Guy Debord
Η κοινωνία του θεάματος

Μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Μεταίχμιο

Το βιβλίο που λειτούργησε ως μανιφέστο και ορόσημο της γενιάς του γαλλικού Μάη σήμερα μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Η κοινωνία του θεάματος εξακολουθεί να παρασύρει, να πείθει και να καταγράφει αδήριτες σχεδόν αλήθειες: είναι πια εκκωφαντική η κατίσχυση των εικόνων που μας απομακρύνουν ακόμα και από την ίδια μας την επιθυμία, αναγκάζοντάς μας να μην ελέγχουμε ούτε τις πιο στοιχειώδεις αντιδράσεις. Όλα αυτά τα κατέγραψε με εκλεκτή διορατικότητα και πυρακτωμένη γλώσσα που ακροβατούσε ανάμεσα σε διαφορετικά είδη –κοινωνιολογία, φιλοσοφία, ποίηση– το αγαπημένο τέκνο-πρότυπο του Μάη του '68, ο Γκυ Ντεμπόρ. Όχι τυχαία, η Κοινωνία εκδόθηκε μόλις έναν χρόνο πριν από την Εξέγερση, από το ιδρυτικό μέλος και θεμελιωτή της Καταστασιακής Διεθνούς και εν τέλει στοχαστή που πλήρωσε τις ιδέες του με τη ζωή του. Προτού, όμως, αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στην καρδιά, ο Ντεμπόρ κατάφερε να δώσει όλο του το είναι στις επαναστατικές προκηρύξεις που μοιάζουν σαν να γράφονται σήμερα, κάπου στην άκρη του δρόμου. Επηρεασμένος τα μάλα από τον Μαρξ και τον Έγελο, μπόρεσε να αναγνωρίσει στην Κοινωνία του θεάματος τα φαινόμενα της αλλοτρίωσης και της υπεραξίας, αναζητώντας τον δικό μας ρόλο σε ένα παραδεδομένο και ψευδεπίγραφο σύστημα. Ήξερε, άλλωστε, ότι τα πράγματα τελειώνουν όταν το βίωμα ξεπέφτει στη λογική της αναπαράστασης και η αλήθεια και το αληθινό δεν είναι παρά μια στιγμή του ψεύδους.

 

Ιβάν Τουργκένιεφ
Πατέρες και γιοι

Μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, επίμετρο: Prosper Merimée-Virginia Wolf, Άγρα

Αριστούργημα! Αυτή είναι η μόνη λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει ένα από τα κλασικότερα βιβλία της ρωσικής Ιστορίας, το βιβλίο που έκανε γνωστό τον συγγραφέα του αλλά και τον καταδίκασε για πάντα. Στο πρόσωπο του Μπαζάροφ, του κεντρικού μηδενιστή ήρωά του, ο οποίος από πραγματικός ριζοσπάστης καταλήγει ηττημένος από τον έρωτα και τελικά κωμική εκδοχή του εαυτού του, οι Ρώσοι είδαν τον αιώνιο αντίπαλό τους πολύ προτού ξεσπάσει η επανάσταση και έρθουν στο φως οι αιώνιες ιδεολογικές αντιθέσεις. Ο ισοπεδωτικός μηδενισμός δεν άρεσε στους σλαβόφιλους της ορθόδοξης πλευράς ούτε όμως και οι αρνητές των παραδεδομένων αξιών και αντιλήψεων μπορούσαν να νιώσουν ότι τους εκφράζει η ισοπεδωτική άρνηση των πάντων. Κάπου εκεί όλοι συνασπίστηκαν από κοινού ενάντια στον εμφανώς φιλοδυτικό συγγραφέα του βιβλίου, αναγκάζοντάς τον να εκπατριστεί και να αναζητήσει κατανόηση ανάμεσα στους Βρετανούς και Γάλλους φίλους του. Στην πραγματικότητα, αυτό που διατράνωνε με κάθε εκφραστικό μέσο ο Τουργκένιεφ στο Πατέρες και Γιοι (1862) είναι η άρνησή του να πάρει θέση ως συγγραφέας, καταθέτοντας τον πρώτο εμβληματικό αντι-ήρωα σε μια εποχή γεμάτη ιδεολογικές αντιθέσεις. Κάθε ήρωάς του, άλλωστε, εμφορείται ταυτόχρονα από υψηλά ιδανικά και ανθρώπινες αδυναμίες: ο ανθρωπιστής και συμφοιτητής του Μπαζάροφ, Αρκάντι, θέλγεται αρχικά από τη γοητεία των λόγων του φίλου του, αλλά σύντομα αλλάζει γνώμη, όπως αντίστοιχα ευμετάβλητοι απέναντι στις μεγάλες αποφάσεις φαίνονται οι πατέρες των δύο φίλων: τόσο ο ορθόδοξος και συντηρητικός πατέρας του Μπαζάροφ όσο και ο πιο δημοκρατικός και ανθρωπιστής πατέρα του Αρκάντι. Οι χαρακτηριστικές εσωτερικές συγκρούσεις και εκπληκτικές περιγραφές αναδεικνύουν τον Τουργκένιεφ σε πρώτης τάξεως συγγραφέα, ο οποίος τελικά δείχνει να αποδίδει πρωτεύοντα ρόλο στον έρωτα, ικανό να διαρρήξει κάθε άτεγκτη πνευματική εμμονή και ιδέα.

