Οι άνθρωποι συχνά σκοτώνουν «δι’ ασήμαντον αφορμή». Συχνότερα σκοτώνουν από πάθος, για κάτι που αγαπούν μέχρι τρέλας. Δεν ξέρω αν τα βινύλια είναι «ασήμαντος αφορμή» ή τρέλα. Μπορεί να είναι και τα δύο.

Mε τι μουσικές και αναγνώσματα μεγαλώσατε και πώς αυτά σας επηρέασαν στη ζωή και τη μεταφραστική/ συγγραφική καριέρα σας;

Λόγω του δισκάδικου που άνοιξε ο πατέρας μου το 1970, μεγάλωσα με τη δυνατότητα ν’ ακούω τα πάντα: ροκ και σόουλ, μπλουζ μαύρα και λευκά, Χατζιδάκι και ρεμπέτικα, πολλή κλασική μουσική. Ωστόσο, οι πρώτες συνειδητές επιλογές μου ήταν ο Nιλ Γιανγκ και ο Πολ Σάιμον, ο Μπομπ Ντίλαν κι ο Woody Guthrie, οι Μπιτλς κι οι Who, οι δί- σκοι της Stax και της Sun, o Γ.Σ. Μπαχ κι ο Henry Purcell. Τα πρώτα αναγνώσματά μου ήταν ό,τι υπήρχε στην οικογενειακή βιβλιοθήκη: οι Ρώσοι κλασικοί (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ αλλά και Έρεμπουργκ), οι Έλληνες της γενιάς του ’30 (Καραγάτσης, Βενέζης, Τερζάκης), ο Tόμας Μαν κι ο Στέφαν Τσβάιχ. Σ’ αυτά προστέθηκε το ελληνικό pulp fiction της δεκαετίας του ’60, που υπήρχε άφθονο και από δεύτερο χέρι στα ψιλικατζίδικα: η «Μάσκα» και το «Μυστήριο». Εκεί ανακάλυψα τον Ρέιμοντ Τσάντλερ και τον Ντάσιελ Χάμετ, και πολλούς άλλους συγγραφείς του είδους, που σήμερα είναι μάλλον ξεχασμένοι: Rex Stout, Ellery Queen, Erle Stanley Gardner, James Chase και Ross McDonald. Την εποχή που διάβαζα για το πανεπιστήμιο, δανειζόμουν ένα βιβλίο την ημέρα από την Ελληνοαμερικανική Ένωση και χανόμουν στους κόσμους του Τζον Στάινμπεκ και του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, της Πατρίτσια Χάισμιθ, του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ και της Κάρσον ΜακΚάλερς. Τα αστυνομικά μυθιστορήματα σφράγισαν την αισθητική μου και μ’ έκαναν ν’ αγαπήσω τα ασπρόμαυρα φτηνά b-movies και τις ευρωπαϊκές απομιμήσεις τους. Και πιστεύω ότι αυτά, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, διαπνέονταν από τον ίδιο κώδικα ηθικής που ανακάλυψα αργότερα ακούγοντας τον Woody Guthrie, τον Phil Ochs και τους Clash. Αν βάλετε σ’ ένα μπλέντερ όλες αυτές τις μουσικές, τα βιβλία και τις ταινίες, θα καταλήξετε στο βιβλίο μου.

 

Διαβάζοντας τις επιλογές σας με τα καλύτερα του 2009 που είχατε αναρτήσει στο mic.gr, αντιλαμβάνομαι μια σαφή προτίμηση στον αμερικανικό φολκ ήχο. Τι το γοητευτικό βρίσκετε σ’ αυτόν και ποια είναι τα άλμπουμ κι οι καλλιτέχνες που σας έχουν στιγματίσει;

Πιστεύω ότι η ποπ/ροκ μουσική, υπό την ευρεία έννοια, προέρχεται από τη συνάντηση των μπλουζ με την country. Συνήθως, αναγνωρίζουμε τη σημασία των μπλουζ, αλλά παραγνωρίζουμε τη συνεισφορά της country στη δημιουργία και την εξέλιξη του ροκ εν ρολ. Είναι αλήθεια ότι αγαπώ την Americana και όποια μουσική κουβαλάει στοιχεία του western swing, του bluegrass και του Tex-Mex. Οι ήχοι αυτοί με γοητεύουν διότι εκφράζουν την «άλλη Αμερική», αυτή που δεν βλέπουμε στο σινεμά και την τηλεόραση, παρά μόνο σε ταινίες του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου (Τζον Σέιλς, Τζιμ Τζάρμους, Σαμ Σέπαρντ, Ντέμπρα Γκράνιτς, Τιμ Ρόμπινς). Εντούτοις, θα πρέπει να επισημάνω ότι στη συγκεκριμένη λίστα του mic είχα βάλει κι αρκετούς μαύρους μουσικούς που αγαπώ πολύ, από διαφορετικούς μουσικούς χώρους (Mulatu Astatke, Tony Allen, Lee Fields, Tinariwen).

 

Ποια βιβλία θα θέλατε πολύ να είχατε μεταφράσει και γιατί;

Οποιοδήποτε βιβλίο του Γκράχαμ Γκριν, διότι τον θεωρώ κορυφαίο Ευρωπαίο συγγραφέα του 20ού αιώνα. Και θα ήθελα να ξέρω ισπανικά για να μεταφράσω τον Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο II, ο οποίος συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την πολιτική με την αστυνομική ίντριγκα.

 

Tι είναι αυτό που σας συνδέει τόσο έντονα με τον Χόρνμπι, ώστε να έχετε κάνει τις περισσότερες από τις μεταφράσεις των βιβλίων του;

Με τον Χόρνμπι με συνδέει η εμμονή του για τη μουσική, τα βιβλία και το σινεμά. Το γεγονός ότι έχω κάνει τις περισσότερες μεταφράσεις των βιβλίων του οφείλεται, εκτός της δικής μου αγάπης, και στην οξυδέρκεια των εκδόσεων Πατάκη, που ξέρουν ότι τα βιβλία ενός συγγραφέα πρέπει να τα μεταφράζει ο ίδιος μεταφραστής. Ο Χόρνμπι είναι ο συγγραφέας που έβαλε σάουντρακ στα βιβλία του. Για τους ήρωές του, η τέχνη γενικά κι η μουσική ειδικότερα είναι μια καθημερινή ανάγκη, όπως το νερό και το φαγητό. Αυτό πιστεύω ότι τον έχει κάνει ιδιαίτερα αγαπητό σε πολύ κόσμο που νιώθει το ίδιο. Στους ανθρώπους για τους οποίους η μουσική δεν αποτελεί «χαλί» άλλων δραστηριοτήτων, αλλά μια γνήσια απόλαυση.

Aγκάθα Κρίστι, Νικ Χόρνμπι, Τζόναθαν Κόου, Ρέιμοντ Τσάντλερ. Υπάρχει κάποια κοινή συνιστώσα που σας γοητεύει στα βιβλία τους;

Θα έλεγα μάλλον ότι υπάρχει μια κοινή συνιστώσα που συνδέει τους 3 από τους 4 κάθε φορά. Η μουσική συνδέει τον Χόρνμπι με τον Κόου και τον Τσάντλερ. Το σασπένς την Κρίστι, τον Κόου και τον Τσάντλερ. Το βρετανικό φλέγμα την Κρίστι με τον Χόρνμπι και τον Κόου (ο Τσάντλερ, παρότι σπούδασε στην Αγγλία, είναι καθαρά Αμερικανός). Τελικά, ίσως το κοινό στοιχείο όλων τους είναι ότι ξέρουν πώς να διηγηθούν μια ιστορία.

 

Tι έχετε ανακαλύψει έχοντας μελετήσει τις ζωές τόσο σπουδαίων μουσικών;

Έχω ασχοληθεί με τον Ντίλαν και τον Λέοναρντ Κοέν, τους Μπιτλς και τους Clash, με τον Μπομπ Mάρλεϊ και τον Nικ Κέιβ, την πρώτη γενιά των δημιουργών του ροκ εν ρολ. Μ’ εντυπωσίασε η αγάπη του Ντίλαν για τα βιβλία. Όπως φαίνεται από την αυτοβιογραφία του, γνώριζε τον Φόκνερ, τον Mαρκ Τουέιν, τον Τζακ Κέρουακ, αλλά και τον Θουκυδίδη, τον Μπαλζάκ και τον Κόλεριτζ, για να αναφέρω λίγα παραδείγματα μόνο. Και, φυσικά, η αγάπη του για τις ρίζες της αμερικανικής μουσικής, κάτι που φαίνεται στις ραδιοφωνικές εκπομπές του. Το ίδιο ίσχυε και με τους Μπιτλς, οι οποίοι είχαν εντρυφήσει στον ήχο της Motown και στο ροκ εν ρολ, το doo-wop και τα girl groups, στην country και τη βρετανική ελαφριά ποπ. Ο Λένον αγαπούσε πολύ το διάβασμα, ο MακΚάρτνεϊ το θέατρο, τη ζωγραφική και το σινεμά. Οι Μπιτλς μού επιβεβαίωσαν κάτι που ακούγεται σαν κοινοτοπία, αλλά δεν είναι: στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Οι Clash πάτησαν με τη σειρά τους σε πολλές μουσικές παραδόσεις για να χτίσουν τον ήχο τους, πιο πολύ όμως με μάγεψε σ’ αυτούς ο βαθύς ανθρωπισμός του Joe Strummer. Και πιστεύω ότι η προσωπικότητα του Μπομπ Μάρλεϊ, η αυθεντική και απλοϊκή συμπόνια του για τους ανθρώπους, του χαρίζουν επάξια τον τίτλο του «λαϊκού αγίου». Ο Nικ Κέιβ στάθηκε αφορμή να ξανακούσω τα ηλεκτρικά μπλουζ κι ο Λέοναρντ Κοέν ν’ ανακαλύψω πως οι λέξεις έχουν τον δικό τους ήχο, που μπορεί να είναι ισάξιος της πιο μαγευτικής μουσικής. Τέλος, στους πρωτοπόρους του ροκ εν ρολ (Chuck Berry, Little Richard, Bo Diddley, Έλβις, Carl Perkins) διαπίστωσα πόσο εύκολο είναι να διαβρώσει η διασημότητα έναν ταλαντούχο μουσικό, όταν στερείται πολιτικής, ταξικής και κοινωνικής συνείδησης.

 

Τι είναι το «Για μια χούφτα βινύλια»;

Το Για μια χούφτα βινύλια είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στο κέντρο της Αθήνας, εκεί όπου κυκλοφορούμε όλοι καθημερινά. Πέρα, όμως, από την αστυνομική ίντριγκα, αναφέρεται στο τέλος του μικρού δισκάδικου, ή ίσως στο τέλος της μουσικής βιομηχανίας, όπως την ξέραμε ως τώρα. Και στην αδυνα- μία των ανθρώπων να προσαρμοστούν στις αμέτρητες αλλαγές που τους επιβάλλονται σε καθημερινή βάση.

 

Ποιο είναι το σάουντρακ του βιβλίου;

Το σάουντρακ του βιβλίου περιέχει Μπιτλς και Ντίλαν, Σπρίνγκστιν και Police, Λέοναρντ Κοέν και Travis, Creedence και Χαΐνηδες. Η επιλογή παλιάς μουσικής, κατά κύριο λόγο, δείχνει την προσκόλληση των ηρώων στο παρελθόν και την αδυναμία τους να ξεκολλήσουν απ’ αυτό. Πράγμα που αποτελεί και τη γοητεία τους, άλλωστε. Όπως προσέξατε, ο τίτλος παραπέμπει και στην Τριλογία των Δολαρίων του Σέρτζιο Λεόνε, και συγκεκριμένα στο Για μια χούφτα δολάρια. Δηλαδή, στα γουέστερν-σπαγγέτι της παιδικής μου ηλικίας, στα οποία οι ήρωες μάχονταν ακόμα κι όταν ήξεραν ότι ήταν χαμένοι. Ή, όπως λέει ο Λέοναρντ Κοέν, «Like a bird on the wire, like a drunk in some midnight choir, I have tried in my way to be free».

 

Είναι δυνατόν να σκοτώσει κάποιος για μια χούφτα βινύλια;

Οι άνθρωποι συχνά σκοτώνουν «δι’ ασήμαντον αφορμή», όπως ήταν ο τίτλος μιας παλιότερης ελληνικής ταινίας. Μόνο που ποτέ η αφορμή δεν είναι πράγματι ασήμαντη. Συχνότερα σκοτώνουν από πάθος, για κάτι που αγαπούν μέχρι τρέλας. Δεν ξέρω αν τα βινύλια είναι «ασήμαντος αφορμή» ή τρέλα. Μπορεί να είναι και τα δύο.

 

Μπορεί η Αθήνα να αποτελέσει το κατάλληλο μέρος για την πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος;

Η μεγαλούπολη είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου διαδραματίζεται το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο Γιάννης Μαρής έγραφε αστυνομικά βιβλία που εκτυλίσσονταν στην Αθήνα της δεκαετίας του ’50 και του ’60, μια εποχή που μας μοιάζει πολύ αθώα σήμερα. Στις μέρες μας η Αθήνα έχει γίνει μια πολυπολιτισμική μεγαλούπολη στην οποία συνωστίζονται Έλληνες και αλλοδαποί, και το έγκλημα έχει πάψει πια να έχει πατρίδα. Θα έλεγα ότι η Αθήνα είναι ιδανικό μέρος για να στεγάσει την πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.