Αυτό που κάνουμε στο Facebook δεν διαφέρει και πολύ από αυτό που κάνουμε στην καθημερινότητά μας. Ήταν απόλυτα αναγνωρίσιμο, όλοι λίγο πολύ έχουμε επιδοθεί σ’ αυτό, γι’ αυτό και το υιοθετήσαμε άμεσα.

«Τι να φάω; Ριζότο ή steak;». Όλοι οι παριστάμενοι στο μοναστηριακού τύπου τραπέζι στο Salon de Bricolage σπεύδουμε να τον πληροφορήσουμε ότι όλα είναι πολύ νόστιμα, ο σεφ Χάρης Παρτσινέβελος τού λέει ότι μπορεί να δοκιμάσει και τα δύο. «Θέλω σίγουρα να φάω κρέας με πατάτες τηγανητές» αναφωνεί, δίνοντας τέλος σ' αυτήν τη συζήτηση. Ο καθηγητής του Χάρβαντ Νίκολας Χρηστάκης, ένας από τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή σ' ολόκληρο τον κόσμο, είναι εξαιρετικά συμπαθητικός. Τον λες και ωραίο άντρα, αν και, στερεοτυπικά τουλάχιστον, η φυσιογνωμία του δεν θυμίζει τίποτα από τον τόπο της καταγωγής του, την Κρήτη, και τα σχεδόν άψογα ελληνικά του είναι σχεδόν παράταιρα πάνω του. Πάντως, χειρονομεί και μιλάει δυνατά ως Μεσογειακός. Του το επισημαίνω και σκάει στα γέλια.

Σίγουρα πρόκειται για την πιο πρωτότυπη δημοσιογραφική συνάντηση, αφού η συζήτησή μας γίνεται παρουσία όλων όσοι μοιράζονται το τραπέζι μας ως προσκεκλημένοι του Χρύσανθου Πανά. Η Αδριανή Ζουναλή που πήρε την πρωτοβουλία πρόσκλησής του κάθεται στη μία κεφαλή του τραπεζιού, δίπλα της εκ δεξιών το ζεύγος Δημήτρη Εφραίμογλου (του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού), απέναντι ο καθηγητής και δίπλα του εγώ. Ο Χρύσανθος Πανάς, πανταχού παρών, φροντίζει για τα πάντα, προσπαθώντας να διαχειριστεί τον κόσμο που επιθυμεί να γνωρίσει τον Νίκολας Χρηστάκη, εξασφαλίζοντας, παραλλήλως, τη ροή της συζήτησής μου μαζί του. Του δηλώνω ότι με εντυπωσιάζει η άνεσή του με τη γλώσσα. Πίστευα ότι θα ήμουν σε πλεονεκτική θέση επειδή έχω διαβάσει το βιβλίο του Συνδεδεμένοι στα αγγλικά, λίγους μήνες μετά που κυκλοφόρησε, μιας και κατά την προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ το όνομα του καθηγητή και ο χαρακτηρισμός του ως «γκουρού των κοινωνικών δικτύων» ακουγόταν παντού. Αν και ο ίδιος γεννηθηκε στις ΗΠΑ, ως παιδί επισκεπτόταν την Ελλάδα αρκετά συχνά και ιδιαίτερα τα καλοκαίρια. «Είχα καιρό να μιλήσω ελληνικά και μόλις πήρα την πρόσκληση τηλεφώνησα στον πατέρα μου. Ξέρετε, μου κάνει όλο παράπονα επειδή δεν του τηλεφωνώ όσο συχνά θα ήθελε». Γελάμε όλοι οι παριστάμενοι. «Η ελληνική οικογένεια!», του επισημαίνουμε. «Ναι! Ξέρω!Κάθε μέρα τηλέφωνο! Τέλος πάντων, μόλις κανόνισα το ταξίδι, του τηλεφώνησα και του ζήτησα να μιλάμε κάθε μέρα για να εξασκηθώ, κάπως, στη γλώσσα. Ε, το πιστεύετε ότι δεν τον πέτυχα ούτε μία φορά και βρέθηκα να μιλάω με τον τηλεφωνητή του;».

«Αυτή είναι η ελληνική οικογένεια, κύριε καθηγητά, σε αγαπάει μόνο με τους δικούς της όρους», του απαντώ. Χαμογελάει με νόημα και μου δίνει την ευκαιρία να περάσω στην πρώτη μου ερώτηση. «Αμφισβητώ όλη αυτήν τη μανία με την ευτυχία. Γιατί είναι τόσο σημαντικό να είμαστε ευτυχισμένοι, η ευτυχία έχει γίνει μια πλατφόρμα κατανάλωσης. Ας πούμε, τα βιβλία σας! Θα πούλαγαν τόσο πολύ;». Αντιδρά πολύ έντονα. «Α, όχι! Τι είναι αυτά που λέτε, το βιβλίο μου δεν είναι βιβλίο αυτοβοήθειας· ανθολογεί και παρουσιάζει, ίσως εκλαϊκευμενα, τις επιστημονικές παρατηρήσεις που κάναμε μετά από έρευνες ετών πάνω στα δίκτυα των ανθρώπων. Όσον αφορά την ευτυχία: η ευτυχία είναι ο συνδετικός κρίκος των κοινωνιών, είναι κάτι που δεν πρέπει να το ζείτε ενοχικά όταν το αισθάνεστε, χωρίς τα θετικά αισθήματα δεν υπάρχουν κοινωνίες» μου απαντά μ' ένα χαμόγελο. «Όμως θέλω να τονίσω ότι το βιβλίο μου δεν προσφέρει συνταγές ευτυχίας, απλώς επεξηγεί τους μηχανισμούς που συντηρούν και αναπαράγουν κοινωνικά μοντέλα» (ναι, έτσι τα λέει, στα ελληνικά, μάλιστα!). «Πάντως, πρέπει να παρατηρήσω», συνεχίζει, «ότι στην Ελλάδα μού κάνετε πολύ φιλοσοφημένες ερωτήσεις. Αντιμετωπίζετε τα θέματα βαθιά και υπαρξιακά. Ίσως στις ΗΠΑ η ευτυχία να συνίσταται σε όλα τα μικρά τα οποία χτίζουν την καθημερινότητα, τις μικρές χαρές. Εσείς, εδώ, διαπιστώνω ότι δίνετε στην ευτυχία υπαρξιακές διαστάσεις». Έχει δίκιο. Θέλω να του πω ότι η ελληνική κουλτούρα είναι διαποτισμένη από το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», πάνω στην οποία ο ορθόδοξη χαρμολύπη ήρθε και πάτησε εξαιρετικά στέρεα, αλλά μας διακόπτει μια δημοσιογράφος που δηλώνει και θαυμάστρια του καθηγητή.

Ας το ελαφρύνουμε λοιπόν. Παρατηρώ ότι είναι προφανές πως τα πιο δημοφιλη κομμάτια της θεωρίας του είναι αυτά που αφορούν το κάπνισμα, τον έλεγχο του βάρους, το δίκτυο ως όχημα κοινωνικής ανέλιξης. Αν το βάρος μας αλλά και οι συνήθειές μας εξαρτώνται από την παρέα μας, αυτό σημαίνει ότι καταργείται η ατομική βούληση και ότι η ελεύθερη επιλογή είναι μια πολιτική ουτοπία; «Κάθε άλλο! Η ελεύθερη βούληση δεν αναιρείται ούτε ως έννοια ούτε κατά την άσκησή της. Απλώς εμείς υποδεικνύουμε τους μηχανισμούς εκείνους που τίθενται σε λειτουργία κατά τη διαμόρφωση μιας άποψης, μιας γνώμης, μιας συνήθειας. Αν επιχειρήσετε να αποκοπείτε από την παρέα σας για να κόψετε το τσιγάρο, δεν θα καταφέρετε τίποτα. Θα γίνετε δυστυχισμένη και δεν είναι και σίγουρο ότι θα καταφέρετε να κόψετε το τσιγάρο. Αν ομως είστε υποψιασμένη για τον τρόπο που διατηρείτε κάποιες συνήθειες, τότε θα μπορέσετε να το διαχειριστείτε με μεγαλύτερη επιτυχία».

