Τίνα Μανδηλαρά: Η επίσκεψη του κορωνοϊού στο σπίτι μου

Τίνα Μανδηλαρά: Η επίσκεψη του κορωνοϊού στο σπίτι μου Facebook Twitter
0



ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΕΡΟ πόσο εύκολα ξεχνάει ο άνθρωπος, αλλά και πόση δύναμη του δίνουν όλα όσα νομίζει ότι έχει αφήσει πίσω του: αν με ρωτήσει κανείς τι θυμάμαι από αυτή τη χρονιά, είναι αναμφίβολα η αίσθηση του παγωμένου νερού στη θάλασσα, στην πρώτη μου έξοδο προς τον κόσμο μετά από μια διαρκή και ανελέητη καραντίνα σχεδόν τριών μηνών και μια κατάσταση εξαίρεσης από μια κανονικότητα πριν καν οι υπόλοιποι προλάβουν να καταλάβουν τι σημαίνει.

Όταν η μητέρα μου αρρώστησε, ο κορωνοϊός είχε μόλις προλάβει να μπει στη ζωή μας, κάπως βάρβαρα και αιφνιδιαστικά, χωρίς καν ακόμα να έχουμε εμπειρία καραντίνας. Ήταν πολύ πρώιμο, τα κρούσματα ήταν λίγα, οι τρόποι αντιμετώπισης σχεδόν μηδαμινοί.

Στην αρχή εμφανίστηκε στη μητέρα μου ως μια επίμονη κόπωση, με την ίδια να διαμαρτύρεται για έντονη υπνηλία και για γδάρσιμο στον λαιμό, κι ένας φίλος γιατρός συνέστησε ξεκούραση. Ακολούθησαν δέκατα, δειλά στην αρχή αλλά με τρομερές αυξομειώσεις: από τη μια στιγμή στην άλλη μετατρέπονταν σε πυρετό, ο οποίος υποχωρούσε απότομα και μετά επανερχόταν σαν ένα ρόλερ κόστερ θερμοκρασίας που δεν έμοιαζε με καμία αρρώστια που ήξερα ως τότε.

Πήραμε πανικόβλητες στον ΕΟΔΥ, δεν βρήκαμε καμία άκρη, και ύστερα από την ψύχραιμη παρέμβαση της πνευμονόλογου που την παρακολουθεί χρόνια καταφέραμε να έχουμε έγκαιρα την απάντηση (εκείνη το είχε καταλάβει εξαρχής): νομίζω ότι αν δεν ήταν η γιατρός να με συμβουλεύει με την ακρίβεια του σοφού Γιόντα από το Star Wars, είτε στο mail είτε στο τηλέφωνο, δεν θα διατηρούσα καμία ψυχραιμία.

Κλειστήκαμε κι οι δυο, η μητέρα μου κι εγώ, στο σπίτι σε αναγκαστική καραντίνα κι εκεί ακριβώς είναι που άρχισαν τα προβλήματα: πώς θα ξέρω πότε ακριβώς κινδυνεύει, ώστε να καλέσω το ασθενοφόρο; Πότε αντιλαμβάνομαι ότι έχει δύσπνοια; Πρέπει να την ξυπνάω ή να την αφήνω να κοιμάται συνέχεια; Ποιος θα μου φέρνει τα τρόφιμα στο σπίτι;

Μπορεί όλα να περνάνε, το εμβόλιο να είναι εδώ, κάποια στιγμή ας ελπίσουμε όλα αυτά να έχουν μείνει πίσω, αλλά ας θυμόμαστε ότι έχουμε ο ένας τον άλλον και οφείλουμε να του χαρίζουμε, νοερά έστω, μια τεράστια αγκαλιά.


Η γιατρός μού έλεγε ότι οι επικίνδυνες μέρες είναι η 8η με 9η και αν τότε βλέπαμε υψηλό πυρετό έπρεπε να πάμε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Άρχισε η αναζήτηση των ανθρώπων που μπορεί να την κόλλησαν, με ποιους ήρθε σε επαφή, κι ύστερα από έρευνα η γιατρός επέμενε πως η βαριά γρίπη που είχα φέρει από τη Χιλή τον περασμένο Γενάρη, ταξιδεύοντας σε ένα αεροπλάνο γεμάτο Κινέζους, προφανώς δεν ήταν Η1Ν1 αλλά κορωνοϊός – ο οποίος δεν είχε καταγραφεί ακόμα στη χώρα μας.