 

Άρης Μαραγκόπουλος
Πολ και Λόρα - Ζωγραφική εκ του φυσικού

Τόπος

Διακαώς μοντέρνος και καινοτόμος ως προς τα ευρήματα, ο Άρης Μαραγκόπουλος προσεγγίζει το υπάρχον με συγκινητική ευρηματικότητα και φαινομενική ταύτιση: ξεκινώντας δηλαδή από κάτι απτό, όπως η ιστορία δύο πολύπαθων ερωτευμένων, ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στο πραγματικό –ή, μάλλον, στην προφάνειά του– και σε αυτό που η μυθοπλασία ήθελε διαρκώς να αποτινάξει. Ξένες λέξεις, ειρωνικές καταστάσεις, εναλλαγές στο ύφος, είναι μερικά μόνο από τα διαφορετικά «κουστούμια» που αλλάζει ο συγγραφέας σε ένα μυθιστόρημα που εν πρώτοις θα αποκαλούσε κανείς επικό, ανατρεπτικό αλλά και συμβολικό για τους καιρούς που άλλαξαν ή μάλλον δημιούργησαν τον κόσμο. Αλλά το μυθιστόρημα είναι πολλά πέρα από αυτό. Η ιστορία του Πολ Λαφάργκ, του συγγραφέα του πονήματος Δικαίωμα στην τεμπελιά, και της κόρης του Καρλ Μαρξ, Λόρα, δεν είναι μόνο συγκινητική αλλά και ενδεικτική τού πώς θα ήταν σήμερα η πραγματικότητα αν οι πρωταγωνιστές της την έραιναν με δόσεις επαναστατικότητας. Ενδεικτικό σε αυτό το σημείο είναι το παράδειγμα του Μανέ, του οποίου ο πίνακας κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου –ένα αδιάφορο γεύμα στη χλόη–, σε ένα φαινομενικά παραστατικό έργο που κατάφερε να βάλει φωτιά στα καλλιτεχνικά δεδομένα. Και αυτό, ωστόσο, έγινε με τρόπο φυσικό, με την απαραίτητη ειρωνεία, όπως ακριβώς στήνει το μυθιστόρημά του ο Μαραγκόπουλος γύρω από μια απολύτως πραγματική ιστορία, αλλά με ρομαντικές δόσεις ανατροπής. Οι «ασυμμόρφωτοι αγίοι» του, όπως αποκαλεί τον Πολ και τη Λόρα σε προηγούμενα βιβλία του ο συγγραφέας, είναι η αφορμή να ξαναγραφεί η ιστορία ενός ζευγαριού που, αντί για γράμμα αποχαιρετισμού, όταν αυτοκτονούσε, άφησε ένα μανιφέστο-ύμνο στην αναγκαιότητα της ουτοπίας.

 

Σβετλάνα Αλεξιέβιτς
Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου

Μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Πατάκης

O κόκκινος άνθρωπος ή, αλλιώς, Homo Sovieticus, δεν ήταν απλό αποτέλεσμα κάποιας συγκυρίας, καθώς είχε επιβληθεί ως εσωτερικό πρότυπο σε κάθε κάτοικο της παλιάς κομμουνιστικής αυτοκρατορίας και είχε κατευθύνει, με τρόπο διαβρωτικό, επιλογές και συνειδήσεις. Απόδειξη ότι κανείς δεν κατάφερε να μετατρέψει το άτεγκτο αυτό πρότυπο σε ελεύθερη συνείδηση, ούτε τον καιρό της περεστρόικα, ούτε και μετά τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς ΕΣΣΔ. Αντίθετα, ο παλιός «κόκκινος άνθρωπος» μεταλλάχθηκε από απηνή γραφειοκράτη σε δεινό καπιταλιστή, διαθέτοντας την ίδια εξοντωτική μανία όπως τα προηγούμενα χρόνια. Αυτές οι διαπιστώσεις δεν είναι αποτέλεσμα μιας στρεψόδικης διάθεσης κάποιου Δυτικού αλλά συνιστούν προϊόν χρόνιας επεξεργασίας ενός βλέμματος που ήξερε να παρατηρεί και να καταγράφει τα πάντα: κυρίως τις ανθρώπινες ψυχές που τις άφησε εσκεμμένα να βυθιστούν σε απύθμενα σκοτάδια για να βγάλουν αλήθειες που άγγιζαν το πανανθρώπινο αίσθημα. Ίσως γι αυτό, ακόμα και αν διαφωνεί κανείς με τα συμπεράσματα της Αλεξίεβιτς και με την επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας να την αναδείξει σε νομπελίστρια, δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος και ανεπηρέαστος από τη δύναμη της γραφής της στο συγκλονιστικό αυτό βιβλίο. Όπως τόνισαν στο σκεπτικό τους οι σοφοί, το Νόμπελ απονεμήθηκε στη Λευκορωσίδα δημοσιογράφο και όψιμα λογοτέχνη «για τα πολυφωνικά της γραπτά, ένα μνημείο στον πόνο και το κουράγιο στην εποχή μας». Οι προφορικές μαρτυρίες που χρησιμοποιεί στο βιβλίο της ταράζουν ακόμα και τον πιο ουδέτερο αναγνώστη και η γραφή της κάνει ακόμα βαθύτερο το ιστορικό τραύμα που μας πληγώνει από καιρό, μετατρέποντας τη δημοσιογραφική μαρτυρία σε λογοτεχνικό τρόπο.

 

Σπύρος Σακελλαρόπουλος, Γρηγόρης Σακελλαρόπουλος
Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα. Πλήρη πρακτικά και ιστορικό των δικών Μπελογιάννη - Τα σήματα Βαβούδη

Τόπος

Για πρώτη φορά έρχονται στο φως, χάρη σε αυτή την έκδοση που επιμελήθηκε ο πανεπιστημιακός Σπύρος Σακελλαρόπουλος (ενώ την έρευνα την είχε ξεκινήσει ο πατέρας του Γρηγόρης) τα πλήρη πρακτικά των δικών του Ν. Μπελογιάννη και των συντρόφων του (1951 και 1952) καθώς και τα λεγόμενα «σήματα» Βαβούδη, δηλαδή τα αποκρυπτογραφημένα ραδιοτηλεγραφήματα στα οποία στηρίχτηκε το κατηγορητήριο περί κατασκοπείας. Ο Βαβούδης αυτοκτόνησε κατά τη σύλληψή του και οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν με τον γνωστό τρόπο που τότε είχε ξεσηκώσει φωνές διαμαρτυρίας και συμπαράστασης απ' όλο τον πλανήτη. Τα πρακτικά είναι σημαντικά όχι μόνο γιατί καταγράφουν ένα ολόκληρο κλίμα και περιγράφουν ανάγλυφα τον ιστορικό περίγυρο αλλά και γιατί φέρνουν στο φως πλήθος σκοτεινά σημεία, τόσο για τον ρόλο των ΗΠΑ όσο και του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πολλά καταλαβαίνει ο αναγνώστης για τη στάση του Νίκου Ζαχαριάδη –όχι τυχαία είχε προηγηθεί η μεγάλη εμφυλιακή ήττα–, ενώ σημαντικές φαίνονται να είναι οι ευθύνες που βαραίνουν τα κόμματα του Κέντρου και της κυβέρνησης Πλαστήρα. Έκπληξη επίσης προκαλεί το γεγονός ότι η πλειονότητα των κομμουνιστών που καταθέτουν στη δίκη σπεύδουν να αρνηθούν την πίστη τους στο Κόμμα, κάτι που σκόπιμα αποσιωπούσε το ΚΚΕ όλα αυτά τα χρόνια. Όλοι μέχρι σήμερα γνώριζαν την απολογία του Μπελογιάννη, της Έλλης Παππά και του Τάκη Λαζαρίδη, αλλά λίγοι ήξεραν πόσοι ήταν οι σύντροφοι που λιποτάκτησαν και τι έλεγαν. Ωστόσο από την παρούσα έκδοση δεν λείπει το χιούμορ, τα ευτράπελα ενσταντανέ και διάφορες λεπτομέρειες που μετατρέπουν τα πρακτικά από ιστορική μαρτυρία σε απολαυστικό ανάγνωσμα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO