Την προσήγαγαν χωρίς ουσιαστικό λόγο, της συμπεριφέρθηκαν με τιμωρητική διάθεση, ενώ έδωσαν εντολή για σωματικό έλεγχο που κατέληξε σε εξευτελιστικό γδύσιμο σε ένα δωμάτιο με ανοιχτά παράθυρα, στον 6ο όροφο της ΓΑΔΑ.

 

Τους έκανε μήνυση και σε πρώτο βαθμό οι δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών ετών με τριετή αναστολή. Όμως, πριν από λίγες ημέρες, το Εφετείο τούς αθώωσε, δίνοντας μια «νίκη» στην αστυνομική αυθαιρεσία. Παρ' όλα αυτά, ο δικαστικός αγώνας δεν θα σταματήσει εδώ.

 

Η υπόθεση αφορά την Πόπη Μέλλιου, ιδιωτική υπάλληλο που συνεργάζεται με το Τμήμα Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, και όλα ξεκίνησαν στα Εξάρχεια, στις 27 Φεβρουαρίου του 2013.

 

Όπως διηγείται η ίδια στο LIFO.gr, εκείνο το βράδυ, φτάνοντας στη συμβολή των οδών Εμμ. Μπενάκη και Τζαβέλλα, είδε τέσσερις μηχανές με αστυνομικούς της ομάδας ΔΕΛΤΑ να τρέχουν στον πεζόδρομο. Άρχισε τότε να σημειώνει τους αριθμούς κυκλοφορίας των δικύκλων. «Ήταν η τέταρτη ημέρα που γίνονταν προσαγωγές χωρίς να έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Δεν είχαν, δηλαδή, κανένα λόγο ούτε να τρέχουν πάνω στον πεζόδρομο ούτε να μαζεύουν κόσμο» εξηγεί.

 

«Είναι να γελάς αλλά συγχρόνως, κατά την άποψή μου, είναι και πολύ επικίνδυνο. Δηλαδή είναι πάρα πολύ επικίνδυνο η αστυνομία μιας χώρας να φέρεται έτσι . Αυτά τα πράγματα είναι περίεργα και επιμένω στο "επικίνδυνα", γιατί και ο συνήγορος είναι της Χρυσής Αυγής».

 

Στη συνέχεια, ένας από τους αστυνομικούς την προσέγγισε και ζήτησε τα στοιχεία της. Εκείνη ζήτησε με τη σειρά της τα δικά του στοιχεία, καθώς δεν έφερε διακριτικά της ταυτότητάς του, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τα δώσει. «Πιστεύω ότι είναι και δικαίωμά μου και υποχρέωσή τους, όταν συναλλάσσομαι με οποιονδήποτε κρατικό λειτουργό, να μου πει το όνομά του ώστε να ξέρω με ποιον μιλάω. Πολλοί αστυνομικοί, σχεδόν όλων των σωμάτων, μέχρι και σήμερα δεν φοράνε τα μητρώα τους, παρότι είναι υποχρεωτικό».

 

Ο αστυνομικός τής ανακοίνωσε πως θα γίνει προσαγωγή. Η Πόπη Μέλλιου μεταφέρθηκε με περιπολικό στη ΓΑΔΑ, στον 6ο όροφο, όπου βρίσκεται το τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Όταν της ζητήθηκε, έδωσε την ταυτότητά της, όμως η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί.

 

Ενώ η Μέλλιου βρισκόταν σε έναν διάδρομο της ΓΑΔΑ, περιμένοντας τη συνέχεια, ο αστυνομικός –ένας εκ των δύο κατηγορούμενων που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως– βγήκε από το γραφείο του και άρχισε να της κάνει διάφορες ερωτήσεις (Πού ήσασταν; Τι ακριβώς κάνατε; Πού πηγαίνατε;). «Του λέω, συγγνώμη, στο πλαίσιο ποιας διαδικασίας γίνονται αυτές οι ερωτήσεις; Τότε με πλησιάζει και με ύφος μου λέει: "Κυρία μου, εδώ είναι Ελλάδα". Εγώ του απάντησα ότι για εμένα εδώ είναι Ευρώπη και τσαντισμένος μπήκε μέσα στο γραφείο του» αναφέρει η ίδια.

 

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Πόπης Μέλλιου.
Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Πόπης Μέλλιου.

 

Μετά από λίγο τη φώναξε στο γραφείο και της ζήτησε να δει την ατζέντα της. «Σε εκείνη τη φάση, θυμάμαι, έβγαλα από την τσέπη μου ένα χαρτί που είχα μαζί μου, στο οποίο είχα σημειώσει τον αριθμό από μία μηχανή που έτρεχε. Αυτός ο αριθμός συζητήθηκε τόσο πολύ στο δικαστήριο, ότι εγώ είμαι η "Μάινχοφ των Εξαρχείων". Δηλαδή ότι σημειώνω τις μηχανές επειδή, υποτίθεται, θέλω να κάνω τρομοκρατική ενέργεια».

 

Σημειώνεται πως στο δικαστήριο ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορούμενων αστυνομικών, προσπαθώντας να ισχυριστεί ότι όλα έγιναν σωστά, είπε, μεταξύ άλλων: «Αν βάλουμε τη φωτογραφία της κ. Μέλλιου δίπλα σε αυτήν της Ουλρίκε Μάινχοφ ή της Πόλας Ρούπα, η οποία είναι ανάλογης ηλικίας, δεν θα δούμε ιδιαίτερες διαφορές, άρα το παρουσιαστικό της δεν αρκούσε για να μην προσαχθεί».

 

Η κ. Μέλλιου εξηγεί πως «μόλις ο αστυνομικός είδε τον αριθμό της μηχανής στο χαρτί, μου λέει "είναι παράνομο, θα πάτε αυτόφωρο". Γενικά, ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί μπήκαν σε όλη αυτήν τη διαδικασία. Θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή, αφού ήξεραν πλέον ποια είμαι, να έχουν ζητήσει μια συγγνώμη ή να πουν απλώς ότι "εντάξει, συλλέξαμε τα στοιχεία σας" και να με αφήσουν να φύγω. Συνεχίζει, λοιπόν, και μου λέει "θα σας κάνουμε σωματική έρευνα". Δεν μάθαμε ποτέ τι έψαχναν».

 

Η εντολή για τον σωματικό έλεγχο δόθηκε σε μια νεαρή αστυνομικό. Όπως επισημαίνει η κ. Μέλλιου, της είπε χαρακτηριστικά: «Ξέρεις εσύ τι να κάνεις. Στήθος, κωλομάγουλα, μην κάνεις πρωκτικό και κολπικό».

 

«Όταν ήρθε η κοπέλα στο δωμάτιο, της είπα "σας παρακαλώ μπορείτε να κατεβάσετε τα στόρια" και κείνη μου λέει "δεν φαίνεται τίποτα". Από τη στιγμή που μου αρνούνταν, εγώ δεν ήμουν σε θέση, δεν μπορούσα να επιμείνω. Και έβγαλα τα πάντα, παπούτσια, ρούχα, εσώρουχα. Ψάχνει λίγο, τις τσέπες, τα ρούχα. "Εντάξει" μου λέει, "ντυθείτε".

 

»Βγαίνουμε έξω, με βάζουν να κάτσω στον διάδρομο χωριστά από τους υπόλοιπους προσαχθέντες που είχαν έρθει, γιατί είμαι, υποτίθεται, κρατούμενη. Ζητάω να επικοινωνήσω με δικηγόρο και μου απαντάει ο πρώην κατηγορούμενος με το γνωστό του ύφος (σ.σ. αρνητικά)».

 

Φωτο: Κατερίνα Κοντίνη
Φωτο: Κατερίνα Κοντίνη

 

Στο μεταξύ, στη ΓΑΔΑ είχε φτάσει και η φίλη της Μέλλιου και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αφροδίτη Σταμπουλή, στην οποία επιτράπηκε να δει την κρατούμενη ύστερα από ώρα και μόνο μετά τον σωματικό έλεγχο. «Η Αφροδίτη περιγράφει, γιατί εγώ εκείνη τη στιγμή δεν καταλάβαινα πολλά, πως με βρήκε σε κατάσταση σοκ. Το πρώτο που της είπα ήταν πως μόλις γλίτωσα κολπικό και πρωκτικό έλεγχο».

 

Μαζί με την Αφροδίτη Σταμπουλή πήγαν τότε στο γραφείο της προϊσταμένης –η δεύτερη κατηγορούμενη που καταδικάστηκε πρωτοδίκως–, η οποία τους είπε πως μπορούν τελικά να φύγουν. Όταν η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ρώτησε γιατί έγινε ο σωματικός έλεγχος, εκείνη απάντησε ότι έγινε επειδή ήμουν μέσα στο αστυνομικό μέγαρο. Αυτή ήταν η πρώτη εξήγηση που ακούσαμε».

