Θυμάμαι πως το "01" είχε γράψει ότι το "Xero" ήταν ο καλύτερος αγγλόφωνος δίσκος που είχε βγει ποτέ. Και αυτό μου έχει μείνει γιατί ήταν ξερή κριτική, χωρίς να το αναλύει. Είχε γράψει μόνο αυτό. Τελεία.

 

Πώς ξεκινήσατε; Πώς αποφασίσατε να φτιάξετε την μπάντα; Ήσασταν συμφοιτητές στην Αρχιτεκτονική, σωστά;

Δημήτρης: Bασικά, όταν ήρθε με μεταγραφή ο Κώστας από τη Θεσσαλονίκη, έριξε την ιδέα για την μπάντα σε μια παρέα που άκουγε τα ίδια πράγματα.

Ποια μουσικά κολλήματα είχατε τότε; Ποιες μπάντες σας ένωσαν;

Βλάσης: Νομίζω ότι ήταν μεταβατική περίοδος. Θυμάμαι ότι είχαμε διαφορετικά ακούσματα σε σχέση με τα επόμενα πέντε χρόνια.

Δ.: Αν προσπαθήσω να θυμηθώ τι παίζαμε στα πάρτι, ήταν κυρίως μπάντες όπως Screaming Trees, Dinosaur Jr. και τέτοια. Ο Κώστας άκουγε και Beasts of Bourbon, Wipers, πιο σκληροπυρηνικά, πιο καθαρόαιμα πράγματα. Εγώ τότε διάβαζα το «Melody Μaker» και κόλλαγα με κάτι Mercury Rev, με Stone Roses και διάφορα τέτοια.

Η πρώτη σας συναυλία ήταν ως Buzzed Band στο πρώτο Indie Free στο Πεδίον του Άρεως;

Λίλα: Ναι, μας είχαν φωνάξει να παίξουμε, αλλά εμείς δεν ήμασταν ακόμα ακριβώς συγκρότημα. Τα παιδιά που μας κάλεσαν, όμως, επέμεναν κι έτσι βγήκαμε πρώτοι πολύ νωρίς. Κάτσαμε το προηγούμενο απόγευμα, βγάλαμε κάποια υποτυπώδη κομμάτια, κάποιος πέταξε και το όνομα Buzzed Band κι έτσι έγινε.

Και την επόμενη χρονιά παίζετε πια ως Bokomolech στο Indie Free. Ποιοι άλλοι ήταν τότε;

Κώστας: Νομίζω είχαν κάνει ένα από τα πρώτα τους λάιβ οι Στέρεο Νόβα και είχε γίνει χαμός. Επίσης οι Make Believe, οι Terminal Curve, οι Lost Bodies, οι Honeydive, οι Last Drive και πολλοί άλλοι.

Με ποιές αθηναϊκές μπάντες ήσασταν πιο κοντά;

Β.: Ο Κώστας έκανε πιο πολύ παρέα με τα παιδιά από τους Horror Vacui, αλλά γενικά ως μπάντα δεν ήμασταν κολλητοί με κάποια άλλη.

Λ.: Απλώς αργότερα παίζαμε πολύ με τους Make Believe και τους Closer.

Β.: Πιο πολύ με αυτούς, ναι. Με τους Dirty Housewifes είχαμε παίξει πάρα πολύ, επίσης.

Λ.: Έχουμε παίξει με τους Dirty Housewifes μπροστά σε δυο άτομα στον «Ήχο», στην Αγία Παρασκευή. Και παίξαμε καταπληκτικά. Και την άλλη μέρα παίξαμε στο Indie free και δεν ακουγόμασταν.

Θυμάστε καθόλου τις πρώτες κριτικές όταν βγάλατε το «Xero»;

Δ.: Θυμάμαι πως είχε γράψει ο Δημήτρης ο Πολιτάκης στο «01» ότι ήταν ο καλύτερος αγγλόφωνος δίσκος που έχει βγει ποτέ. Και αυτό μου είχε μείνει γιατί ήταν ξερή κριτική, χωρίς να το αναλύει. Είχε γράψει μόνο αυτό. Τελεία.

Λ.: Γενικά, είχε πάρει πολύ καλές κριτικές. Νομίζω και στο «Αθηνόραμα» είχε πάρει πέντε αστέρια από τον Ζήλο. Ο Ζήλος πάντα μας έβαζε πέντε αστεράκια.

Mε τον Albini πως προέκυψε τότε και σας έκανε την παραγωγή στο «Jet Lag»;

Δ.: Μας είχε παροτρύνει να τον κυνηγήσουμε ο Χρήστος ο Δασκαλόπουλος, γιατί ήξερε ότι ο Albini, παρόλο που έκανε παραγωγές σε ονόματα όπως οι Nirvana, οι Breeder και η P.J. Harvey, ήταν πρόθυμος να δουλέψει και με μικρές μπάντες. Έτσι, του στείλαμε μια κασέτα με μερικά κομμάτια. Πέρασαν μήνες και δεν είχε απαντήσει και κάποια μέρα που ήμασταν όλοι μαζί και είχαμε ήδη αρκετά κομμάτια τον ξαναπήραμε επιτόπου και μας απάντησε: «Ναι, σας θυμάμαι, μου αρέσατε πολύ. Πείτε στην εταιρεία σας να μου τηλεφωνήσει». Κι έτσι πήγαμε στο Σικάγο.

