“…και οι άνθρωποι, αθώοι, να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν το κεφάλι στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μέσα από μία χαραμάδα λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους.”


Το σχέδιο της «Ελένης» έχει τις ρίζες του στη θεατρική βραδιά που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 1999 στην Πνύκα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με τίτλο « Ο κύριος Γιάννης Ρίτσος». (…) Oι αρχαιόθεμοι «γυναικείοι μονόλογοι» της «Τέταρτης Διάστασης».

 

Τα κομμάτια αυτά παίζονται από γυναίκες ηθοποιούς με λαμπρά συνήθως αποτελέσματα (προσωπικά μου έχει τύχει να θαυμάσω κάποια από τα αποτελέσματα αυτά), τα οποία όμως παραπέμπουν μοιραία στον κλειστό κόσμο του «ψυχολογικού θεάτρου». Η ταύτιση του φύλου του ερμηνευτή με το φύλο της θεατρικής «περσόνα», είναι υπεύθυνη, κατά τη γνώμη μου, γι’ αυτή την παραπλανητική αναγωγή. Γιατί παραπλανητική; Μα γιατί ο Ρίτσος είναι πολύ πιο κοντά στον αρχαίο συνάδερφό του παρά στον Τένεση Ουίλιαμς. Θα’ λεγε κανείς ότι ο Ουίλιαμς είναι γι’ αυτόν η αφετηρία, για να αναπλεύσει τον ποταμό του θεάτρου και να συναντήσει τον Ευριπίδη. Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη «γυναικεία» ψυχή αφορά είτε την «ανδρική», φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας.

 

Στους μονολόγους του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα, αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο : η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Η κατά συνθήκη ονομασίες Αίας , Ορέστης, Ελένη κτλ. δε σηματοδοτούν ατομικές οντότητες αλλά κόμπους του Μύθου, ή μ’ άλλα λόγια της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας. Τι άλλο έκανε η αρχαία τραγωδία;- Βασίλης Παπαβασιλείου