Φωτ.: SOOC
Φωτ.: SOOC

 

"Νέοι, ταλαντούχοι και Έλληνες: Η 'Generation G' αποτελεί τη μεγαλύτερη "διαρροή μυαλών" της σύγχρονης εποχής.


Περισσότεροι από 200.000 Έλληνες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τους τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Λίγο πριν τις κρίσιμες εκλογές αυτής της Κυριακής συναντιόμαστε με μερικούς απ' εκείνους που θα τις παρακολουθήσουν από απόσταση."


Κάπως έτσι ξεκινάει το εκτενές αφιέρωμα της Guardian, στο οποίο εξετάζεται το άνευ προηγουμένου φαινόμενο της μετανάστευσης νέων Ελλήνων σε χώρες του εξωτερικού, προς αναζήτηση επαγγελματικών ευκαιριών.


Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα πρόκειται για το μεγαλύτερο brain drain που έχει ποτέ συμβεί σε προηγμένη δυτική οικονομία στη σύγχρονη εποχή.

Γιατροί, ακαδημαϊκοί, επιχειρηματίες και επιστήμονες κάθε ειδικοτήτων έχουν καταφύγει σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία, αλλά ακόμα και στην Αμερική, βλέποντας την επιστροφή στην πατρίδα να μοιάζει όλο και πιο απίθανη αν η χώρα δεν ανακάμψει οικονομικά.


Το αποδεκάτισμα της νέας γενιάς των ελλήνων είναι ίσως το πιο ολέθριο αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης της τελευταίας πενταετίας, σημειώνει η βρετανική εφημερίδα.


"Θα έπρεπε να βρίσκομαι στην Ελλάδα τώρα", λέει στην Guardian η 28χρονη Μαριτίνα Ρώππα, εκπαιδευόμενη γιατρός που πριν από τρία χρόνια άφησε την Ελλάδα για το Μίντεν, της βορειοδυτικής Γερμανίας.

"Είναι κρίμα που άνθρωποι σαν εμένα, λίγο μετά τα 20, αναγκάστηκαν να φύγουν", συνεχίζει.

 

Από το 2% του πληθυσμού που έφυγε, περισσότεροι από τους μισούς πήγαν στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία.

Η μετανάστευση αυξήθηκε κατά 300% σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, καθώς η ανεργία των νέων έχει ξεπεράσει το 50%. Περίπου το 55% εκείνων που επηρεάζονται από τα επίπεδα- ρεκόρ της ανεργίας είναι κάτω των 35 ετών, σύμφωνα με το Endeavour, τον διεθνή μη κερδοσκοπικό οργανισμό που στηρίζει την επιχειρηματικότητα.


"Πρόκειται για μία τεράστια απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου, οι συνέπειες της οποίας θα αρχίσουν να φαίνονται καθαρά την επόμενη δεκαετία", λέει στην εφημερίδα η Αλίκη Μούρη, κοινωνιολόγος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.

"Άνθρωποι που σπούδασαν με μεγάλο κόστος- τόσο για τις οικογένειές τους όσο και για το δημόσιο- εργάζονται τώρα σε χώρες πλουσιότερες από την πατρίδα τους, οι οποίες δεν επένδυσαν τίποτε σε αυτούς" πρόσθεσε, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι ακόμα και τις καλές εποχές η Ελλάδα δυσκολευόταν να απορροφήσει το πλεόνασμα των επαγγελματιών που παρήγαγαν τα πανεπιστήμια της.


Η Ρώππα δεν σκεφτόταν το Μίντεν όταν αποφάσισε να σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στα τέλη της δεκαετίας του '90.

Έκανε αυτή την κίνηση όταν έγινε ξεκάθαρο ότι η εναλλακτική της ήταν η χρόνια αναμονή για μία θέση σαν ειδικός δερματολόγος.

Οι οιωνοί δεν ήταν καλοί, όταν φάνηκε ότι η δημόσια υγεία ήταν ένας από τους τομείς που επηρεάστηκαν δραματικά από τις απαιτούμενες περικοπές των προγραμμάτων διάσωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ.

 

Φωτ.: SOOC
Φωτ.: SOOC


"Στην Ελλάδα, νοσοκομεία έκλειναν και θέσεις περικόπτονταν.

Στη Γερμανία, όπου υπάρχει μεγάλη ανάγκη για γιατρούς έχεις την ευκαιρία να ευδοκιμήσεις προσωπικά και επαγγελματικά, μέσα σε ένα άρτια δομημένο και σύγχρονο σύστημα", λέει.


Περίπου 35.000 Έλληνες γιατροί έχουν μεταναστεύσει στη Γερμανία, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της χώρας.

Σε αντίθεση με τους Γκασταρμπάιτερ, τους εργάτες που γέμιζαν τα εργοστάσια της Γερμανίας τη δεκαετία του '50, οι σύγχρονοι Έλληνες μετανάστες έχουν εξαιρετικά προσόντα.


Το γεγονός ότι το Βερολίνο ήταν η κύρια πηγή της οικονομικής βοήθειας που δόθηκε στην Ελλάδα, και ήταν αυτό που απαίτησε την εξαντλητική λιτότητα που επιβλήθηκε στους πολίτες της, δεν έκανε τα πράγματα ευκολότερα για τους νέους Έλληνες μετανάστες.


"Στην αρχή ήταν δύσκολα", λέει η Ρώππα, περιγράφοντας πώς ο μισθός των 3.000 ευρώ μηνιαίως αποτελεί όνειρο στην πατρίδα της.

"Υπήρχαν πολλά δημοσιεύματα για τους τεμπέληδες Έλληνες, υπήρχε μεγάλη προκατάληψη. Το αστείο όμως είναι ότι υπάρχουν δύο χιλιάδες περίπου Έλληνες γιατροί σε αυτή τη περιοχή της Γερμανίας μόνο!", εξηγεί.


Με το ένα τρίτο του πληθυσμού να βρίσκεται στα όρια της φτώχειας, πολλοί Έλληνες συνάδελφοί της βοηθούν με το μισθό τους τις οικογένειές τους πίσω στην Ελλάδα.

Παρά τα πρώτα σημάδια οικονομικής ανάπτυξης, η μετανάστευση δεν μοιάζει να υποχωρεί:


Όλο και περισσότεροι θέλουν να ακολουθήσουν τους 50.000 Έλληνες που σπουδάζουν στο εξωτερικό, με τις σχολές και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια να έχουν κατακλυστεί από αιτήσεις Ελλήνων φοιτητών.


"Η Ελλάδα δεν σου επιτρέπει να προοδεύσεις", λέει η Καρμέλα Κοντού, μία αισθητικός που σκέφτεται να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.

"Δεν μπορείς καν να σκεφτείς να κάνεις οικογένεια, ή να πετύχεις πράγματα που στην υπόλοιπη Ευρώπη θεωρούνται απόλυτα φυσιολογικά".


Όπως πολλοί νέοι της χώρας η 34χρονη Καρμέλα λέει ότι θα ψηφίσει λευκό στις επερχόμενες εκλογές γιατί είναι αηδιασμένη με τους πολιτικούς που έφεραν την Ελλάδα σε αυτή τη κατάσταση.


Ο Λόης Λαμπρινίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, δηλώνει ότι ολοένα και περισσότεροι νέοι φεύγουν για ακόμη πιο μακρύτερα.

"Αισθάνονται παγιδευμένοι. Τόσο το οικονομικό όσο και το πολιτικό κλίμα είναι τόσο άσχημο που ακόμη κι αν οι συνθήκες είναι ελάχιστα καλύτερες στο εξωτερικό, προτιμούν να φύγουν", λέει.


"Οι Έλληνες πηγαίνουν οπουδήποτε βρουν δουλειά, είτε είναι στην Ασία, είτε στην Αφρική, την Αυστραλία ή τη Μέση Ανατολή", λέει ο καθηγητής και προσθέτει, "Παρατηρείται ένα νέο φαινόμενο κατά το οποίο ακόμα και άνθρωποι που δεν είναι πτυχιούχοι ακολουθούν αυτό το ρεύμα εξόδου από τη χώρα."

 

Στο τέλος του άρθρου η Guardian αναφέρει ότι πολλοί Έλληνες θέλουν πραγματικά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, μόλις ανακάμψει η οικονομία της χώρας, ενώ σύμφωνα με ειδικούς οι νέες ικανότητές και νοοτροπίες που υιοθετούν οι μετανάστες μπορούν να γίνουν οι παράγοντες της αλλαγής που χρειάζεται η Ελλάδα.


"Πολλοί από εμάς θέλουμε να επιστρέψουμε. Έχουμε πολλά να προσφέρουμε", λέει η Ρώππα.

"Καμία χώρα δεν πρέπει να έχει μία τόσο άσχημη μοίρα όπως αυτή που έχει η Ελλάδα.

Ταπεινώθηκε εντελώς, από διεφθαρμένους πολιτικούς και από ένα σύστημα που έγινε ανεκτό για πάρα πολύ καιρό", καταλήγει.