Δεν ζήτησε πολλά λεφτά ο Albini, δεδομένου ότι ήταν μεγάλο όνομα;

Β.: Ο ίδιος όχι. Απλώς ως πρότζεκτ κόστισε πολλά, λόγω των μεταφορικών, της διαμονής - ήταν και διπλό lp. Και μάλιστα, ενώ είχαμε κλείσει ξενοδοχείο, μείναμε μόλις δυο-τρεις νύχτες εκεί, γιατί, αφού περνούσαμε όλες τις μέρες στο στούντιο, καταλήξαμε να κοιμόμαστε στρωματσάδα εκεί που ηχογραφούσαμε, ανάμεσα στους ενισχυτές και τα τύμπανα.

Πώς και δεν το κυνηγήσατε να κάνετε κάτι στο εξωτερικό, εφόσον είχατε το πλεονέκτημα του ονόματος του Albini στην παραγωγή και η Hitch Hyke είχε πολλές επαφές με εταιρείες του εξωτερικό που τις διένειμε στην Ελλάδα;

Δ.: Όταν βγάλαμε το «Jet Lag», o Αιμίλιος της Hitch Hyke έκανε μια επαφή με τον Corey Rusk της Touch and Go, αλλά η απάντηση ήταν ότι ο δίσκος ήταν πολύ mainstream για τα δεδομένα της εταιρείας. Είχε λίγο πιο hardcore προφίλ τότε.

Στην ουσία η μπάντα δεν διαλύθηκε ποτέ. Ήταν απλώς ανενεργή τα τελευταία χρόνια;

Β.: Δεν ήταν ποτέ ανενεργή, κάναμε μόνο ένα-δυο λάιβ σε πολύ μικρούς χώρους. Πρόβες, όμως, δεν σταματήσαμε να κάνουμε ποτέ.

Στο μεσοδιάστημα τι κάνατε;

Δ.: Δουλεύαμε και οι τρεις (σ.σ. ο Κώστας, ο Βλάσης και ο Δημήτρης) ως αρχιτέκτονες.

Λ.: Εγώ είμαι οδοντοτεχνίτρια.

Χριστίνα: Εγώ έχω δυο δουλειές. Η μία έχει να κάνει με το γράψιμο ή άλλη με τη διδασκαλία μουσικής.

Θα πηγαίνατε σε πολυεθνική τότε στα ‘90s, όπως έκαναν οι Last Drive, oι Closer και οι Ziggy Was, ή φοβόσασταν πως θα σας βάλουν χέρι στο τελικό αποτέλεσμα;

K.: Αν δεν φοβόμασταν κάτι τέτοιο, θα πηγαίναμε. Δεν ήταν φόβος, ήταν βεβαιότητα.

Πόσα αντίτυπα έχουν πουλήσει οι δίσκοι σας;

Β.: Όσα έχουμε βγάλει έχουν πουληθεί, γιατί δεν υπάρχουν πουθενά τώρα. Αν λάβουμε υπόψιν ότι βγάζαμε περίπου τρεις χιλιάδες αντίτυπα σε κάθε δίσκο, θα πρέπει να έχουμε πουλήσει γύρω στους 15.000 συνολικά.

Aγγλία ή Αμερική;

Δ.: Στα ‘90s θα σου έλεγα απερίφραστα Αμερική, τώρα μάλλον Αμερική, αλλά δεν είμαι απόλυτος. Γενικά στα ‘90s δεν μπορούσα ν’ αντέξω την μουσική που έβγαζαν οι Άγγλοι. Ηλεκτρονική ναι. Κιθαριστική δεν μπορούσα ν’ ακούσω.

Ποια βιβλία κυκλοφορούσαν στην μπάντα;

Χ.: Δικοί μου αγαπημένοι συγγραφείς είναι ο Μπάροουζ, η Σώτη Τριανταφύλλου, η Εύη Λαμπροπούλου και η Άντζελα Δημητρακάκη.

Λ.: Τζόναθαν Κόου και Μουρακάμι, ενώ συχνά ξαναγυρίζω στους κλασικούς. Διάβαζα, ας πούμε, το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν.

Τάσος: Εμένα αγαπημένος μου Έλληνας συγγραφέας είναι ο Καζαντζάκης.

Στα ‘90s, εκτός από την αγγλόφωνη σκηνή που ήταν δυνατή στην Αθήνα, υπήρχε ταυτόχρονα και το rave. Βλέπατε τους ravers ως «εχθρούς» κατά κάποιον τρόπο;

Κ.: Αυτό το rave μας έχει καταστρέψει.

