Όταν μία ομάδα από μητέρες στην Ινδονησία, που μοιράζονταν online φωτογραφίες των παιδιών τους, έμαθαν για ένα διαδικτυακό γκρουπ παιδόφιλων, αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Έγιναν μέλη του συγκεκριμένου γκρουπ, προκειμένου να αποκαλύψουν όσους βρίσκονταν πίσω από αυτό. Την ιστορία τους αποκαλύπτει το BBC.


Πολλοί γονείς στην Ινδονησία, αλλά και σε όλο τον κόσμο, δημοσιεύουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφίες των παιδιών τους. Η Risrona Simorangkir κάνει αναρτήσεις στο Facebook με φωτογραφίες της 7χρονης κόρης της και του μικρού γιου της, από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Ωστόσο, μία ημέρα τον περασμένο Μάρτιο, διάβασε σε ένα μπλογκ μία είδηση για ένα γκρουπ στο Facebook, όπου τα μέλη του μοιράζονται εικόνες παιδικής κακοποίησης.


«Αυτό το γκρουπ στο Facebook έχει χιλιάδες μέλη, μοιράζονται φωτογραφίες και βίντεο. Μερικοί από αυτούς λένε ότι παράγουν τις φωτογραφίες οι ίδιοι - με τα παιδιά κάποιου γείτονα ή ακόμα και συγγενείς», ανέφερε το σχετικό άρθρο. Τα μέλη της ομάδας αναφέρονταν στα θύματά τους ως «lolly» (από τη λέξη lollipop, που σημαίνει γλειφιτζούρι).


Η 29χρονη Risrona Simorangkir ενημέρωσε αμέσως τις φίλες της, και αποφάσισαν να μάθουν περισσότερα. «Έχουμε μια online κοινότητα όπου μιλάμε για τη μητρότητα, τη ζωή και οτιδήποτε άλλο. Αφότου δημοσίευσα εκεί το σχετικό άρθρο, μερικές από εμάς προσπαθήσαμε να μπούμε στο γκρουπ για να συλλέξουμε αποδεικτικά στοιχεία και μετά συζητήσαμε τα ευρήματα», αναφέρει η Risrona και συνεχίζει:

 

Η Risrona Simorangkir.
Η Risrona Simorangkir.


«Εγώ έμεινα στο γκρουπ μόνο για τέσσερις ώρες, δεν μπορούσα να το αντέξω. Το περιεχόμενο ήταν τόσο φρικτό. Δεν είναι άνθρωποι (όσοι ποστάρουν τέτοια πράγματα). [...] Συζητούσαν για το πώς μπορείς να προσεγγίσεις ένα παιδί και να το αποπλανήσεις για να κάνει σεξ μαζί σου, τι να κάνεις για να βεβαιωθείς πως αυτά τα παιδιά δεν θα μιλήσουν στους γονείς τους, και πώς να κάνεις σεξ με παιδιά χωρίς να προκαλέσεις αιμορραγία. [...] Ένα άτομο είπε μία ιστορία για το θύμα του και πώς το έκανε αυτό στον ανιψιό του. Ήταν τρομακτικό».


Η Michelle Lestari, φίλη της Risrona, αναφέρει ότι ξεκίνησαν να συλλέγουν στοιχεία, κρατώντας ιστορικό συνομιλιών, τα λινκ για τα προφίλ των διαχειριστών του γκρουπ, ακόμη και αριθμούς τηλεφώνων. «Το ανέφερα στην αστυνομία», προσθέτει.


Η ίδια τονίζει ότι και άλλες ομάδες γονέων κατήγγειλαν το συγκεκριμένο γκρουπ στο Facebook και το μέσο κοινωνικής δικτύωσης το έκλεισε. Εκπρόσωπος του Facebook δήλωσε στο BBC ότι διεξάγονται περαιτέρω έρευνες για τα άτομα που εμπλέκονται.

 

 


Στις 14 Μαρτίου, η αστυνομία συνέλαβε πέντε υπόπτους. Η υπόθεση συζητήθηκε έντονα στα τοπικά μέσα ενημέρωσης και οι προσπάθειες των γονέων επιδοκιμάστηκαν «Η δύναμη των μητέρων», έγραψε ένας χρήστης Twitter.

 

Το συγκεκριμένο γκρουπ είχε περισσότερα από 7.000 μέλη, τα οποία δημιούργησαν και μοιράστηκαν τουλάχιστον 400 βίντεο και 100 φωτογραφίες παιδικής κακοποίησης, σύμφωνα με όσα έκανε γνωστά η ινδονησιακή αστυνομία μετά τις συλλήψεις.


Η αστυνομία σημείωσε ακόμη πως συνεργάζονται με το FBI, καθώς υποψιάζονται ότι ορισμένα μέλη του γκρουπ συνδέονται με διεθνή δίκτυα.

 

«Ένας από τους υπόπτους εντάχθηκε σε 11 γκρουπ στο WhatsApp που είχαν διασυνδέσεις σε 11 χώρες. Ανταλλάσσουν πορνογραφικό υλικό μεταξύ χωρών. Η Ινδονησία στέλνει κάτι και κάποιος στη Βόρεια Αμερική στέλνει κάτι άλλο», δήλωσε εκπρόσωπος της αστυνομίας της Τζακάρτα στο BBC.


Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και η παιδοφιλία στο διαδίκτυο αποτελεί πραγματική απειλή στην Ινδονησία, αλλά η αντίδραση της κοινωνίας στην αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης παραμένει πολύ χαλαρή, δήλωσε ο επικεφαλής της Επιτροπής Προστασίας Παιδιών της Ινδονησίας (KPAI), Arist Merdeka Sirait. «Στο πολιτισμικό πλαίσιο της Ινδονησίας, οι πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η παιδοφιλία ή η σεξουαλική κακοποίηση σχετίζεται μόνο με τον βιασμό. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι το να πιάσει κάποιος τα οπίσθια ενός παιδιού θεωρείται επίσης κακοποίηση, για παράδειγμα», τονίζει ο κ. Sirait.


Σημειώνεται πως πέρυσι, το κοινοβούλιο της χώρας ψήφισε αμφιλεγόμενους νόμους που επιτρέπουν τον χημικό ευνουχισμό και την εκτέλεση για τους καταδικασμένους παιδεραστές.


Πάντως, ακτιβιστές επισημαίνουν πως αυτό που έκανε η Risrona Simorangkir καθώς και άλλοι χρήστες του διαδικτύου, είναι επικίνδυνο γιατί αποκαλύπτουν τις ταυτότητές τους. «Είναι το αντίστοιχο της περιπολίας της γειτονιάς, το οποίο είναι σπουδαίο, αλλά πρέπει να αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο», δήλωσε ο εκτελεστικός διευθυντής της οργάνωσης ICT Watch, Donny B.U.

 

Ο ίδιος επισημαίνει πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, όσοι ενεπλάκησαν κατάφεραν να βρουν εύκολα το γκρουπ παιδόφιλων, επειδή ήταν στο Facebook. «Κάτι που είναι αρκετά ερασιτεχνικό», τονίζει, και προσθέτει πως δυστυχώς υπάρχουν περισσότερες απειλές, κρυπτογραφημένες, στο «σκοτεινό διαδίκτυο» (dark web).


Από την πλευρά της ωστόσο, η Risrona Simorangkir δηλώνει πως δεν μετανιώνει για ό,τι έκανε. Η τετράωρη εμπειρία της στο γκρουπ την έκανε να φοβάται περισσότερο τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω από την οικογένειά της, αλλά επίσης σημειώνει πως «άνοιξε τα μάτια μου για να είμαι πιο προσεκτική».


«Όμως εξακολουθώ να έχω αυτό το αίσθημα αηδίας όταν θυμάμαι τα πράγματα που δημοσίευσαν», προσθέτει. Τέλος, αναφέρει ότι έχει πλέον αλλάξει τις ρυθμίσεις της στο Facebook και έκανε το προφίλ της ιδιωτικό. Αλλά πριν από αυτό, «είχα δημοσιεύσει ίσως χιλιάδες φωτογραφίες των παιδιών μου online», καταλήγει.

 

Με πληροφορίες από BBC