Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Σούλα Παρασίδη: «Από την πρώτη στιγμή η όπερα μού έγινε εμμονή»

Λίγο πριν από την πρώτη της εμφάνιση στη χώρα μας, στο Θέατρο Παλλάς, όπου θα ερμηνεύσει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκλουκ, η Ελληνο-καναδή σοπράνο συστήνεται στο ελληνικό κοινό.

Σούλα Παρασίδη

Μεγάλωσε στο Βανκούβερ του Καναδά. Με Έλληνα πατέρα –με καταγωγή από τη Λάρισα– και Ιρλανδή μητέρα, σπούδασε τραγούδι στο University of British Columbia και στην Ακαδημία Μουσικής του Βανκούβερ και εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο όπου τελειοποίησε την τεχνική της δίπλα σε μεγάλα ονόματα της γερμανικής όπερας.

Το 2009 εμφανίστηκε ως Fiordiligi στο «Così fantutte» του Μότσαρτ και αμέσως μετά ως Diane στην οπερέτα «Orphée aux enfers» του Όφενμπαχ στην Aix-en-Provence. Οι περισσότερες εμφανίσεις της ωστόσο είναι με την Όπερα της Λειψίας, όπου και ερμήνευσε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε όπερες όπως οι «Don Giovanni», «Carmen», «Die Zauberflöte», «Parsifal»,  «Aida», ενώ έχει συμπράξει με σπουδαίες ορχήστρες ανά την Ευρώπη. 

Έχοντας επιστρέψει στην Αμερική, μαζί με τον άντρα της, τον τενόρο Norman Reinhardt, και τη συμβολή του Ελληνοαμερικανού οικονομολόγου Χρήστου Μακρίδη, ίδρυσε τη Living Opera, μια Web3 multimedia start-up που συνδυάζει την όπερα με τις ψηφιακές δυνατότητες της σύγχρονης εποχής.

Η επιτυχία του εγχειρήματος με αποδέκτη το διεθνές διαδικτυακό φιλόμουσο κοινό δεν έφερε μόνο νέους που ενδιαφέρονται να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην όπερα αλλά και την υλοποίηση φιλόδοξων NFT πρότζεκτ όπως αυτό που τρέχει αυτή την περίοδο με τίτλο «Magic Mozart». Παράλληλα, δραστηριοποιείται στο «The Exodus Road», μια οργάνωση εναντίον του trafficking παιδιών. 

Βρέθηκε στην Αθήνα για να ερμηνεύσει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκλουκ σε σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου. Καθώς σε λίγες μέρες θα αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα, νιώθει ότι οι υποχρεώσεις της απέναντι στον τόπο καταγωγής της μεγεθύνονται. 

Η ευελιξία μπορεί να αποδειχθεί κατάρα, καθώς εκπαιδεύεσαι σε πολλά είδη ρεπερτορίου κι αυτό, το να ζεις σαν χαμαιλέοντας, είναι μεν μια πρόκληση, ωστόσο νιώθω ότι δεν είναι ανάγκη να επικεντρωθείς σε ένα είδος και να το τελειοποιήσεις. Μπορείς να ξεκινήσεις από κάπου και να δεις τι μπορείς να κάνεις.

— Απ’ όσο γνωρίζω, αρχικά δεν είχες καμία σχέση με την όπερα, αντιθέτως ήθελες να γίνεις ηθοποιός.
Ως παιδί είχα κάποια προβλήματα με την ομιλία και η μητέρα μου αποφάσισε ότι χρειαζόμουν βοήθεια για να τη βελτιώσω. Έτσι ξεκίνησα να παίρνω μαθήματα υποκριτικής από τα 7 μου και να απαγγέλλω ποίηση, και μάλιστα Σαίξπηρ, που δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα για ένα παιδί. Άρχισα να σκέφτομαι ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός.

Σε μια ακρόαση που μου ζήτησαν να τραγουδήσω, αλλά δεν ήμουν προετοιμασμένη, κάτι τραγούδησα τελικά. Δεν έχω ιδέα πώς ήμουν, αλλά μου είπαν ότι είχα καλή φωνή και ότι έπρεπε να την καλλιεργήσω. Μου πρότειναν να ενταχθώ σε ένα θεατρικό camp για παιδιά, το οποίο και έκανα. Εκεί με έπεισαν ότι έπρεπε να τραγουδήσω όπερα, κάτι με το οποίο δεν είχα καμία σύνδεση. Πολλοί άνθρωποι συνδέονται από νωρίς με την όπερα, αλλά κάποιος τους πηγαίνει προς τα εκεί. 

Έχω μόνιμα μια ένταση μέσα μου ότι ποτέ δεν καταφέρνω να φτάσω απόλυτα στο σημείο που πρέπει για μια λυρική τραγουδίστρια καθώς πιστεύω στην τελειότητα: μια ιδανική συνύπαρξη της τραγουδίστριας, της ηθοποιού και της ερμηνεύτριας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

— Η οικογένειά σου δεν είχε καμία σχέση με την κλασική μουσική; 
Ο πατέρας μου διατηρούσε μια μικρή επιχείρηση και η μητέρα μου έπαιζε πιάνο, αλλά δεν μιλούσαμε ποτέ για όπερα.  

— Ακούγατε περισσότερο ελληνική μουσική στο σπίτι; 
Βέβαια! Ο πατέρας μου έφερε και ένα μπουζούκι από ένα του ταξίδι στην Ελλάδα και ήθελε να με μάθει να παίζω. Ωστόσο, το σημαντικό ήταν ότι υπήρχε μια Ελληνοκαναδή κυρία που διηύθυνε το camp και όταν ήμουν 14 επέμενε να κάνω μαθήματα λυρικού τραγουδιού.

Δύο φορές μού συνέβη αυτό στη ζωή μου, να επιμένουν άλλοι για κάτι που δεν ήθελα και να με οδηγήσουν σε πράγματα που άλλαξαν την πορεία μου. Έτσι ξεκίνησα μαθήματα, με πήγαινε με το αυτοκίνητο η μητέρα μου κάθε Σάββατο στις 10 το πρωί. Ο δάσκαλός μου ενθουσιάστηκε με τη φωνή μου και με θυμάμαι πάντα να αναρωτιέμαι γιατί όλοι αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο όταν τραγουδούσα. 

— Τελικά άρχισες να ακούς όπερα;
Και από την πρώτη στιγμή παθιάστηκα, μου έγινε εμμονή. Ο δάσκαλός μου με καθοδήγησε να ακούσω Μαρία Κάλλας, Ρενάτα Τεμπάλντι, Μιρέλα Φρένι, και να τραγουδήσω όλες τις άριες του Πουτσίνι και του Βέρντι. Καθόλου γερμανική όπερα όμως. 

— Η Κάλλας ήταν και σπουδαία ηθοποιός. Σου το είπε κανείς; 
Το διαπιστώνεις από τις ηχογραφήσεις της. Αυτό που μου συμβαίνει τώρα είναι σουρεαλιστικό. Κάνω πρόβες για να τραγουδήσω στην πόλη από την οποία ξεκίνησε ενώ η παραγωγή είναι του θεάτρου Ολύμπια/«Μαρία Κάλλας» του Δήμου Αθηναίων. Με έχει τρελάνει όλο αυτό. 

— Θα περίμενα, ως Ελληνοκαναδή που είσαι, να μου μιλήσεις περισσότερο για την Τερέζα Στράτας. 
Α, ναι! Με είχε μαγέψει η ερμηνεία της στον ρόλο της Σαλώμης, αλλά εκείνο που με καθήλωσε είναι ο τρόπος που τραγουδάει Κουρτ Βάιλ, σαν να είναι λίντερ, όπως ήταν και η επιθυμία του ίδιου του Βάιλ. Πάντα τη θεωρούσα υπέροχη και τη σεβόμουν, και πιστεύω ότι με αυτά τα τραγούδια απέδειξε όλη την τέχνη και τη δυναμική της φωνής της, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα όλα όσα πιστεύω γι’ αυτά, πως δηλαδή ο Βάιλ έγραψε απλές μελωδίες που ουσιαστικά ήταν λίντερ.

Έτσι τα πρόβαρα κι εγώ προσπαθώντας να δω αν θα έχω το ίδιο αποτέλεσμα, αν θα σεβαστώ τη γερμανική γλώσσα, πώς θα αποδώσω κάθε στίχο με θεατρικότητα. Η Στράτας υπήρξε για μένα το απόλυτο πρότυπο καθώς, δεν υπάρχουν πολλές σαν κι αυτήν.  

Αυτόν τον μήνα παίρνω την ελληνική υπηκοότητα κι αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Μου προσθέτει αμέσως υποχρεώσεις και βάρη. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Όπερα σπούδασες στο πανεπιστήμιο; 
Ναι, ολοκλήρωσα τον κύκλο του μπάτσελορ στην όπερα κι ετοιμαζόμουν να κάνω και μεταπτυχιακό, όταν αρρώστησα σοβαρά. 

— Νιώθεις άνετα να μιλάς γι’ αυτό; 
Ναι, δεν έχω πρόβλημα κι άλλωστε νομίζω ότι βοηθάει τους ανθρώπους. 

— Ο γιατρός σού είχε πει ότι «είναι ο καλύτερος καρκίνος που θα μπορούσες να έχεις». Πόσο βοηθάει κάτι τέτοιο;
Το έμαθα μόλις μια εβδομάδα αφού πήρα το πτυχίο μου. Αν είχα καθυστερήσει έξι μήνες, θα ήταν διαφορετικά. Και ειλικρινά ήταν δυσκολότερο να το αντιμετωπίσεις ψυχολογικά παρά σωματικά. Βέβαια, σε καμία ηλικία δεν είναι προετοιμασμένος κανείς να τον προδώσει το σώμα του, ειδικά όταν είναι τόσο νέος και έχει σχέδια για το μέλλον. Χειρουργήθηκα και ακολούθησε ένας χρόνος αποθεραπείας.

Εκείνο το διάστημα είχα χάσει τις δυνάμεις μου και μου ήταν αδύνατο να στηρίξω τη φωνή μου. Είχα αδυνατίσει πολύ, οι μηχανισμοί του σώματός μου δεν λειτουργούσαν, το κορμί μου είχε σκεβρώσει, το δέρμα μου είχε τεντώσει. Δεν μπορούσα να τραγουδήσω πια. Αλλά είχα περάσει ένα μεγάλο σοκ. 

— Οι γονείς σου, οι αδελφές σου, οι φίλοι σου, πώς το αντιμετώπισαν; 
Όλοι τους είχαν τρομοκρατηθεί. 

— Ποιος ήταν ο πιο αισιόδοξος, που σου έδινε δύναμη;
Νομίζω η μητέρα μου, αν και δεν ξέρω πραγματικά τι ένιωθε. Ήταν όλοι συντετριμμένοι. Έχασα δύο χρόνια με όλα αυτά. 

— Κι όταν τέλειωσε η περιπέτεια, τι σου έδωσε το έναυσμα να επιστρέψεις στην όπερα;
Η έμπνευση που πήρα διαβάζοντας τη βιογραφία της Ρωσίδας σοπράνο Γκαλίνα Βισνέφσκαγια, γυναίκας του Ραστραπόβιτς. Είχε ζήσει μια περιπετειώδη ζωή ως νέα τραγουδίστρια και μου έδωσε πολύ κουράγιο ο τρόπος που αντιμετώπισε τα προβλήματα. 

H Σούλα Παρασίδη ερμηνεύει την άρια με τίτλο «Wehe mein Mann» της αυτοκράτειρας από την όπερα «Γυναίκα χωρίς σκιά».

— Έτσι ξαναέπιασες το νήμα από την αρχή…
Αντί να κάνω μεταπτυχιακό, έφυγα για Γερμανία. Εγκαταστάθηκα στο Βερολίνο και έκανα μαθήματα γερμανικών. Τραγουδούσα με τη συνοδεία ενός πιανίστα μέχρι που έδωσα ένα ρεσιτάλ σε ένα σπίτι μουσικόφιλων. Εκεί με άκουσε κάποιος λάτρης της όπερας και όταν του είπα ότι ακόμα σπούδαζα μου είπε: «Μα είστε επαγγελματίας!». Όπως όταν ήμουν μικρή είχα εκείνη τη γυναίκα να επιμένει να γίνω τραγουδίστρια όπερας, έτσι κι εκείνος επέμενε ότι έπρεπε να βρω έναν ατζέντη. Άρχισα, λοιπόν, να πηγαίνω σε ακροάσεις. 

— Στον πιο ανταγωνιστικό καλλιτεχνικό χώρο του κόσμου, στη γερμανική όπερα.
Αν θέλεις να κάνεις καριέρα στην όπερα, είναι το σωστό μέρος. Στην αρχή ήταν δύσκολο και ένιωθα ότι κάτι δεν έκανα σωστά. Και από κει που έπαιρνα τη μια απόρριψη μετά την άλλη, είπα να δοκιμάσω κάτι πολύ απαιτητικό. Έτρεμα κάθε φορά έτσι κι αλλιώς, είπα να δοκιμαστώ στα βαθιά νερά. Έκλεισα μια ακρόαση για την Aix-en-Provence και την Εύα Βάγκνερ, η οποία μου έδωσε και τον πρώτο ρόλο μου. Το ένστικτό μου ήταν σωστό. Έπαιξα την Άρτεμη στον «Ορφέα στον Άδη» του Όφενμπαχ. Δεν είναι ειρωνεία που τώρα παίζω την Ιφιγένεια;

— Μετά η πορεία στη Γερμανία πήρε άλλη τροπή; 
Ναι, εγκαταστάθηκα στη Λειψία, όπου γνώρισα και τον σύζυγό μου, τον Νόρμαν, που ήταν τενόρος καριέρας, και έκανα μια σειρά από ρόλους σε παραστάσεις και έμαθα ουσιαστικά τη δουλειά – δεν είσαι ποτέ έτοιμος γι’ αυτήν, μόνο έτσι μαθαίνει ένας νέος καλλιτέχνης. Εννοώ ότι δεν τη μαθαίνεις πραγματικά μέχρι να ανέβεις στη σκηνή. 

— Υπάρχει κάποιος ρόλος που αγάπησες ιδιαίτερα;
Έχω μόνιμα μια ένταση μέσα μου ότι ποτέ δεν καταφέρνω να φτάσω απόλυτα στο σημείο που πρέπει για μια λυρική τραγουδίστρια, καθώς πιστεύω στην τελειότητα, μια ιδανική συνύπαρξη της τραγουδίστριας, της ηθοποιού και της ερμηνεύτριας. Πολύ συχνά θυσιάζω την τραγουδίστρια γιατί μου βγαίνει μια υπερβολή στο παίξιμο. 

Είναι τόσο τραγικοί οι ρόλοι της όπερας που ποτέ δεν ικανοποιούμαι από την επίδοσή μου, αν και αυτό είναι μέρος του μαθήματος αν θέλεις να είσαι ειλικρινής. Αγάπησα τον Κουρτ Βάιλ και τραγούδησα το «Μαχαγκόνι», αλλά λατρεύω και τον Ρίχαρντ Στράους.

Αυτό που ονειρεύομαι όμως να τραγουδήσω είναι «Μανόν Λεσκό». Μου αρέσει το έργο πολύ, μολονότι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και το ερώτημα είναι αν μπορεί μια λυρική τραγουδίστρια να έχει αυτήν τη μεγάλη γκάμα, να επιλέγει και να είναι διαθέσιμη για κάθε είδος. Από την άλλη, μοιάζει να είναι μειονέκτημα, καθώς δεν ξέρουν τι να κάνουν μαζί σου. 

Η ζωή δεν είναι εύκολη, αλλά προσφέρει απίστευτες προκλήσεις σε όλους. Αν οργανώσουμε τη σκέψη μας με σωστό τρόπο, μπορούμε όλοι μας να πετύχουμε πολύ περισσότερα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Εντρύφησες στη γερμανική όπερα τελικά;
Η ευελιξία μπορεί να αποδειχθεί κατάρα, καθώς εκπαιδεύεσαι σε πολλά είδη ρεπερτορίου και αυτό μεν είναι μια πρόκληση, το να ζεις σαν χαμαιλέοντας, από την άλλη δεν είναι ανάγκη να επικεντρωθείς σε ένα είδος και να το τελειοποιήσεις. Μπορείς να ξεκινήσεις από κάπου και από κει και πέρα να δεις τι μπορείς να κάνεις.

Οι λόγοι που έχω τραγουδήσει τόσο πολύ γερμανική όπερα ήταν αφενός για να μάθω τη γλώσσα και αφ’ ετέρου γιατί μετά την ασθένειά μου χρειάστηκε να ξανατοποθετήσω τη φωνή μου, κι αυτό δεν έγινε παρά μόνο όταν είχα ήδη φτάσει στα μισά της καριέρας μου. Είχα κάποιες ελλείψεις στην τεχνική και κάποια πράγματα δεν μου πολυάρεσαν, οπότε έπρεπε να αφιερωθώ στη τραγουδιστική πλευρά των ρόλων αντί στο κείμενο, όπως συνηθίζω.

Ένας λόγος που έχω εκτιμήσει πολύ τον σκηνοθέτη μας είναι γιατί έχει καταλάβει αυτή μου την πλευρά και συχνά με προσγειώνει. Μου λέει «Σούλα, ρίξε τον τόνο, ηρέμησε». Αυτό με κάνει καλύτερη. Είναι πολύ ανοιχτός και κρίμα που δεν συναντηθήκαμε έξι μήνες πριν, να δουλέψουμε ακόμα περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση. 

— Η Ιφιγένεια είναι ο πρώτος σου ελληνικός ρόλος; 
Έχω τραγουδήσει στον «Ιδομενέα» του Μότσαρτ, στο Παλέρμο, αλλά πρώτη φορά ελληνική τραγωδία. Μου κόβεται η ανάσα με όλο αυτό που ζω. Προφανώς έχει να κάνει με το ότι μεγάλωσα μεταξύ δύο πολιτισμών, με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί. Κάποιος που μεγάλωσε εδώ δεν μπορεί να το δει με τον ίδιο τρόπο. Αλλά είναι σαν η μισή σου ψυχή να είναι δεμένη και την άλλη μισή να μην τη γνωρίζεις καν.

Στον Καναδά είναι όλα διαφορετικά για μένα, και μπορεί το φαγητό στο σπίτι να είναι ελληνικό, ο πατέρας να σουβλίσει αρνί στον πίσω κήπο το Πάσχα, αλλά δεν έμαθα ποτέ να μιλάω ελληνικά και η πίεση να ενταχθούμε στην κουλτούρα της Βόρειας Αμερικής ήταν επιτακτική. Έτσι κάτι λείπει από την καρδιά μου.

Ωστόσο, όταν το 2018 έκανα αίτηση για υπηκοότητα, κάτι άλλαξε μέσα μου, μάλλον ωρίμασα μεγαλώνοντας. Έχοντας ζήσει στη Γερμανία, έχω αναπτύξει πολλή ενέργεια και ενώ συνήθως είμαι μες στη χαρά, απότομα πέφτω σε θλίψη, κι αυτό είναι μάλλον καλό για μια λυρική τραγουδίστρια. 

— Πώς αντιμετωπίζεις τον ρόλο της Ιφιγένειας; 
Εξερευνούμε τη διπλή της ιδιότητα. Η Ιφιγένεια έχει ψυχολογικές μεταπτώσεις. Φαντάσου μια κοπέλα που στα 15 της θυσιάζεται από τον πατέρα της. Είναι ακόμα ζωντανή αλλά τι είναι αυτό που ζει, όταν βλέπει ανθρώπους να θυσιάζονται για χάρη της θεάς Άρτεμης; Φρίκη!

Από την άλλη, ούτε η ενηλικίωσή της υπήρξε κανονική, γιατί, πέρα από το τρομακτικό που της συνέβη στην εφηβεία, δεν έχει βρεθεί ποτέ με άντρα, και είναι αναγκασμένη να κάνει ανθρωποθυσίες. Εν μέρει παραμένει παιδί και εν μέρει έχει εξελιχθεί σε πολεμίστρια. Υπάρχουν τόσο πολλές πλευρές που πρέπει να αντιμετωπίσω, που αν δεν τις ενσωματώσω με ειλικρίνεια στην ερμηνεία δεν θα περάσουν στην καρδιά του κοινού. Αυτό το έχω πάντα στο μυαλό μου. Έχουν πληρώσει να σε δούνε και να σε ακούσουν για τρεις ώρες. 

— Κατανοείς ότι το ελληνικό κοινό είναι εξοικειωμένο με τον μύθο; 
Οπότε, υπάρχει κάτι καινούργιο να προσθέσουμε εμείς; Πάντως, μια άλλη παράμετρος προς εξερεύνηση είναι και το κομμάτι της γυναίκας και τι σημαίνει αυτό. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς θα προβληθεί αυτή η διάσταση και πώς ένας άντρας σκηνοθέτης θα μας εξηγήσει πώς είναι να είσαι γυναίκα. Νομίζω ότι θα βρούμε τη λύση και θα είναι συναρπαστική. 

Υπάρχουν τόσο πολλές πτυχές που πρέπει να αντιμετωπίσω που αν δεν τις ενσωματώσω με ειλικρίνεια, δεν θα περάσουν στην καρδιά του κοινού. Αυτό το έχω πάντα στο μυαλό μου. Έχουν πληρώσει για να σε δούνε και να σε ακούσουν για τρεις ώρες. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Να πούμε λίγο και για τις δραστηριότητές σου εκτός όπερας;
Καταρχάς, έχω δώσει έμφαση σε μια ομάδα που εργάζεται για τον περιορισμό του trafficking παιδιών. Ονομάζεται «Exodus Road», η βάση της βρίσκεται στο Κολοράντο και είμαι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Εκπαιδεύουμε ανθρώπους να εντοπίζουν περιπτώσεις trafficking. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι υπάρχει μόνο το sex trafficking, αλλά υπάρχει και το εργασιακό trafficking. Είναι τεράστιο το πρόβλημα της απλήρωτης εργασίας σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμα και στις ΗΠΑ. Δραστηριοποιούμαστε σε Νότια Αμερική και Ασία. 

— Τι ήταν αυτό που σε ευαισθητοποίησε;
Δεν είχα καμία σχέση με αυτά μέχρι που έπεσα επάνω σε ένα εκπληκτικό βίντεο χορού όπου οι χορευτές αναπαριστούσαν τη διάσωση ενός παιδιού, κάτι που με έκανε να κλάψω. Τότε σκέφτηκα πόσο καλή ιδέα είναι να χρησιμοποιήσουμε την τέχνη για να ενημερώνουμε για σοβαρά προβλήματα σαν αυτό. Γιατί όχι και μέσα από την όπερα; Κι αυτό με έφερε κοντά στον οργανισμό – έχω παθιαστεί με την ιδέα. 

— Ωστόσο, το πλέον δυναμικό πρότζεκτ σου είναι η Living Opera. Περί τίνος πρόκειται; 
Η βασική ιδέα ήταν να κάνουμε μια πλατφόρμα για να βοηθήσουμε νέους καλλιτέχνες. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Νόρμαν πέρασε μια σοβαρή ψυχολογική κρίση, σε σημείο που σκέφτηκα μήπως να αλλάζαμε ακόμα και επάγγελμα. Μια δουλειά την κάνεις για να σου προσφέρει χαρά, δεν είναι δυνατό να γίνεται βασανιστική – και δεν είναι ότι του έλειπαν οι επαγγελματικές προτάσεις.

Σκεφτήκαμε να βρούμε έναν πιο εποικοδομητικό τρόπο να προσεγγίσουμε την όπερα. Αυτό ήταν το κίνητρό μας και είπαμε «γιατί δεν ερχόμαστε σε επαφή με νέους;». Ξεκινήσαμε μέσω του Facebook και του Insta, πριν από την πανδημία, αλλά μέσα σε τέσσερα χρόνια χτίσαμε κάτι άξιο λόγου: εκπαιδεύσαμε νέους, κάναμε επαφές με χορηγούς, crowdfunding για καλλιτεχνικές προτάσεις που αναζητούν τρόπο να υλοποιηθούν και άλλα. 

— Πώς βλέπεις τη σχέση σου με την Ελλάδα από δω και μπρος;
Θα ήθελα να τη βοηθήσω γιατί νιώθω την τεράστια δυναμική που υπάρχει παντού. Αυτόν τον μήνα παίρνω την ελληνική υπηκοότητα κι αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό, μου προσθέτει αμέσως υποχρεώσεις και βάρη. Πιστεύω στη νέα γενιά, ότι θα αναδείξει όλες της τις δυνατότητες. Δεν πρέπει να χάσουν την ελπίδα τους οι νέοι, μπορούν να κάνουν  πολύ περισσότερα απ' όσα νομίζουν. Νιώθω τη μακρά παράδοση που έχει η χώρα στις τέχνες και δεν το βρίσκω λάθος να αισθάνεται κανείς χαρά και περηφάνια γι’ αυτό. Θα έπρεπε να καινοτομήσουν επάνω σε αυτό.

Είναι σημαντικό να μην απορρίπτουμε όλα όσα έγιναν στο παρελθόν. Χτίζουμε επάνω στα καλά πράγματα και αφήνουμε τα άσχημα πίσω μας. Θέλω οι νέοι να είναι αισιόδοξοι για το μέλλον τους. Η ζωή δεν είναι εύκολη, αλλά προσφέρει απίστευτες προκλήσεις για όλους. Αν οργανώσουμε τη σκέψη μας με σωστό τρόπο, μπορούμε όλοι μας να πετύχουμε πολύ περισσότερα. 

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Ιφιγένεια εν Ταύροις» εδώ.