Γιατί;

Κ.: Δεν είναι δική μου ατάκα. Είναι ενός ηχολήπτη που του είχαν καεί οι κόρνες από ένα rave πάρτι που είχε και την επόμενη μέρα που πήγαμε από εκεί να πάρουμε ηχεία, είχε στραβώσει και πέταξε αυτή την ατάκα. Οπότε με είχε καλύψει πλήρως.

Τα παιδιά σου γουστάρουν Bokomolech;

Β.: Όποτε πούμε τι θ’ ακούσουμε, θα ζητήσουν αυτό. Δεν μπορούν ακόμη να ξεχωρίσουν άλμπουμ. Αλλά υπάρχουν τραγούδια που τους αρέσουν.

Είχατε παίξει και σε σημαντικές συναυλίες τότε ως support.

Δ.: Ναι, με τους Deus, τους Ζita Swoon, τον Steve Wynn και με την P.J. Harvey στον Λυκαβηττό.

Αυτό πως ήταν;

Δ.: Έτσι κι έτσι, γιατί είχαν ανακοινώσει ότι η συναυλία θα ξεκινήσει στις εννιάμισι κι έρχονται ξαφνικά οι διοργανωτές και μας λένε να βγούμε στις εννιά. Κι έτσι παίξαμε ενώ ο κόσμος ακόμα έμπαινε στο θέατρο. Ήταν λίγο αμήχανη στιγμή.

Β.: Το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και στο Rock of Gods και στα πρώτα Rockwave, που μας έβαζαν να παίζουμε πολύ νωρίς. Βέβαια, τότε εμείς ήμασταν σχετικά καινούργιοι και δεν είχαμε απαιτήσεις, μετά όμως σταματήσαμε να πηγαίνουμε, να το κυνηγάμε, ήταν και λίγο κοροϊδία. Έβγαινες πολύ χύμα, δεν μπορούσες να χρησιμοποιήσεις τον εξοπλισμό, την κονσόλα που θα έπαιζε μετά, μας έστελναν αλλά τύμπανα, άλλους ενισχυτές, σαν να ήμασταν παρακατιανοί.

Από συναυλίες που είχατε δει τότε στην Αθήνα, ποια σας είχε κάνει εντύπωση;

Δ.: Εγώ θα θυμάμαι πάντα τη συναυλία των Thin White Rope στο Ρόδον το 1992. Ήταν απίστευτη συναυλία, είχε φοβερή ένταση χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο σκηνικά, ήταν ακίνητοι σχεδόν, με προσήλωση στα όργανά τους κι έβλεπες να βγαίνει ιδρώτας από τις κιθάρες. Αυτό δεν το έχω ξαναδεί.

Λ.: Φοβερές συναυλίες ήταν και οι δύο εμφανίσεις των Godspeed στο Ρόδον και στο Gagarin, καθώς και αυτές των Pere Ubu και των American Μusic Club. Και οι Pixies ήταν τρομερή συναυλία που έκλεισε τη σεζόν στον Ρόδον το 1989, ενώ μάλιστα είχα μπει και τσάμπα, γιατί οι 20 πρώτες γυναίκες έμπαιναν τσάμπα.

Δ.: Και ο Βonnie Prince Billy, επίσης στο Ρόδον. Με ελάχιστο κόσμο από κάτω, με τους περισσότερους να κλαίνε.

Ο νέος δίσκος έχει κάποια ηχητική διαφοροποίηση από τους προηγούμενους;

Β.: Βασικά, έχουν μπει πλήκτρα που δεν υπήρχαν ποτέ σε προηγούμενα άλμπουμ μας.

Δ.: Ηχητικά ίσως είναι πιο κοντά στο «Slowburner» και στο «Xero». Στις πρόβες λέγαμε μεταξύ μας ότι τα κομμάτια μας θύμιζαν αρκετά τον ήχο του «Xero», υπάρχει μια πιο ποπ διάθεση με την ευρύτερη έννοια της μελωδικότητας, αλλά ταυτόχρονα έχει και κάτι από την πιο σκοτεινή διάθεση των τελευταίων κυκλοφοριών.

Λ.: Έχει αυτή την ατμόσφαιρα που είχε ο τελευταίος δίσκος της P.J. Harvey: μια υπόγεια ησυχία, ενώ υπάρχουν και το πιάνο και τα ηλεκτρονικά. Βγάζει μια μοναχικότητα, μια γλυκιά θλίψη, ενώ φλερτάρει με την ποπ.

Β.: Εγώ πιστεύω ότι ίσως μια διαφορά στο τελευταίο είναι πως η ένταση που υπάρχει δεν εκδηλώνεται τόσο άμεσα και τόσο εμφανώς ίσως όσο στο «Exit» και το «Jet Lag». Δηλαδή δεν πρόκειται για την ένταση που θα προκύψει από έναν ήχο, από μια ηλεκτρική κιθάρα, κάποιο ξέσπασμα, είναι πιο υποβόσκουσα. Παρόλο που το άλμπουμ είναι πιο μελωδικό από τα προηγούμενα, νομίζω δεν χάνει καθόλου σε ένταση και σε ατμόσφαιρα.