Από τη συνέντευξη της Μπέτυς Μπαζιάνα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» τράβηξαν περισσότερο την προσοχή δύο σημεία, αυτό στο οποίο υπερασπίζεται την ακεραιότητα του πρωθυπουργού και το άλλο που αναφέρεται στην κυβέρνηση και στην εξουσία (εξουσία η οποία είναι ο απώτερος στόχος).


Είναι λογικό. Οι επιμέρους φράσεις και μάλιστα αυτές που έχουν μια εντυπωσιακή, αφοριστική χροιά περνούν καλύτερα στη γενική δημοσιότητα. Οι «ατάκες» είναι ο τρόπος που καταλαβαίνουμε τον δημόσιο λόγο και τις κουβέντες των δημοσίων προσώπων. Τα υπόλοιπα τα ξεχνάμε γιατί δεν μένουν στη μνήμη.


Αλλά αν πάμε πέρα από τις αποσπασματικές ατάκες, στη συνολική ατμόσφαιρα των όσων ειπώθηκαν στη συγκεκριμένη συνέντευξη, βγαίνει, νομίζω, ένα συμπέρασμα: ότι αυτή η συνέντευξη είναι μια δήλωση ταυτότητας. Είναι, με έναν τρόπο, ένα τεκμήριο identity politics γι' αυτό που στάθηκε ο αντιμνημονιακός ριζοσπαστισμός των χρόνων της κρίσης.

 

Η κ. Μπαζιάνα μιλάει στο τέλος του 2017 και είναι βέβαια η σύντροφος του Έλληνα πρωθυπουργού. Αλλά οι κουβέντες της παραπέμπουν στην εξήγηση των πραγμάτων και στη θέαση που έχει ο αγανακτισμένος του 2011. Σαν να μη μεσολάβησε η εμπειρία της κρίσης, καταλυτικές αλλαγές στις πολιτικές παραστάσεις και στη γνώση των δεδομένων.

 

Ο χρόνος ακινητοποιείται και οι κρίσεις για τα πράγματα απλουστεύονται για να χωρέσει ένας αριστερός εθνορομαντισμός, αυτό το σχήμα που βλέπει ένα υποκείμενο της αθωότητας και τους δυνάστες με τις μπότες τους. Η άποψη που χωρίζει τον κοινωνικό κόσμο σε εσωτερικές και εξωτερικές τρόικες. Και η αντίληψη, τέλος, που αναδίδει μια εντυπωσιακή ηθική έπαρση, πως μόνο μια συγκεκριμένη θεώρηση της ζωής και της πολιτικής περνάει τις πύλες του Παραδείσου.

 

Η εικόνα είναι κοινή: η χώρα-σφάγιο στο τραπέζι κάποιων βουλιμικών εγωιστών που δεν μας καταλαβαίνουν και δεν αναγνωρίζουν το αυτοφυές και αυταπόδεικτο δίκιο μας. Το κλείσιμο του ματιού στην ιδέα πως και αυτή η ιστορία που ζούμε τώρα είναι ο ίδιος πάνω-κάτω αρχαίος αγώνας εναντίον κάποιου κατακτητή στηριγμένου στα ντόπια τσιράκια του.


Πολλοί είδαν εδώ υποκρισία, κοροϊδία ή ασυνέπεια. Αντιδιαστέλλουν ταξίδια, τρόπους ζωής ή άλλα ευεργετήματα που έχει το γκουβέρνο με τον αγωνιστικό λόγο και το κλάμα οργής της Μπέτυς Μπαζιάνα για το δραματικό καλοκαίρι του 2015. Δεν είναι όμως αυτό το σημαντικό. Η άποψη πως πρέπει κανείς να είναι φτωχός και στερημένος για να δικαιούται να μιλάει «αριστερά» είναι τραβηγμένη από τα μαλλιά. Και είναι και λάθος επί της ουσίας, αν σταθούμε σε χιλιάδες παραδείγματα δύο αιώνων.

