Το mainstream είναι παντού το ίδιο. Στο Λονδίνο και στο Βερολίνο επηρεάζει ακόμα πιο πολύ απ' ό,τι στην Αθήνα.

Ο Βασίλης Κουλιγκάς έφυγε από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 2005 για σπουδές στο Λονδίνο. Από τότε ζει και δουλεύει εκεί και στο Βερολίνο, έχει κυκλοφορήσει ένα σωρό δίσκους σε ξένες εταιρείες, έχει συνεργαστεί με ονόματα πρωτοποριακά, έχει παίξει σε μεγάλα φεστιβάλ, έχει περιοδεύσει σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα ξημερώματα του Σαββάτου εμφανίζεται στο Αμφιθέατρο της Τεχνόπολης και αυτή είναι μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Μίλησέ μου για το μουσικό σου background.

Ξεκίνησα με τη μουσική ως ντράμερ, το 1996. Αρχικά και για αρκετά χρόνια έπαιξα σε διάφορα hardcore punk συγκροτήματα και κατόπιν σε οτιδήποτε άλλο προέκυπτε και μου ταίριαζε ηχητικά την εκάστοτε περίοδο. Όλα ήταν ένα σύνολο πολύ πρωτόγνωρων και έντονων καταστάσεων, που δημιούργησαν μια τρελή όρεξη για την ενασχόληση με τη μουσική.

Έχεις συνεργαστεί με πολλούς ξένους καλλιτέχνες. Με ποια κριτήρια επιλέγεις τις συνεργασίες σου;

Η φύση της πειραματικής μουσικής προσφέρει μια ελευθερία στη σκέψη και παράλληλα στην έκφραση. Αυτό δίνει και την ευκαιρία να συνεργάζεσαι συνεχώς με μουσικούς διαφορετικής ηλικίας, είδους μουσικής κ.λπ. Από τις πιο ωραίες συνεργασίες, σε επίπεδο φιλίας και επικοινωνίας, είναι σίγουρα η πολύχρονη σχέση μου με τον Joke Lanz-Sudden Infant. Έχουμε κάνει ήδη αρκετές συναυλίες μαζί και μια περιοδεία το 2006 μαζί με Prurient, Monotract και Aaron Dilloway, καθώς και δύο κυκλοφορίες. Ο Joke είναι από τους πιο ωραίους και ψυχικά καθαρούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, και κάθε μουσική συναναστροφή μεταξύ μας μάς φέρνει όλο και πιο κοντά. Με τον Chris Corsano (Björk, Sonic Youth, Sunburned Hand, Jim O' Rourke), σε ένα live στο Bios πριν χρόνια, ήταν πολύ καλά. Είναι από τους πολύ αγαπημένους μου μουσικούς και είμαι πολύ χαρούμενος γι' αυτήν τη σύμπραξη. Επίσης, με τον κολλητό μου Pete από τους Magik Markers, έχουμε παίξει πάρα πολλές φορές μαζί και έχουμε πολλές ώρες με ηχογραφήσεις. Άλλες καλές συνεργασίες μου είναι με τους: Anla Courtis (Reynols), Ashtray Navigations, No Neck Blues Band, Mark Dungan και την Karen Constance από Blood Stereo. Δεν υπάρχει κάποιο κριτήριο επιλογής. Το βασικό συστατικό είναι η φιλία και η επικοινωνία, τα άλλα έρχονται μόνα τους.

Ετοιμάζεσαι να εμφανιστείς στο No Fun Festival στη Σουηδία. Πόσο σημαντική εμπειρία είναι για σένα αυτές οι εμφανίσεις και η γνωριμία με όλους αυτούς τους μουσικούς; Πόσο σε έχουν αλλάξει;

Το πιο βασικό απ' όλα είναι η συνεχόμενη επαφή και τριβή με τους άλλους μουσικούς, κάτι που λείπει πάρα πολύ από την Αθήνα, δυστυχώς. Στο σημείο που βρίσκεται, η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη για να περνάνε όλα τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά περιοδεύοντα συγκροτήματα. Γίνονται συνεχώς προσπάθειες, αλλά δεν είναι αρκετές για να μπει η Αθήνα στον πολιτισμικό χάρτη. Δυστυχώς, δεν υπάρχει η κατάλληλη στήριξη από τον κόσμο αλλά και πολύ περισσότερο η οικονομική. Συνεπώς, κανένα από όλα αυτά τα γκρουπ δεν μπορεί να έρθει να παίξει στην Αθήνα. Επομένως, και το κοινό χάνει το ενδιαφέρον του, ο Έλληνας μουσικός δεν έχει μέτρο σύγκρισης, επιρροής και αλληλεπίδρασης και όλα γίνονται ένας φαύλος κύκλος. Τα δισκοπωλεία σταματάνε να πουλάνε δίσκους, καταφεύγουν στην εύκολη λύση της οποιασδήποτε περιστασιακής δυνατότητας εντός συνόρων και πάει λέγοντας. Με τα περισσότερα συγκροτήματα από το No Fun έχουμε παίξει αρκετές φορές μαζί και έχω προσωπική σχέση χρόνια τώρα. Αυτό είναι πολύ ωραίο και σημαντικό, δηλαδή ο τρόπος που αλληλοστηρίζονται οι προσπάθειες όλων και μετά από καιρό πάλι καταλήγουμε στον ίδιο προορισμό, άλλοι πολύ πιο underground, άλλοι πολύ πιο δημοφιλείς. Δεν έχει σημασία το πνεύμα του φεστιβάλ, έχει απλά άλλο χαρακτήρα, και ας υποστηρίζουν μερικοί το αντίθετο. Έχει βοηθήσει και συνεχίζει να βοηθάει τη μουσική σκηνή να είναι συγκεντρωμένη και να κρατάει αυτό τον ενθουσιασμό που τη διακατέχει.

Με τι άλλο ασχολείσαι εκτός απ' τη μουσική; Πες μου κάτι που θα ήθελες να ξέρει κάποιος για σένα.

Είμαι freelance γραφίστας - πολύ χρήμα σου λέω! Σχεδιάζω, επίσης, ένα νέο μουσικό περιοδικό με έδρα σε Αμερική και Αγγλία. Θα είναι πολύ μεγάλη παραγωγή, κάτι αντίστοιχο του «Wire», μόνο που θα εστιάζει πιο πολύ στο underground και όχι τόσο στον ακαδημαϊσμό και τη χορευτική μουσική. Είναι μια πολύ φιλότιμη και ανεξάρτητη προσπάθεια, με συντάκτες ανθρώπους όπως οι GX Jupiter Larsen (The Haters), Spencer Yeh (Burning Star Core), John Olson (Wolf Eyes), κ.λπ.

Στο τελευταίο «Wire» έχουν κάνει μια πολύ καλή παρουσίαση του δίσκου σου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό, εκτός από ηθική ικανοποίηση; Υπάρχουν πια έντυπα που επηρεάζουν;

Κανένα έντυπο δεν με επηρεάζει σε κανένα βαθμό. Τα καλά σχόλια είναι θετικά και τα κακά ακόμα πιο σημαντικά, εφόσον είναι καλοπροαίρετα και όχι κομπλεξισμοί. Λίγη σημασία έχει η αναφορά στο «Wire», γιατί στη μουσική με την οποία ασχολούμαι το κοινό είναι πολύ πιο μικρό και πολύ πιο υποψιασμένο. Για να κατανοήσεις και να εντρυφήσεις σε αυτές τις μουσικές θέλει πολύ όρεξη και ψάξιμο. Δεν πρόκειται λοιπόν κανένα έντυπο να σε καθοδηγήσει, παρά μόνο οι αισθητικές σου αναφορές.

Παρακολουθώντας το ελληνικό Myspace και τις online κυκλοφορίες, διαπιστώνεις ότι υπάρχει πολύς κόσμος που ασχολείται με μουσική που δεν θα τολμούσε να κυκλοφορήσει ποτέ μια ελληνική εταιρεία. Ποιο νομίζεις ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα και όλα αυτά παραμένουν «κρυφά»;

Τίποτα δεν παραμένει «κρυφό». Το Ίντερνετ είναι τόσο δυνατό που έχει κυριέψει ακόμα και τις πολυεθνικές εταιρείες. Έχεις πλέον πρόσβαση στα πάντα και δεν έχεις ανάγκη ούτε να πληρώσεις, ούτε να κυνηγήσεις το άφθαστο για να ενημερωθείς. Το μεγάλο πρόβλημα με τις ελληνικές δισκογραφικές είναι κυρίως με τους ανθρώπους που δουλεύουν σε αυτές και τα αισθητικά τους κριτήρια. Δεν υπάρχει συσπειρωμένη μουσική σκηνή ώστε ο κάθε τύπος με εταιρεία να δει κάποια κίνηση και να στηρίξει την οποιαδήποτε προσπάθεια. Όλα ακόμα λειτουργούν στο επίπεδο ποιος είναι πιο μεγάλος καλλιτέχνης και ποιος είναι πιο heavy rock από τον άλλο. Καμιά αλληλεπίδραση μεταξύ των συγκροτημάτων, ανεξάρτητα από το είδος. Στον τομέα της πειραματικής μουσικής φαίνεται ακόμα περισσότερο, όταν η μουσική από μόνη της είναι outsider. Υπάρχουν απλά άνθρωποι που παραμένουν ενεργοί και σιωπηλοί και συνεχίζουν μια μοναχική πορεία, κάνοντας αυτό που αγαπούν. Τρανό παράδειγμα ο Νικόλας Μαλεβίτσης με την εταιρεία Absurd, που έχει κλείσει ήδη δεκαπέντε ενεργά χρόνια και έχει κυκλοφορήσει δεκάδες σημαντικούς δίσκους, ελληνικούς και μη. Αυτό πρέπει να γίνει το καλύτερο παράδειγμα για όσους νομίζουν ότι από τη μια μέρα στην άλλη όλα είναι εφικτά. Τίποτα και όλα μπορεί να γίνουν, αρκεί να υπάρχει όρεξη, σωστή χρήση των καταστάσεων και γνώση του πού κατευθύνονται. Μπορεί να μη σημαίνει απαραιτήτως λαμπρή καριέρα, αλλά, στην τελική, τι σημαίνει καριέρα; Τα πάντα γίνονται για να γεμίζουν μια μικρή καθημερινότητα.

Είναι μεγαλύτερο το ποσοστό του κοινού που ασχολείται με πειραματική μουσική έξω; Πόσο διαφορετικό είναι το καθεστώς στα live;

Το ποσοστό που ασχολείται με αυτήν τη μουσική δεν είναι πουθενά τεράστιο. Σε μεγάλο βαθμό είναι αρκετά μεγαλύτερο από το ανύπαρκτο της Ελλάδας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έχουν γνώση και είναι πιο υποψιασμένο ως προς το τι είναι πειραματική μουσική. Σίγουρα, με όλα αυτά τα γκρουπ που έκαναν κάπως πιο ποπ καριέρα όλα αυτά τα χρόνια (βλέπε Black Dice, Gang Gang Dance, Wolf Eyes, Fennesz κ.λπ.), το κοινό ήρθε πιο κοντά στο underground κι άρχισε να ψάχνεται και σε πιο δύσβατα ηχητικά μονοπάτια. Μόνο θετικό το βρίσκω αυτό. Από εκεί που για χρόνια το κοινό ήταν μόνο ειδήμονες και ακαδημαϊκοί σνομπ τύποι, μπλέχτηκαν αρκετοί, νέοι και μη, με πραγματική όρεξη και καθαρό μυαλό, και έγινε πολύ μεγάλη ανασυγκρότηση. Νέες πειραματικές σκηνές δημιουργήθηκαν, μπασταρδεμένα είδη και πιο συσπειρωμένο κοινό. Έτσι ξεκίνησαν και τα συγκροτήματα να περιοδεύουν πιο πολύ και να παίζουν σε πόλεις και κράτη που κανείς δεν φανταζόταν. Υπάρχουν πλέον παντού μικροί και μεγάλοι χώροι που φιλοξενούν καθημερινά live και έχεις τη δυνατότητα να έρθεις σε επαφή με όλο και περισσότερο κόσμο.

Έχεις ζήσει την κατάσταση στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στο Βερολίνο. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα απ' ό,τι στην Αθήνα, όσον αφορά τη μουσική που δεν είναι mainstream;

Είναι η μέρα με τη νύχτα όσον αφορά τον τομέα της εξουσίας και επιρροής που το mainstream ασκεί στον κόσμο. Το mainstream είναι παντού το ίδιο, και συγκεκριμένα στο Λονδίνο και στο Βερολίνο επηρεάζει ακόμα πιο πολύ απ' αυτό της Αθήνας. Η εμπορική του δύναμη και η σημασία του στον οικονομικό τομέα είναι τεράστιες και στις δυο αυτές μεγαλουπόλεις. Όταν π.χ. μια πόλη έχει για παράδοση τον Lennon, μπορείς να καταλάβεις ότι το κράτος από μόνο του σε ωθεί να παράγεις μουσική. Οποιονδήποτε σκοπό κι αν έχει αυτό, σίγουρα αποφέρει και μια παράδοση εκατοντάδων χρόνων συλλογικής, πολιτισμικής ιστορίας. Σημαίνει ότι η πόλη από μόνη της σηκώνει ένα πολύ μεγάλο φορτίο που προσφέρει τη δυνατότητα της μετάδοσης και γνώσης της καλλιτεχνικής ιστορίας σε πιο δομημένο αποτέλεσμα και όχι μόνο μέσω βιβλίων και εικόνων. Δυστυχώς, στην Αθήνα ακόμα όλα τα παρακολουθείς με κιάλια. Είναι σαν μια φούσκα έξω από την πραγματικότητα, όπου όλα ενθουσιάζουν και φαίνονται φανταστικά. Όλα είναι σε μια λογική υπέρβασης και μη πραγματικού, που όμως δεν ισχύει σε κανένα επίπεδο.

Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σου;

Να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου γιατί πετάω σε λίγες ώρες, να ποτίσω τα λουλούδια, να χαιρετήσω το φίλο μου Kouhei που φεύγει για Ιαπωνία. Γενικότερα, τελειώνω αυτές τις μέρες άλλη μια φουρνιά από βινύλια στην εταιρεία, που θα κυκλοφορήσουν στις 25 Ιουνίου. Τελειώνω επίσης δύο full length Family Battle Snake κυκλοφορίες, που θα βγουν από τη Harbinger Sound και την Bo'Waevil το Σεπτέμβρη-Οκτώβρη. Νέα τελείως κατεύθυνση, πιο δύσπεπτη θα έλεγα: tape loops, electronics, analog synths, που φέρνουν στο νου την πρώιμη industrial κασετοκουλτούρα και ηλεκτρονική ψυχεδέλεια. Τον Ιούλιο ηχογραφώ στο Λονδίνο ένα δίσκο με τον Steve Noble στα drums. Είναι ένα μείγμα τρελαμένης music concrete, free jazz και αφρικανικής ψυχεδέλειας.

Τι θα παρουσιάσεις στο Synch; Τι να περιμένουμε;

Acid στο στυλ του Franz Zwarties. Όλα τα live είναι 100% αυτοσχεδιαστικά. Αυτό κρατάει και το ενδιαφέρον μου συνεχώς σταθερό. Ποτέ δεν ξέρω τι θα προκύψει, πάντα ξεκινάω με διαφορετικό set up και αποδομώ τους ήχους. Ίδωμεν...