 

«Αυτό που είχαν πει ήταν πως ήθελαν να κάνουν δικογραφία για απείθεια, αλλά υποτίθεται ότι πήρε τηλέφωνο ο αστυνομικός διευθυντής και τους είπε: "Εφόσον έδωσε την ταυτότητά της, αφήστε τη να φύγει"» σημειώνει η κ. Μέλλιου.

 

Φεύγοντας, η ίδια ζήτησε το όνομα του ανθρώπου που έδωσε την εντολή για τον έλεγχο και της υπέδειξαν να καταθέσει αίτηση για να πάρει αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ είπε από την πρώτη στιγμή πως θα ζητήσει το αντίγραφο, το περιστατικό δεν καταγράφηκε στο βιβλίο συμβάντων την ίδια ημέρα. «Το συμπληρώνουν την ημέρα που ζητάω το αντίγραφο. Και επειδή δεν μπορούν να το κάνουν διαφορετικά, το συμπληρώνουν με ημερομηνία 7 Μάρτη, περιγράφοντας τα γεγονότα που συνέβησαν στις 27 Φλεβάρη».

 

Μετά την καταγραφή του περιστατικού, η κ. Μέλλιου κάνει την προσφυγή της στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Γίνεται ΕΔΕ που αθωώνει τους αστυνομικούς.

 

Ύστερα, η κ. Μέλλιου προσφεύγει στον Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος, σε μια έκθεση-καταπέλτη, διαπιστώνει μία σειρά από παραβιάσεις, αυθαιρεσίες και παραλείψεις.

 

Μεταξύ άλλων, στο πόρισμά του χαρακτηρίζει τα καταγγελλόμενα στη συγκεκριμένη περίπτωση «ιδιαιτέρως σοβαρά (στέρηση ελευθερίας, προσβολές της αξιοπρέπειας κ.λπ.)» και ζητά «διεξοδική διερεύνηση της αλήθειας και απόδοση των ευθυνών». Ακόμη, υπογραμμίζει πως «είναι προφανές ότι οι ως άνω αναφερόμενες συμπεριφορές, εφόσον είναι αληθείς, δεν πλήττουν μόνο τα δικαιώματα του πολίτη, της συγκεκριμένης αναφερόμενης ή όλων, αλλά και το κύρος της αστυνομίας, η οποία εμφανίζεται σ' ένα κράτος δικαίου να δρα αυθαιρέτως».

 

Ακολουθεί η πρώτη δίκη, στην οποία οι δύο αστυνομικοί καταδικάζονται σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή, ενώ αθωώνεται η νεαρή αστυνομικός που πραγματοποίησε τον σωματικό έλεγχο, με το σκεπτικό ότι ακολούθησε εντολές.


Κατατίθεται η έφεση και το Εφετείο αθωώνει τελικά και τους δύο, κόντρα στην εισαγγελική πρόταση. Η εισαγγελέας είχε προτείνει την αθώωση της αξιωματικού, με το σκεπτικό ότι ενώ ήξερε ότι θα γινόταν σωματικός έλεγχος, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιούνταν, αλλά την καταδίκη του υφιστάμενού της αστυνομικού που έδωσε τη σχετική εντολή, με βάση το άρθρο 137Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επίσης, όπως τονίζει η κ. Μέλλιου, η εισαγγελέας πρότεινε την παραπομπή για ψευδορκία του προϊστάμενου της συγκεκριμένης διεύθυνσης.

 

Σύμφωνα με την κ. Μέλλιου «φαινόταν σε όλη τη διαδικασία ότι το πήγαιναν όπως πρότεινε η εισαγγελέας, δηλαδή μία αθώα, ένας ένοχος», ενώ προσθέτει πως έγινε μια διακοπή κατά την τελευταία δικάσιμο «που έκανε πάρα πολλή εντύπωση σε όλους. Ο προϊστάμενος διέκοψε το δικαστήριο, δεν ξέρουμε γιατί, και κάλεσε την πρόεδρο της έδρας στο γραφείο του. Δεν είχαμε ακούσει καινούργια στοιχεία εκείνη την ημέρα πέρα από την πρόταση για ψευδορκία».

 

Φωτο: Κατερίνα Κοντίνη
Φωτο: Κατερίνα Κοντίνη

 

Στη συνέχεια, το δικαστήριο ολοκληρώθηκε και η έδρα αποσύρθηκε για διάσκεψη. Μετά από λίγη ώρα, όμως, ανακοινώθηκε ότι χρειάζονται περισσότερο χρόνο και ορίστηκε η ανακοίνωση της απόφασης για τις 15 Ιανουαρίου, όπως και έγινε.