Τον ρωτάω για τον ρόλο της μόρφωσης σ' όλη αυτήν τη διαδικασία. «Α, η μόρφωση!», αναφωνεί. «Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Τα μορφωμένα άτομα είναι πιο δεκτικά στις επιρροές του δικτύου τους, αλλά ταυτόχρονα ασκούν και τα ίδια μεγαλύτερη επιρροή στο δίκτυο από άλλα άτομα που δεν διαθέτουν την ίδια μόρφωση. Κοιτάξτε, η μόρφωση, θεωρητικώς τουλάχιστον, σε κάνει πιο ανοιχτό στις απόψεις και τις εμπειρίες του άλλου, οπότε όλο αυτό makes sense». Στο μεταξύ, το τραπέζι έχει γεμίσει και η αλήθεια είναι πως είμαι εξαιρετικά κακή ομοτράπεζη. Δεν εγκαταλείπω την καρέκλα μου δίπλα από τον καθηγητή και δεν δίνω σημασία σε κανέναν άλλον. Θέλω να του μιλήσω λίγο για το διαδίκτυο. Του λέω ότι πάντα για μένα το διαδίκτυο ήταν η «πρωτοπορία που ειπώθηκε πολύ παλιά», όπως έχει πει και ο Σοστακόβιτς. Γελάει πάλι τρανταχτά. «Πολύ σωστό. Δεν είναι τυχαίο που τα διαδικτυακά δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, διαδόθηκαν ταχύτατα και είναι τόσο δημοφιλή. Ήρθαν και "κάθισαν" πάνω σε υπαρκτά ανθρώπινα δίκτυα. Αυτό που κάνουμε στο Facebook δεν διαφέρει και πολύ από αυτό που κάνουμε στην καθημερινότητά μας. Ήταν απόλυτα αναγνωρίσιμο, όλοι λίγο πολύ έχουμε επιδοθεί σ' αυτό, γι' αυτό και το υιοθετήσαμε άμεσα. Η ενεργοποίηση και του ψηφιακού δικτύου απαιτεί έναν βαθμό κοινωνικής δεξιότητας, δεν έχουν όλα τα άτομα τον ίδιο βαθμό δεξιότητας, γι' αυτό και η δικτύωση είτε στην πραγματική ζωή είτε στο διαδίκτυο δεν συνιστά από μόνη της πανάκεια».

Ακούω από τον κ. Πανά ότι από στιγμή σε στιγμή καταφθάνει στο χώρο ο Λάκης Λαζόπουλος, του λέω ότι η παρουσία του θα προκαλέσει αναταραχή, οπότε εγώ θα τον αφήσω να απολαύσει την μπριζόλα του και την παρέα του κ. Λαζόπουλου. Με κρατάει. «Μισό λεπτό, παρακαλώ». Βγάζει από το πορτοφόλι του μια business card, τη γυρίζει και γράφει σ' αυτήν τη διεύθυνση του σάιτ του. «Δεν ξέρω αν θέλετε να βάλετε ένα λινκ στο σάϊτ μου όταν γράψετε το κείμενο και το ανεβάσετε στο μπλογκ σας». Μένω άναυδη. Θα το έκανα έτσι κι αλλιώς βέβαια, αλλά μου προκαλεί τεράστια εντύπωση αυτό του το αίτημα. Μου φαίνεται αδύνατο να περιμένει από μένα επισκεψιμότητα. Σκάει στα γέλια. «Τι ιδέα! Δεν θέλω τα κλικ της επισκεψιμότητάς σας! Θέλω να συνδεθώ κι εγώ με το δίκτυο των ανθρώπων που σας διαβάζει. Να μου γράψετε σύντομα».

 

Ευχαριστώ πολύ τον κ. Χρύσανθο Πανά και τους ανθρώπους του Salon de Bricolage για τη φιλοξενία και όλες τις διευκολύνσεις που παρείχε για να γίνει εφικτή αυτή η συζήτηση.