Ο Ρίτσος είναι επαναστάτης, ακόμα και όταν στον οργασμό των δυο ανδρών αναφωνεί: «Ε, ωρέ ντουνιά, στην κορφή του κα...ιού μου σε σηκώνω... Χ...ω βαθιά σου! Νόημα σου δίνω, κόκκινο!».

Έχετε αρχίσει τις πρόβες στη Μικρή Επίδαυρο. Αναρωτιέμαι πώς λειτουργεί η παράσταση μέσα στο χώρο αυτό, ποια στοιχεία της αίφνης αναδεικνύονται διαφορετικά;

Στις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου γεννήθηκε ο Ρίτσος. Κάνοντας πρόβα στο μικρό Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, δίπλα στη θάλασσα που ύμνησε ο ποιητής, νιώθουμε τη Μονεμβασιά απλώς λίγο πιο νότια από εδώ που βρισκόμαστε. Ακριβώς πίσω από τη σκηνή το μικρό χωριάτικο σπιτάκι με τη φτωχιά αυλή παραπέμπει στο μικρόκοσμο της μάνας του Επιταφίου, οι κολόνες της αρχαίας σκηνής στην Ελένη, το γύρω τοπίο ολόκληρο με τα περβόλια από εσπεριδοειδή στο «Λεμονάκι μυρωδάτο» από το συγκλονιστικό Ίσως να 'ναι κι έτσι. Κι αναφέρθηκα μόνο σε τρία από τα 10 έργα του Ρίτσου που πλαισιώνουν το αυτοβιογραφικό Τερατώδες αριστούργημα στην παράστασή μας.

Πώς προέκυψε η ιδέα του πλατό ως σκηνικού; Σας ενδιαφέρει να τονιστεί το γεγονός ότι ως κοινό ουσιαστικά υπήρξαμε θεατές ενός μόνο μέρους της ζωής του Ρίτσου, της αριστερής έκφρασης;

Όχι. Απλώς η ιδέα του πλατό και η αναφορά σε μια θεατρική σκηνή μάς χαρίζεται από τον ίδιο τον ποιητή, που, λίγο πριν την ερωτική συνεύρεση δυο ανδρών, γράφει στο «Ανταλλαγές και διασταυρώσεις» από το Ίσως να 'ναι κι έτσι ότι τα πάντα συνωστίζονται να χωρέσουν στο σύμπαν του «να μπουκάρουν στο θέατρο... να πλησιάσουν το μεγάλο φακό του τηλεοπτικού συνεργείου, ν' απαθανατιστούν».

Το Τερατώδες αριστούργημα είναι ένα κείμενο με ρωγμές. Ποιες από αυτές επιλέξατε να ανασύρετε για την παράσταση;

Από τις πιο «σπαρακτικές» ρωγμές εισχωρούν στο ποίημα οι ήρωες της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας του Ρίτσου, τα άλλα έργα του, αλλοτινά και μελλοντικά... Ο χρόνος στο έργο αυτό έχει μια μεταφυσική δυναμική. Επί παραδείγματι, ο ποιητής κάπου λέει για τη μητέρα του, που την έχασε μικρός «η μάνα μου κρατούσε στα χλωμά της χέρια ένα μπουκέτο μενεξέδες και προσεύχονταν στα ποιήματα που επρόκειτο να γράψω».

Φοβάστε πιθανές αντιδράσεις για τις ερωτικές σκηνές και αναφορές της παράστασης, όχι τόσο σε σχέση με τη λεγόμενη ιερότητα του χώρου όσο σε σχέση με την εικόνα που έχει καλλιεργηθεί, κυρίως από την Αριστερά, για το «στρατευμένο ποιητή»;