Οι πρώτες δέκα μέρες της ασθένειας νομίζω ότι έμοιαζαν με εκείνες που συγκλόνισαν τον κόσμο, αφού τα πάντα μετρούνταν σε θερμοκρασίες, σε ελέγχους, σε πιθανά σενάρια που μετατρέπονταν διαρκώς σε εφιάλτη. Άρχισαν τα τεράστια προβλήματα –που δεν τα εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου– για το πώς ακριβώς μπορεί να γίνει η ακτινογραφία για να διαπιστωθεί αν έχει ή όχι πνευμονία χωρίς να περάσει τον εφιάλτη του νοσοκομείου, πώς θα κάνουμε την επανεξέταση και πού θα γίνει το τεστ αντισωμάτων.

Όλα αυτά ενδεχομένως να μην έχουν σημασία όταν υπάρχουν άνθρωποι που αυτή τη στιγμή θρηνούν τους δικούς τους ανθρώπους, τους οποίους δεν μπόρεσαν καν να αποχαιρετήσουν. Η μητέρα μου παιδεύτηκε καιρό –γιατί αυτός ο ιός δεν εγκαταλείπει εύκολα και τα υπολείμματα παραμένουν και αρνούνται να φύγουν παρά τις εναλλασσόμενες θεραπείες και τα φάρμακα–, αλλά δεν μπορώ να διανοηθώ τους ανθρώπους που έφυγαν άδικα.

Αυτό που μένει, πάντως, μετά απ' όλα αυτά είναι η παράνοια που σε ακολουθεί για καιρό, όχι τόσο μην κολλήσεις τον ιό όσο μη μολύνεις τους γύρω σου και όλους όσοι σε πλησιάζουν (πράγμα που άργησε πολύ να γίνει). Εκ των υστέρων, τώρα που το σκέφτομαι, καταλαβαίνω ότι ο κορωνοϊός δεν είναι ούτε απειλή ούτε κατάρα, όπως θέλουν να τον παρουσιάζουν, αλλά μια ασθένεια που χτυπά απρόσμενα και ανελέητα, όπως όλες, αλλά σε φέρνει μπροστά στις ευθύνες σου για το κατά πόσο επιθυμείς ή όχι οι γύρω σου να υποφέρουν περισσότερο από σένα. Η σκέψη και μόνο ότι κάποιος μπορεί να αρρωστήσει εξαιτίας μου με τρελαίνει πολύ περισσότερο από το να βρεθώ μόνη σε ένα δωμάτιο παρέα με έναν αναπνευστήρα, η σκέψη ότι εγώ μπορεί να είμαι η άγνωστη αιτία του πόνου του άλλου.

Μπορεί όλα να περνάνε, το εμβόλιο να είναι εδώ, κάποια στιγμή ας ελπίσουμε όλα αυτά να έχουν μείνει πίσω, αλλά ας θυμόμαστε ότι έχουμε ο ένας τον άλλον και οφείλουμε να του χαρίζουμε, νοερά έστω, μια τεράστια αγκαλιά. Για να μπορέσουμε να τη δώσουμε επιτέλους κάποια στιγμή από κοντά τη χρονιά που μας έρχεται.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Ελλάδα
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ: ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ 2020

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ: ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ 2020

Η πανδημία πάνω απ' όλα. Αλλά και άνθρωποι που φεύγουν, ζωές που αλλάζουν, χαρές και επιτυχίες, μοναξιά, οι ιστορίες των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, η ελάχιστη χάρη του φετινού καλοκαιριού, το πρώτο μάθημα μπροστά σε μια οθόνη, μια παράσταση χωρίς θεατές, ταινίες που δεν προβλήθηκαν, έργα τέχνης που αναρτήθηκαν σε κλειστές γκαλερί, ταξίδια που ακυρώθηκαν, μια καθημερινή αρρωστημένη σχεδόν σχέση με τις αναγγελίες θανάτου. Και η γέννηση ενός παιδιού. ― ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