Magnify Image

 

Από το 2006 η διαδικασία αναζήτησης στο Google καταχωρήθηκε στα αγγλικά λεξικά Merriam Webster and the Oxford English Dictionary, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για χρήση της λέξης ως ρήμα.

 

Αρκετοί από εμάς έχουμε ακούσει τη διαδεδομένη έκφραση «Just Google it», η οποία χρησιμοποιείται όταν έχουμε κάποια απορία που δεν μπορεί να μας την απαντήσει το άτομο στο οποίο απευθυνόμαστε.

 

Το Atlantic Wire, ύστερα από έρευνα που πραγματοποίησε παρουσιάζει πώς μεταφράζεται η προαναφερθείσα φράση σε 22 διαφορετικές γλώσσες.

 

Η ελληνική εκδοχή πάντως θα έπρεπε να αποδίδεται ως «γκουγκλάρω» και όχι ως «γκουγκλίζω».

 

 

 

  • Αγγλικά— google
  • Ισπανικά— googlear and guglear
  • Ιταλικά— googlare
  • Πορτογαλικά— googlar or guglar
  • Γερμανικά— googeln and googlen
  • Γαλλικά— googler
  • Σουηδικά— att googla
  • Εβραϊκά— l’gagel
  • Σλοβένικα— proguglati or poguglati
  • Κροάτικα— guglati or proguglati
  • Πολωνικά— googlować
  • Ρώσικα—  гуглить (gugleet or googleet)
  • Ιαπωνικά— ググる (guguru)
  • Φιλιπινέζικα— eēgoogle mò (i-google mo)
  • Φινλανδικά— googlata
  • Ολλανδικά— googlen
  • Τσέχικα— vygooglit
  • Κορεάτικα— google ha da
  • Ρουμάνικα— a googăli
  • Κινέζικα— 谷歌 (guge or gǔgē)
  • Ελληνικά—  γκουγκλίζω (googlizo)
  • Ισλανδικά— að gúgla (ao googlah)