 

Σύμφωνα με την πρόεδρο, η εντολή για σωματικό έλεγχο ήταν σύννομη, καθώς και το περιβάλλον στο οποίο πραγματοποιήθηκε ήταν κατάλληλο. Το δικαστήριο δέχτηκε μόνο ότι θα έπρεπε να κατηγορηθεί ο ένας αστυνομικός για εξύβριση σχετικά με την ανάρμοστη εντολή του για τον σωματικό έλεγχο («μην της κάνεις πρωκτικό και κολπικό, μόνο στήθος και κωλομάγουλα»). Ωστόσο, το αδίκημα αυτό έχει παραγραφεί.

 

Η συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής, Γιάννα Κούρτοβικ, χαρακτήρισε την απόφαση για αθώωση πρωτοφανή και σημείωσε ότι «για μια ακόμα φορά το άρθρο 137Α παραμένει αδικαίωτο, καθώς ποτέ δεν έχει αξιοποιηθεί για την καταδίκη αστυνομικού, ενώ η σημερινή απόφαση του δικαστηρίου δίνει το "πράσινο φως" στους αστυνομικούς που δρουν κατ' αυτόν τον τρόπο να συνεχίσουν τις παράνομες πρακτικές τους».

 

Επίσης, η κ. Μέλλιου επισημαίνει ότι «είναι σημαντικό πως ο αστυνομικός που αθωώθηκε έφερε για συνήγορό του έναν συνήγορο της Χρυσής Αυγής, τον κ. Καρυδομάτη, ο όποιος έχει σηκώσει χέρι κι έχει χτυπήσει άνθρωπο μέσα στο δικαστήριο της Χρυσής Αυγής».

 

«Γενικά, από τη διαδικασία της δίκης, και πρωτόδικα και στο Εφετείο, θα σου πω αυτό που είχα πει όταν βγήκε η πρώτη απόφαση. Όταν ξανάνοιξε η ΕΔΕ για τους αστυνομικούς, και με κάλεσαν πάλι, μια κυρία εκεί με ρώτησε τι μου έκανε εντύπωση από τη διαδικασία του δικαστηρίου και αυτό που απάντησα ήταν: "Τόσο πολλά ψέματα από κρατικούς λειτουργούς, και μάλιστα ένστολους, δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά στη ζωή μου"» τονίζει και προσθέτει: «Δεν είπανε μία αλήθεια, ούτε μια στιγμή δηλαδή. Γύρναγε και η έδρα και τους έλεγε "πρωτόδικα λέγατε άλλα"».

 

«Είναι να γελάς αλλά συγχρόνως, κατά την άποψή μου, είναι και πολύ επικίνδυνο. Δηλαδή είναι πάρα πολύ επικίνδυνο η αστυνομία μιας χώρας να φέρεται έτσι . Αυτά τα πράγματα είναι περίεργα και επιμένω στο "επικίνδυνα", γιατί και ο συνήγορος είναι της Χρυσής Αυγής».

 

Παρά την αθωωτική απόφαση στον δεύτερο βάθμο, η κ. Μέλλιου εστιάζει στις «μικρές νίκες» που υπήρξαν καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. «Η πρώτη μου ικανοποίηση ήταν ότι από την επόμενη μέρα δεν ξανάκαναν αυτές τις χωρίς λόγο μαζικές προσαγωγές. Επίσης, το ότι ασχολήθηκε πολύ προσεκτικά ο Συνήγορος του Πολίτη, το ότι ασκήθηκε δίωξη και φυσικά η απόφαση σε πρώτο βαθμό. Ακόμα και το γεγονός ότι η έδρα στο Εφετείο τους επισήμανε πως "πρωτόδικα είπατε άλλα". Το σημαντικό είναι ότι μέσα από μια διαδικασία αναδεικνύονται κάποια ζητήματα και κάποια προβλήματα που υπάρχουν στην ελληνική αστυνομία, τα οποία και πρέπει να διορθωθούν».

 

Στην ερώτηση αν θα το ξανάκανε, γνωρίζοντας πλέον και το αποτέλεσμα του Εφετείου, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: «Οπωσδήποτε. Θα το ξανάκανα και θα το ξανακάνω».

 

Η συνέχεια αναμένεται πλέον στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου αναμένεται να προσφύγει η συνήγορος της κ. Μέλλιου, αφότου καθαρογραφούν τα πρακτικά του Εφετείου.