 

Το θέμα με αυτόν το λόγο (που είδαμε και στη συγκεκριμένη συνέντευξη) δεν είναι η αριστερή του ασυνέπεια αλλά η φοβερή του καθήλωση στις γνωστές ευκολίες. Η εσωτερική του αδράνεια και ο λαϊκίστικος συναισθηματισμός που γεμίζει τα κενά.


Υπάρχει, φυσικά, η άποψη πως όλο αυτό είναι μια διαχείριση συναισθημάτων. Κουβέντες για λογαριασμό του κόσμου που έχει απογοητευτεί από τα κυβερνητικά πεπραγμένα. Μια επικοινωνιακή χειρονομία που θέλει να δείξει πως κάτω από τους «αναγκαστικούς συμβιβασμούς» επιζεί αλώβητη –και θα επανέλθει εν καιρώ‒ η παλιά βούληση και η παλιά θέρμη. Το κλάμα οργής για κάποια ήττα είναι εξάλλου πέτρα που πάει πολύ πίσω στην ελληνική αριστερή μνήμη.


Πολιτική της ταυτότητας, νεύματα στη μνήμη αλλά κυρίως έμμεση κολακεία στον Έλληνα-θύμα των ισχυρών του κόσμου και των λίγων ντόπιων συμμάχων τους. Με μια έννοια, αυτό που κάνει τώρα τον Μίκη να απορρίπτει με αποτροπιασμό τον συμβιβασμό με τα Σκόπια είναι το ίδιο που παίζει και στις αναφορές της Μπέτυς Μπαζιάνα στις φασιστικές μπότες και στη βία των εκβιασμών. Η διαφορά είναι ότι ο Μίκης μπορεί πάντοτε να αγκαλιάζει τα ωκεάνια, λυρικά «όχι», ενώ οι άλλοι (στο όνομα των οποίων μιλά η Μπέτυ Μπαζιάνα) αποφάσισαν να πολιτευτούν, δηλαδή να πουν «ναι».

 

Μπορεί να δει κανείς όμως διαφορετικές εκδοχές του ίδιου λόγου με επίκεντρο τη συλλογική θυματοποίηση. Η εικόνα είναι κοινή: η χώρα-σφάγιο στο τραπέζι κάποιων βουλιμικών εγωιστών που δεν μας καταλαβαίνουν και δεν αναγνωρίζουν το αυτοφυές και αυταπόδεικτο δίκιο μας. Το κλείσιμο του ματιού στην ιδέα πως και αυτή η ιστορία που ζούμε τώρα είναι ο ίδιος πάνω-κάτω αρχαίος αγώνας εναντίον κάποιου κατακτητή στηριγμένου στα ντόπια τσιράκια του.


Ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός και η ρομαντική εξιδανίκευση του «θύματος» δεν είναι πια στην πρώτη γραμμή των κυβερνητικών πράξεων. Έχουν αποσυρθεί εδώ και καιρό στα ενδότερα και μοιάζουν με εφεδρείες για μελλοντικές πολιτικές διαιρέσεις. Το «εμείς ή αυτοί» όμως παραμένει αδιατάρακτο. Γιατί πάνω σε αυτό θα δοκιμαστούν και τα όποια νέα ρούχα. Τι κι αν αυτά τα ρούχα είναι φθαρμένα από τους πολλούς υποψήφιους δοκιμαστές τους, στα δεξιά και στα αριστερά; Τι κι αν μαρτυρούν πως η κρίση δεν έμαθε τίποτα σε κάποιους;


Το σημαντικό είναι ότι αυτή η σκηνοθεσία έχει πάντα το κοινό της. Όσους πιστεύουν ακόμα πως έχουν όλη την αθωότητα με το μέρος τους και πως όλες οι ενοχές πρέπει να βαραίνουν τους άλλους. Όσους δεν αντέχουν την πολιτική κρίση γι' αυτούς γιατί θεωρούν πως συνομιλούν με τη Θεά Ιστορία. Ας μην υποτιμούμε την ισχύ αυτού του σχήματος, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που το προβάλλουν κατά καιρούς.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO