— Έχουμε κάποια εικόνα για το μέγεθος του φαινομένου του brain drain που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα; Ποιοι είναι οι παράγοντες που συνέβαλαν στη διόγκωσή του;

Σήμερα εκτιμώ πως υπάρχουν περίπου 250.000 Έλληνες επιστήμονες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό¹. Οι αιτίες αυτού του φαινομένου, που είναι παλιό, αλλά παρουσιάζει έξαρση την περίοδο της κρίσης, είναι πολλές. Μία από αυτές είναι η διαχρονική αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης εργασίας πτυχιούχων, που όμως προκύπτει κυρίως από την περιορισμένη ζήτηση της ελληνικής οικονομίας για εξειδικευμένο προσωπικό και όχι από τον υποτιθέμενα μεγάλο αριθμό πτυχιούχων, μια και αυτός είναι κάτω από τον μέσο όρο τόσο της Ε.Ε. όσο και του ΟΟΣΑ (στις ηλικίες 25-64 ο μέσος όρος των πτυχιούχων στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 31%, ενώ στην Ελλάδα 28%).

 

— Πώς αντιμετωπίζεται σε μακροπρόθεσμο επίπεδο και τι μπορούμε να κάνουμε άμεσα;

Είναι ένα διαρθρωτικό πρόβλημα, συνεπώς απαιτεί θεμελιακές αλλαγές στο αναπτυξιακό μας υπόδειγμα. Θα πρέπει η οικονομία μας να παράγει πιο σύνθετα προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό είναι το νέο αναπτυξιακό μοντέλο που προτείνει η Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική 2021 (βλ. https://chronos.fairead.net/labrianidis-EAS2021). Τα αποτελέσματα της στρατηγικής αυτής θα είναι μεσο-μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, για να αμβλυνθεί άμεσα το πρόβλημα που συζητάμε, χρειάζονται, και ήδη ασκούνται, πολιτικές, κυρίως μικρής κλίμακας, που στοχεύουν στη συγκράτηση της διαρροής των νέων επιστημόνων: ενίσχυση της καινοτομίας και της αυτοαπασχόλησης πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πρόσληψη στα ΑΕΙ και ΤΕΙ διδακτόρων για απόκτηση ακαδημαϊκής διδακτικής εμπειρίας κ.λπ.

 

Διαχρονικά, οι Έλληνες έχουμε να επιδείξουμε δίκτυα της διασποράς δραστήρια και με ανοιχτούς ορίζοντες, που ενίσχυαν την εθνική συνοχή.

 

— Σε κάθε περίπτωση, ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων πτυχιούχων θα παραμείνει στο εξωτερικό τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια. Πώς προτείνετε να αξιοποιηθεί αυτό το σημαντικό ανθρώπινο κεφάλαιο για την Ελλάδα;

Πράγματι, αρκετοί από τους Έλληνες επιστήμονες που ζουν στο εξωτερικό δεν θα θελήσουν/μπορέσουν να επιστρέψουν άμεσα. Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε τρόπους συνεργασίας με αυτούς τους ανθρώπους, τόσο από τη χώρα στην οποία βρίσκονται όσο και διευκολύνοντάς τους να αναπτύξουν επιχειρηματική ή ερευνητική δράση και στην Ελλάδα. Γι' αυτό αναπτύξαμε την πρωτοβουλία «Επιλέγουμε Ελλάδα χτίζοντας γέφυρες γνώσης και συνεργασίας». (http://www.knowledgebridges.gr/)

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, διαχρονικά, οι Έλληνες έχουμε να επιδείξουμε δίκτυα της διασποράς δραστήρια και με ανοιχτούς ορίζοντες, που ενίσχυαν την εθνική συνοχή (ελληνικές κοινότητες από την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή ως την Αυστρία και το Λονδίνο).

 

— Πώς θα δουλέψουν οι «Γέφυρες», πρακτικά; Μπορείτε να μας δώσετε μερικά παραδείγματα;

Μέσα από την ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας μπορεί κανείς να βρει συνεργάτες, πληροφόρηση για χρηματοδοτικά προγράμματα και υποτροφίες στην Ελλάδα κ.λπ. ή επίσης να συνδράμει κάποια ελληνική επιχείρηση ώστε να πουλήσει τα προϊόντα της στη χώρα όπου αυτός ζει και δραστηριοποιείται, να βοηθάει φίλους που είναι αυτοαπασχολούμενοι ή απασχολούνται σε κάποια επιχείρηση στην Ελλάδα, ώστε να έρθουν σε επαφή με επιχειρήσεις του εξωτερικού, κι ακόμη να συστήσει μια επιχείρηση στην Ελλάδα μόνος του ή σε συνεργασία με άλλους, λειτουργώντας ως μέντορας/«business angel» στη συγκρότηση μιας νεοφυούς επιχείρησης στην Ελλάδα.

 

— Πέρα από την «πατριωτική» λογική, γιατί ένας Έλληνας του εξωτερικού να θέλει να «συνδεθεί» με τη χώρα;

Γιατί, χάρη σε αυτή την πρωτοβουλία διευρύνονται οι οικονομικές του δυνατότητες, ενώ βρίσκεται στο εξωτερικό, και παράλληλα του δίνεται η ευκαιρία να «στήσει» γέφυρες συνεργασίας με την Ελλάδα με την προοπτική της μελλοντικής επιστροφής του. Τέλος, η διαμόρφωση μιας e-κοινότητας μπορεί να δώσει και μια αίσθηση του ανήκειν, να αποκαταστήσει διαύλους επικοινωνίας με την πατρίδα.

 

 

 

1. Με βάση δύο έρευνες που εκπονήσαμε με τον Πρατσινάκη Μανώλη για το LSE (outward migration) και την υποτροφία Marie Currie (EUMigre).

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO