Όταν ήμουν στο σχολείο, ανέβαινα κρυφά στην Αθήνα για να βρω το «Κράξιμο» και το «Αμφί» σε ένα σκονισμένο περίπτερο στην Ακαδημίας. Οι εικόνες και τα γραπτά της Πάολας ήταν η απόδειξη ότι δεν ήμουν μόνος, ότι υπήρχε μια γκέι κοινότητα, της οποίας αισθάνθηκα αυτόματα μέρος. Με τα χρόνια, την είδα στην τηλεόραση να κάνει ενός είδους παράλογο ακτιβισμό υπέρ των γάμων των γκέι και τρανς ατόμων σε εκπομπές σαν το «Ερωτοδικείο». Την είδα να τη θαυμάζει η μεγάλη Μαλβίνα στο «Mea Culpa». Πήγα στα Ρride που οργάνωσε στο Πεδίον του Άρεως και άκουσα τους Στέρεο Νόβα μέσα από μεθυστικά bleeps να λένε ξανά και ξανά το όνομά της:

ΠΑΟΛΑ

 

 

 

— Πού γεννήθηκες;

Μεγάλωσα στον Πειραιά και μέχρι τα 12 περνούσα τα καλοκαίρια μου στην Κέρκυρα.

 

— Η Λούση τι ζώδιο είναι;

Το σκυλάκι μου δεν ξέρω τι ζώδιο είναι, αφού τη βρήκα πεταμένη στον δρόμο και την πήρα μικρούλα στο σπίτι μου και τη μεγάλωσα. Επειδή είναι ευαίσθητο σκυλάκι, πιστεύω ότι είναι Καρκίνος, σαν εμένα.

 

— Η μαγειρική πάντα σου άρεσε;

Η γιαγιά μου πάντα έλεγε «σπίτι χωρίς μια κατσαρόλα ν’ αχνίζει μέσα, είναι σπίτι νεκρό», γι’ αυτό και πάντα μαγειρεύω, ακόμα και στις πιο δύσκολες οικονομικά εποχές. Άλλωστε, είναι ανήθικο να επισκέπτεται κάποιος το σπίτι σου και να μην έχεις να μοιραστείς μαζί του ένα ζεστό πιάτο φαΐ. Μου αρέσουνε τα μαμαδίστικα φαγητά, γι’ αυτό και σπάνια τρώω έξω.

 

— Πιστεύεις στον Θεό;

Οι θεοί υπάρχουν όταν τους ζωντανεύουν οι άνθρωποι. Η μυσταγωγία, όμως, είναι ωραία, απ’ όποια θρησκεία κι αν προέρχεται.

 

— Ξέρω ότι ασχολείσαι πολύ με την πολιτική. Πώς βλέπεις τα πράγματα σήμερα, υπάρχει ελπίδα για τους  Έλληνες;

 Νομίζω πως εμείς, οι τραβεστί, είμαστε η ομάδα που χτυπήθηκε περισσότερο απ’ την κρίση. Πολλές από εμάς εδώ και δύο χρόνια δυσκολεύονται για τα στοιχειώδη. Δεν είμαι αισιόδοξη για το άμεσο μέλλον. Στους νεότερους φίλους μου συμβουλεύω να φύγουν έξω ή, αν έχουν χωριό, να επιστρέψουν εκεί, να γίνουν έξυπνοι αγρότες. Για να αλλάξουμε, πρέπει να εκτιμήσουμε αυτά που μέχρι πριν θεωρούσαμε δεδομένα.

 

— Πότε έκανες πρώτη φορά σεξ;

Μεγάλωσα σε μια συνοικία του Πειραιά όπου ο ερωτισμός των αγοριών απέναντι σε άλλα αγόρια είχε φυσικά τους τότε κώδικες, αλλά ήταν διάχυτος παντού. Εκτός από τα παιχνιδάκια που κάναμε, όπως όλα τα πιτσιρίκια, με τις παρέες με τις οποίες αλητεύαμε, πηγαίναμε, για παράδειγμα, στο βουνό, όπου βρίσκαμε την ευκαιρία κι εξερευνούσαμε το ένα το άλλο, γελούσαμε και μετρούσαμε τα πουλάκια μας. Τις πρώτες μου αγνές επαφές τις έκανα στο Πολεμικό Ναυτικό, που ήμασταν κι εσώκλειστοι επί τρία χρόνια. Εκεί τα μεγαλύτερα αγόρια πάντα μιλούσαν για τις εμπειρίες στις εξόδους τους, πώς γνώριζαν διάφορες αδερφές και βγάζαν χαρτζιλίκι. Εκεί έμαθα τον τρόπο που σκέφτονταν τα αγόρια. Θυμάμαι τις πρώτες μου εμπειρίες με έναν δευτεροετή, πολύ όμορφο παιδί. Πηγαίναμε στο αγκυροβολημένο Αβέρωφ τα απογεύματα που ήμασταν ελεύθεροι, ακουμπούσα το κεφάλι μου στα πόδια του κι εκείνος με χάιδευε τρυφερά στην πλάτη και στα μαλλιά, μου φιλούσε το λαιμό αποκαλώντας με «ζορκολέμο» του, που ακόμα δεν έχω καταλάβει τι σημαίνει. Άλλο ένα αγόρι γνώρισα, όταν βρέθηκα στο νοσοκομείο για κρύωμα. Κλειστήκαμε στο δωμάτιο του Ακτινολογικού, που είχε μάλιστα και κόκκινο φωτάκι αναμμένο συνεχώς. Όσες φορές έχω βρεθεί σε νοσοκομείο κι έχω μυρίσει την ανάλογη μυρωδιά, πάντα μου έρχεται στο μυαλό η ανάμνηση αυτού του αγοριού, που δεν ξεκολλούσε τα χείλη του από πάνω μου κι έβαζε το τεράστιο, στα δικά μου μάτια, πουλάκι του στα μπουτάκια μου και τριβόμασταν. Μια ακόμα εμπειρία μου στο Ναυτικό, χωρίς να ολοκληρώσω βέβαια, ήταν με έναν, τριτοετή αυτήν τη φορά, κωπηλάτη. Ένας κούκλος που αργότερα έγινε και Ολυμπιονίκης. Είχαμε πάει να διανυκτερεύσουμε σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια, όπου κοιμηθήκαμε το βράδυ αγκαλιά. Αυτά τα αγόρια ποτέ δεν προχώρησαν σε πράξεις σεξουαλικές που θα μπορούσαν να με προσβάλουν, πάντα μου φέρονταν με αγνότητα, δεν ένιωσα ποτέ ότι θέλαν να μου δείξουν πως αυτοί είναι άντρες κι εγώ είμαι το πουστράκι τους. Η πρώτη ολοκληρωμένη μου εμπειρία, όμως, ήταν πάλι με έναν τριτοετή, στο διαμέρισμα ενός φίλου του, νύχτα Μεγάλης Παρασκευής κι από κάτω να περνάει ο Επιτάφιος. Ένα αγόρι απ’ τη Χαλκίδα, που πρέπει να ’ταν κι ερωτευμένο μαζί μου. Ήμουνα τυχερή, γιατί, ως αγοράκι τότε, την ομοφυλοφιλία μου τη βίωσα πολύ απενοχοποιημένα, χωρίς ποτέ να σκεφτώ πως κάνω κάτι αμαρτωλό, κι αυτό ήταν που καθόρισε και τη ζωή μου αργότερα. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ενοχές.

 

 — Πότε έβαλες για πρώτη φορά φόρεμα;

Πριν γίνω εντελώς κοριτσάκι, πάλι βαφόμουν και ντυνόμουν πιο χαριτωμένα και πήγαινα στο Ζάππειο, το μοναδικό στέκι για αδερφές και τεκνά της εποχής, καμία σχέση με ό,τι νομίζουμε σήμερα. Τα πιο ξεπεταγμένα πουστράκια τότε έβγαζαν και κάνα καλό χαρτζιλίκι. Εκεί γνώρισα την Ντόρα, μια λουμπινιά, που μου ’ριξε την ιδέα: «Δεν πάμε κι εμείς, μωρή, καμιά μέρα στη Συγγρού, να κάνουμε λάλα να πάρουμε κάνα μπαλαμό;». Μου έδωσε, λοιπόν, μια άσχημη φούστα με κουμπιά - έκανε και κρύο θυμάμαι. Ό,τι πιο καρναβαλίστικο υπήρχε το φορτώσαμε πάνω μας, καθίσαμε μια-δυο ώρες κι έβγαλα 1.200 δραχμές, την ώρα που το ενοίκιο του σπιτιού μου ανερχόταν στις 800 δραχμές, χώρια που τα τεκνά σε είχανε θεά και σε παρακαλάγανε. Πήγαμε, λοιπόν, κοντά στον Ιππόδρομο, στο σημείο όπου βρίσκεται τώρα το Ωνάσειο - εκείνη την εποχή μόνο κάτι εγκαταλελειμμένα σπίτια υπήρχαν και τριγύρω δέντρα. Εκτός από τις τραβεστί, υπήρχαν και λίγες πουτάνες στη Συγγρού. Άγριες εποχές τότε, αλλά από εκείνη τη νύχτα άλλαξε όλη μου η ζωή.

 

Έχω γνωρίσει κάθε λογής ανθρώπους, από δολοφόνους μέχρι άγιους. Έχω δει τα μυστικά του Έλληνα άντρα, τον έχω δει όπως τον είδανε λίγες.

— Έκανες φιλίες απ’ την πιάτσα;

 Έχω γνωρίσει κάθε λογής ανθρώπους, από δολοφόνους μέχρι άγιους. Έχω δει τα μυστικά του Έλληνα άντρα, τον έχω δει όπως τον είδανε λίγες, κυρίως όπως δεν θα καταφέρουν να τον δουν ποτέ οι γυναίκες και οι γκέι. Οι φιλίες είναι μεγάλη κουβέντα. Στη διαδρομή, όμως, έχω γνωρίσει διάφορες τραβεστί και αγόρια που γίναν φίλοι μου. Εγώ την πιάτσα στην ουσία την είχα για να βγάζω τα έξοδά μου και να γνωρίζω τεκνά, δεν έχεις και πολλές επιλογές αν είσαι τρανς. Ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου πόρνη, με την κλασική έννοια.

 

— Τα αγόρια έχουν αλλάξει από την εποχή που τα φωτογράφιζες; Τα φωτογραφίζεις ακόμα ή δεν αξίζουν; 

Τα αγόρια δεν έχουν αλλάξει σχεδόν καθόλου, εκείνο που έχει αλλάξει είναι η εποχή. Έχασαν την αθωότητά τους. Παλιά τους έλεγες πως είναι όμορφα και κοκκίνιζαν, τώρα έχουν μάθει να αναγνωρίζουν την αξία τους, έχουν εξελιχθεί σε νάρκισσους κι έτσι έχει χαθεί η αθωότητα, όπως αποτυπώθηκε την εποχή εκείνη. Όταν βρω ευκαιρία φωτογραφίζω φίλους μου, αλλά έχει χαθεί η γοητεία χωρίς τις μηχανές με το φιλμ και το άρωμα της εκτύπωσης. Όταν φωτογράφιζα εκείνα τα αγόρια, δεν κοιτούσανε την κάμερα, αλλά εμένα. Επιπλέον, άλλαξα κι εγώ.

 

— Το φωτογραφικό σου αρχείο μου φέρνει πάντα στο μυαλό ένα οικογενειακό άλμπουμ. Έχεις κρατήσει επαφή με κανένα από τα αγόρια;

Είναι γεμάτα ψωλές τα οικογενειακά άλμπουμ; Δεν το ’ξερα! Πέρα από την πλάκα, στην ουσία, στον δρόμο απέκτησα τους συγγενείς μου. Όλη την Ελλάδα έχω γυρίσει, έχω κρατήσει όμορφες αναμνήσεις, ποτέ δεν υπήρξε κάποιος που δεν σταμάτησε να με χαιρετήσει στον δρόμο, ακόμα και με γκόμενα να τον συναντούσα. Συνήθως εμείς είμαστε πιο μοναχικές. Όταν γνωρίζεις κάθε μέρα κόσμο, προτιμάς μετά να αράξεις σπίτι σου, παρέα με έναν φίλο ή με τη σκυλίτσα σου. Τους γκόμενους πάντα τους βαριόμουνα, άλλωστε.

 

— Πώς αποφάσισες να βγάλεις το «Κράξιμο»;

Ήμουν πολιτικοποιημένη, είχα σχέσεις με το ΑΚΟΕ και τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Κυκλοφορούσε ήδη το περιοδικό «Αμφί» και άλλα εναλλακτικά περιοδικά, οπότε αποφάσισα να βγάλω κι εγώ μια εφημεριδούλα. Κυρίως ένιωθα την ανάγκη να εκφραστώ, να αντιμετωπίσω με αυτό τον τρόπο τη βαναυσότητα της αστυνομίας και της συντηρητικής κοινωνίας γύρω μου. Μάζεψα, λοιπόν, μερικά κειμενάκια και τα κόλλησα πάνω σε ένα ροζ χαρτί. Έβγαλα 3.000 αντίτυπα, που τα μοίρασα σε κάποια βιβλιοπωλεία των Εξαρχείων αλλά και σε μερικά περίπτερα στην πλατεία Κάνιγγος και την Ομόνοια. Από το πρώτο τεύχος προκάλεσε αίσθηση, με συνέπεια να μην έχω, την επόμενη κιόλας μέρα, άλλα τεύχη για να ξαναδώσω.

 

 

— Μέσα από το περιοδικό κατάφερες να γνωρίσεις και τον Μάνο Χατζιδάκι;

Το «Κράξιμο» το ταχυδρομούσα πάντα, τιμής ένεκεν, σε πολλούς διανοούμενους της εποχής κι ανθρώπους της τέχνης που, λόγω της ιδιαιτερότητάς του, το αγκάλιασαν αμέσως. Άλλωστε, το να εκδίδει ένα ανάλογο περιοδικό ένα τέτοιο πιτσιρίκι κινούσε το ενδιαφέρον. Πάντα, λοιπόν, ο Χατζιδάκις απαντούσε, στέλνοντάς μου μια κάρτα που με ευχαριστούσε. Είχε συνεισφέρει, μάλιστα, στο περιοδικό, στέλνοντάς μου ένα καλό ποσό. Για να βγει το περιοδικό, σε κάποια φάση το ενίσχυσαν οικονομικά και αρκετοί άλλοι διάσημοι, όπως η Σωτηρία Μπέλλου, που ήταν πάντα γενναιόδωρη, ακόμα κι αν δεν γνώριζε τον λόγο που βοηθούσε. Δεν ήξερε, δηλαδή, ποιο ήταν το «Κράξιμο». «Άντε, βρε παιδιά, αφού θέλετε λεφτά, πάρτε δυο χιλιάρικα... (και τρία και τέσσερα κάθε φορά)... να πάτε να πιείτε δυο ποτά. Για να τα ζητάτε, ανάγκη θα τα ’χετε». Τώρα συνειδητοποιώ πόσο ζεστός άνθρωπος ήταν η Μπέλλου. Το ίδιο μαγικά αισθάνθηκα, όμως, και με τον Χατζιδάκι. Έτρεμα όταν τον συνάντησα από κοντά. Βρισκόμουν μαζί με τον φίλο μου Αλέξη Μπίστικα όταν τον είδαμε στον απέναντι δρόμο, που περίμενε για ταξί. Πήγαμε να τον χαιρετήσουμε, εκείνος μου έσφιξε το χέρι μέσα στις παλάμες του να με ζεστάνει κι εγώ είχα ντραπεί τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Ήταν έτοιμος να μου παραχωρήσει και συνέντευξη στο περιοδικό, αλλά τότε, δυστυχώς, μεσολάβησαν όλες αυτές οι αισχρότητες της «Αυριανής» εναντίον του κι έτσι δεν έγινε ποτέ.

 

— Ποια ήταν η πρώτη πορεία που πήγες;

Μετά τη Μεταπολίτευση, σε μια διαδήλωση προς την Αμερικανική Πρεσβεία. Εκεί είχα μπλεχτεί, αν θυμάμαι καλά, κατά τύχη, με ένα μπλοκ του ΕΚΚΕ. Αργότερα βρέθηκα σε δεκάδες άλλες πορείες του αναρχικού κι αριστερού χώρου αλλά και σε πορείες που διοργανώναμε εμείς οι ίδιοι για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ.

 

— Πώς ήρθε η ιδέα για το πρώτο Ρride;

Η πρώτη προσπάθεια έγινε με μια μικρή συγκέντρωση 15 περίπου ατόμων στο Ζάππειο, που διοργάνωσε το «Αμφί». Αυτή η απόπειρα δεν ευοδώθηκε, αφού ο κόσμος ήταν πολύ φοβισμένος. Όταν το ΑΚΟΕ και το «Αμφί» είχαν πια διαλυθεί, στις αρχές του ’90, δεν υπήρχε κάτι άλλο. Μέσα από το «Κράξιμο», όμως, που συνέχιζε την κυκλοφορία του, είχε δημιουργηθεί και μια ομάδα με ελάχιστα, αλλά δραστήρια μέλη, κι έτσι αποφασίσαμε να το διοργανώσουμε ξανά, παίρνοντας ως παράδειγμα τα μαζικά Ρrides του εξωτερικού. Η «γιορτή υπερηφάνειας» γνώρισε επιτυχία τότε, αφού στο Πεδίον του Άρεως και στον λόφο του Στρέφη η ατμόσφαιρα γινόταν πολύ ερωτική. Αν και ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος ούτε και τότε για παρελάσεις, η προσέλευση ήταν μεγάλη. Έρχονταν, μάλιστα, και πάρα πολλοί στρέιτ όπως και η υποστήριξη από επιτυχημένα μουσικά συγκροτήματα. Δεν είχαμε όμως την τεχνογνωσία που κατέχει το σύγχρονο Pride. Μακάρι στα φεστιβάλ που γίνονται τώρα να συνεχίσει να έρχεται πολύς κόσμος, κι εδώ και στη Θεσσαλονίκη δεν έχει τίποτα να φοβάται.

 

— Βλέπεις το facebook σαν πεδίο ακτιβισμού; Ή απλώς έχει αντικαταστήσει τον δρόμο και την πιάτσα;

Βεβαίως και αποτελεί εργαλείο ακτιβισμού, αλλά έχω αναπτύξει και φιλίες μέσα από αυτό.  Έχω μαζέψει σε ένα μέρος ετερόκλητο κόσμο κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Οι καιροί αλλάζουν και πρέπει να συμβαδίζουμε με την εποχή μας. Έτσι κι αλλιώς, εγώ πάντα έβρισκα το μέσον επικοινωνίας - από τα 17 μου διατηρούσα και παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό.

 

— Θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς ίντερνετ;

Τώρα που το ’μαθα, λίγο δύσκολο, αλλά στη ζωή όλα πρέπει να τα αντέχουμε.

 

— Πώς βλέπεις τη σημερινή νεολαία;

Πιο ανοιχτόμυαλη σε θέματα σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά πολύ πιο άτολμη και πιο ενοχοποιημένη σε σχέση με τότε που ήμουν κι εγώ στην ηλικία τους, που ενώ η νεολαία ήταν πιο συντηρητική, τα τολμούσε όλα.