Όχι, δεν φοβάμαι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν περιμένω αρνητικές αντιδράσεις. Στους «ιερούς» χώρους των αρχαίων θεάτρων έχουμε ακούσει σε άπειρες σκηνές του Αριστοφάνη τόσα και τόσα για πέη και εφηβαία! Η σύγχρονη φωνή του Ρίτσου θα μας ενοχλήσει; Όσο για την Αριστερά, καιρός να αντιληφθεί ότι κανένας ποιητής δεν μπορεί να λογοκρίνεται διά της αποσιωπήσεως έργων του, και μάλιστα δημοσιευμένων από τον ίδιο όσο ζούσε. Η ποίηση δεν είναι κτήμα καμιάς Αριστεράς ή Δεξιάς. Ο Ρίτσος είναι επαναστάτης, ακόμα και όταν στον οργασμό των δυο ανδρών αναφωνεί «Ε, ωρέ ντουνιά, στην κορφή του κα...ιού μου σε σηκώνω... Χ...ω βαθιά σου! Νόημα σου δίνω, κόκκινο!». Το κόκκινο της επανάστασης περνάει μέσα από την ελεύθερη ερωτική έκφραση που η Αριστερά της γενιάς του Ρίτσου -και όχι μόνον- θεωρεί ως σύμπτωμα σήψης της αστικής τάξης!

Γιατί η παράσταση είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους;

Ας μαντέψουμε από τα αποσιωπητικά στις προηγούμενες φράσεις που θ' ακουστούν αλογόκριτες στην παράσταση.

Η εικόνα ήταν θέμα μεγάλης σημασίας για τον Ρίτσο. Φυσικά και η δική του εικόνα. Πώς θα αποτυπώσετε σωματικά και επικοινωνιακά τη φιγούρα του στη σκηνή;

Εμπνεόμενοι από την εικόνα του, αλλά όχι επιδιώκοντας τη μίμησή της.

Ποιο ήταν το συγκλονιστικότερο στοιχείο που ανακαλύψατε προσωπικά από την ενασχόλησή σας με το Τερατώδες αριστούργημα;

Το «πιραντελικό» στοιχείο, η εμμονή του Ρίτσου στη σχέση του δημιουργού με τα δημιουργήματά του. Η λατρεία του για τους ήρωές του και τις ηρωίδες του, η αγωνία του μήπως και δεν μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους.

Το κείμενο αρχίζει με τη λέξη Μόνος...

Πώς να μην είναι μόνος, όταν εχθροί και σύντροφοι αποσιωπούν εκ των πραγμάτων, για να μην πω λογοκρίνουν συνειδητά, μια από τις κορυφαίες συνιστώσες του έργου και της προσωπικότητάς του; Οι τρεις λέξεις που συνοψίζουν όλο τον Ρίτσο προκύπτουν μέσα από ένα σύνθημα στην «Γκραγκάντα» (1972), το «Ψωμί, Ελευθερία, Έρωτας!».

Γιατί, εν τέλει, επιλέξατε το Τερατώδες αριστούργημα;

Γιατί ό,τι με συνεπαίρνει περισσότερο σε ένα δημιουργό είναι η εκ βαθέων εξομολόγησή του σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς την ανάγκη του να ταυτιστεί με κάποιον ήρωα άλλο από τον εαυτό του και χωρίς το φόβο της κατακραυγής.

Τι διαβάζατε, ποιες ταινίες παρακολουθούσατε την εποχή που ετοιμάζατε την παράσταση; Ποιοι είναι οι διανοητικοί συνοδοιπόροι σας στην παράσταση;

Διάβαζα συνέχεια Ρίτσο και κείμενα για τον Ρίτσο. Είναι τόσα αυτά που έχει γράψει, και που έχουν γραφτεί για το έργο του, που δεν χωρούσε τίποτε άλλο στο χρόνο μου. Συνοδοιπόροι μου ήταν οι συνεργάτες μου. Μακρινός μου φάρος η Χρύσα Προκοπάκη και κοντινή μας φλόγα η Έρη Ρίτσου.

Τι σας φοβίζει στο Τερατώδες αριστούργημα;

Ότι μπορεί να με στοιχειώσει, όπως κι ολόκληρο το έργο του Ρίτσου, ειδικά τα ύστερα πεζά του. Τόσο που, στιγμές στιγμές, σκέφτομαι να τα μεταφέρω στον κινηματογράφο.