντ Χίτσκοκ, δεν υπάρχει άλλος σύγχρονος σκηνοθέτης που να συλλαμβάνει τόσο πολύπλευρα την εμμονή και να μπορεί να την αποδώσει με όρους ψυχολογικής έντασης και κινηματογραφικής εσωτερικότητας όπως ο Ρόμαν Πολάνσκι.

 

Γνωρίζει το τέμπο, την κλίμακα, τις αδιόρατες γραμμές που καθορίζουν τις αλλαγές και σηματοδοτούν τις μεταβάσεις ακόμη και τώρα, που έχει αφήσει πίσω τις καλύτερες ταινίες του. Το Μια αληθινή ιστορία φέρνει αμέσως στον νου τον σπουδαίο Αόρατο Συγγραφέα και στη θέση του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ μια συγγραφέας σε καλλιτεχνικό «κενό αέρος», η Ντελφίν, γνωρίζει τη μυστηριώδη Ελ.

 

Το ομοερωτικό στοιχείο ανάμεσα στην ξέψυχη εγκατάλειψη της Εμανιέλ Σενιέ και στη σαρωτική αβάντα της Έβα Γκριν υποβόσκει, αλλά το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στην απόχρωση της σχέσης τους

 

Εκείνη δηλαδή, μια φατάλ γυναίκα που με την προθυμία και την ορμή της ισορροπεί την κατάθλιψη που νιώθει η παθητική Ντελφίν μπροστά στην πρόκληση της επόμενης δουλειάς που αδυνατεί να συλλάβει, πόσο μάλλον να μετατρέψει σε λέξεις και νοήματα. Η Ελ γίνεται η σκιά της με το έτσι θέλω σε μία από τις περιπτώσεις που ο πρωταγωνιστής γίνεται θύμα της νεφελώδους αδυναμίας του και της διευκόλυνσης που του παρέχει η βοηθός/αντικαταστάτρια.

 

Το ομοερωτικό στοιχείο ανάμεσα στην ξέψυχη εγκατάλειψη της Εμανιέλ Σενιέ και στη σαρωτική αβάντα της Έβα Γκριν υποβόσκει, αλλά το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στην απόχρωση της σχέσης τους: ο Πολάνσκι δεν αρκείται στη μάλλον απλή λύση του κλασικού alter ego αλλά στη διαβρωτική παρουσία ενός φαντάσματος, του ανθρώπου που συμπληρώνει τα κενά και αυτοαναιρείται, λες και η πρωταγωνίστρια προκαλεί η ίδια το καλό και το κακό από τη δύναμη που αντλεί, πληρώνοντας αναδρομικά την αυταρέσκεια και την ψευδή μετριοφροσύνη της.

 

Το πρόβλημα είναι πως ο Πολάνσκι έχει ήδη στο ενεργητικό του παρόμοιες ταινίες, πολύ καλύτερες και σίγουρα πιο πρωτότυπες, και η Αληθινή Ιστορία, που βασίζεται σε διήγημα της Ντελφίν ντε Βιγκάν, προστατεύεται μεν από μια ομπρέλα εξαιρετικά ικανών συντελεστών (ο Ολιβιέ Ασαγιάς υπογράφει το σενάριο και ο Αλεξάντρ Ντεσπλά τη μουσική) και χτίζεται επιμελώς από τη δεδομένη μαστοριά του Πολάνσκι, αλλά μοιάζει να ομφαλοσκοπεί σε οικεία νερά.