 

— Πώς ξεκίνησε το thepaolaproject με τον Γιώργο Λιάκο;

 Είχα νιώσει και πάλι την ανάγκη να εκφραστώ. Ήμουν τυχερή που τον γνώρισα πριν από ενάμιση χρόνο και μου έδειξε τον τρόπο. Είχαμε καλή χημεία, χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Είναι ένας πολύ καλός συνεργάτης που εξελίχθηκε σε έναν καλό φίλο. Με μια μικρή καμερούλα και σπαταλώντας ώρες απ’ την προσωπική του ζωή εκφράζει το ταλέντο του ως κινηματογραφιστή κι εγώ βρίσκω την ευκαιρία να θίξω πράγματα που θεωρούνται ταμπού. Η Οδός Αχαρνών, χωρίς το θράσος και των δυο μας, δεν θα μπορούσε να έχει γίνει.

 

— Με τις φωτογραφίες και τα βίντεο έχεις καταγράψει με κάποιον τρόπο την Αθήνα. Πως βλέπεις την πόλη σου να εξελίσσεται;

 Έχω αποτυπώσει ένα κομμάτι της ερωτικής Αθήνας με τον τρόπο μου, μια ολοκληρωμένη όμως καταγραφή, όπως τη θέλω, θα γίνει μέσα από ένα βιβλίο, όταν βρω την ηρεμία και την άνεση να ξαναγράψω. Η Αθήνα έχει χάσει πλέον την καύλα της. Ελπίζω κάποτε να αναζωπυρωθεί, γιατί αυτή η καύλα που εκπέμπει ο Έλληνας βρίσκεται στην κουλτούρα του.

 

— Πάντα σε βλέπω ντυμένη αντρικά, σχεδόν στρατιωτικά. Όταν βάζεις φόρεμα, αλλάζεις συμπεριφορά;

Η νύχτα μού επιβάλλει να μεταμορφώνομαι, δεν χρειάζεται να γίνομαι το ίδιο προκλητική και την ημέρα. Τα πρωινά φοράω τα ρούχα που μου αφήνουν κατά καιρούς οι διάφοροι γκόμενοι, έτσι βγαίνω να κάνω τις δουλειές μου. Είναι κουραστικό να προσποιείσαι συνέχεια την ατσαλάκωτη και τη σέξι, και μάλιστα όταν αυτό το κάνεις από τα 16 σου. Αν αναφέρεσαι στο γεγονός πως έχουν κρίνει την εμφάνισή μου στα εναλλακτικά ντοκιμαντέρ, αυτό συμβαίνει γιατί επιμένω στον ακτιβιστικό χαρακτήρα τους. Δεν θα μπορούσα να πάω βαμμένη, με γόβες, να κάνω το ρεπορτάζ στην Αχαρνών. Όταν επισκεπτόμουν μέρη στα οποία ήξερα πως θα γνωρίσω αγόρια, το ίδιο μου το σώμα άλλαζε ενστικτωδώς. Μου έλεγαν πως έλαμπα, πως έδειχνα πολύ πιο γλυκιά. Δεν καταλάβαινα πώς, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται φόρεμα για να βιώσεις τη θηλυκή σου πλευρά.

 

— Ο στρατός είναι χρήσιμος;

  Ένα κομμάτι της ζωής μου είναι οι φαντάροι. Έχω γνωρίσει πανέμορφα αγόρια απ’ όλη την Ελλάδα κι έχω ζήσει πολύ όμορφες ερωτικές στιγμές στο Μεγάλο Πεύκο.

 

— Σ’ έχω δει να συμμετέχεις στο «Ερωτοδικείο», όπου είχες πάει με ένα αγόρι με το οποίο θα παντρευόσασταν. Έγινε τελικά αυτό; Πιστεύεις στον θεσμό του γάμου;

 Στο «Ερωτοδικείο» πήγα για να κάνω την πλάκα μου, αλλά το θέμα εδώ ήταν πως για πρώτη φορά εμφανίστηκε στην ελληνική τηλεόραση ένα αγοράκι με μια τρανς κι έθεσαν το ζήτημα του γάμου. Δεν βρέθηκα εκεί για ναρκισσιστικούς λόγους, όντως είχα αναπτύξει μια ωραία σχέση με το αγόρι αυτό. Ήταν ένας τρόπος να δείξω στους μικροαστούς πως δεν μας έχουνε οι άντρες μόνο «για πιπούλες και γαμησάκια», όπως είχα πει και τότε στην εκπομπή. Έχω ζήσει συγκλονιστικούς έρωτες, δεν φαντάζεστε… Δοξάστηκα τόσο πολύ από τ’ αγόρια, που δεν έχει κάτι παραπάνω πια απ’ αυτό. Παθιάστηκα, αλλά ήμουν και ρεαλίστρια. Ήξερα πάντα πως οι σχέσεις μου μετά από λίγο θα τελείωναν. Άλλο ξεπέτες κι άλλο έρωτες, και μάλιστα με τεκνά ή φανταράκια. Χρόνια τώρα προτιμάω τις συμπάθειες, όχι τις στενές σχέσεις.

 

— Θέλησες ποτέ να γίνεις γυναίκα;

 Αν ήμουνα γυναίκα, θα έχανα όλη μου τη γοητεία. Εγώ δεν είχα ποτέ ενοχές με το σώμα μου, με αγαπούσαν όπως ήμουν.

 

— Θα ήθελες να έχεις ένα παιδί;

 Μα είχα και είναι πληγή που προσπαθώ να μην τη σκέφτομαι. Απέκτησα έναν γιο, που τον μεγάλωσα από τα 14 ως τα 22 του. Τα αγόρια, όταν μεγαλώνουν, πρέπει να φεύγουν από τις μανάδες τους. Εγώ μια ανασφάλεια την είχα που δεν ήμουν η βιολογική του μητέρα, μήπως πάψει κάποια στιγμή να με επισκέπτεται. Ήθελα, έστω μια φορά τον μήνα, να το βλέπω το παιδί μου, να συζητάμε, να του μαγειρεύω, να μου λέει για τη φιλενάδα του. Για έναν γκόμενο δεν έχω νιώσει ποτέ έτσι. Είμαι περήφανη γιατί τον έβαλα σε πολύ καλύτερο δρόμο, μια και το οικογενειακό του περιβάλλον δεν βοηθούσε. Κατάφερα να τον επηρεάσω και να γίνει ένα ανεξάρτητο, αξιόλογο, ευγενικό και ανοιχτόμυαλο στρέιτ αγοράκι.

 

— Έχεις κάποια συμβουλή να δώσεις στη σύγχρονη Ελληνίδα;

Να βάζουν κωλοδάχτυλο στους άντρες τους, αν θέλουν να τους κρατήσουν. Οι εποχές άλλαξαν....

 

— Έναν απολογισμό;

 Κατάρα κι ευλογία που τη ζωή μου ξόδεψα στα τσόλια και στο χασίσι.

 

 

 

 

_________________

 

Η ΠΑΟΛΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ CANDY
Στο τελευταίο τεύχος του συλλεκτικού περιοδικού μόδας «Candy» φιλοξενείται ένα μεγάλο θέμα για την Πάολα, με κείμενα του Ανδρέα Αγγελιδάκη.
Το πορτρέτο της Πάολας είναι από την πιο πάνω δημοσίευση.
Φωτογράφος: Βασίλης Καρύδης
Fashion Editor: Νικόλας Γεωργίου
Μακιγιάζ: [email protected]
Μαλλιά: Στέφανος
[email protected]
Βοηθός φωτογράφου: John Vikias
Βοηθοί στυλίστα: Έλενα Παπασταύρου, Έλενα Ψάλτη Ευχαριστίες στον Μιχάλη Πάντο.
Στην παραπάνω φωτογραφία: Γούνινη κάπα, vintage Maison Martin Margiela. Body Wolford.

 

_______________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΟΤΕΡΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΠΑΟΛΑΣ ΣΤH ΣΤΗΛΗ "ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ" ΤΗΣ LIFO

 

Πάολα
Εκδιδόμενη τραβεστί και ακτιβίστρια. Γεννήθηκε στον Πειραιά. Ζει στην πλατεία Βικτωρίας.

 

 

 

______________