Σε βαθιά νερά καταδύθηκε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανεβάζοντας τις Τρωάδες του Ευριπίδη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Αφενός ο συγκεκριμένος κλειστός χώρος εγκλώβισε την παράσταση στην αστική αισθητική του. Αφετέρου η σκηνοθεσία αμφιταλαντεύθηκε ανάμεσα σε μια ορθόδοξη και μια πιο σύγχρονη δραματική γλώσσα.Κατ' επέκταση, αυτός ο διχασμός δημιούργησε σύγχυση, καθώς τα πρόσωπα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, κινήθηκαν ερμηνευτικά πάνω σε οικείους κώδικες, γειώνοντας την τραγωδία στο σήμερα, ενώ τόσο ο Χορός όσο και η Λυδία Κονιόρδου ακολούθησαν την κλασική οδό.

Και ναι μεν η Κονιόρδου αντιμετώπισε την πρόκληση με τη θηριώδη τεχνική της, δίνοντας μια συγκλονιστική Εκάβη, οι περισσότεροι ηθοποιοί, όμως, χάνοντας τον προσανατολισμό τους, έμοιαζαν να προέρχονται -και δεν είναι βέβαια δικό τους το λάθος- από άλλο έργο. Σε ανάλογη παγίδα έπεσε το εικαστικό μέρος της παράστασης (Άγγελος Μέντης). Το αφαιρετικό σκηνικό και τα σύγχρονα κοστούμια των ηρώων δεν μπόρεσαν να συμβαδίσουν με την κλασικότροπα πένθιμη ομοιομορφία των Τρωάδων.

Από τη μια, λοιπόν, είδαμε μια Εκάβη πάνω απ' όλα βασίλισσα, «... όχι γιατί φόρεσε ένα στέμμα, αλλά γιατί νοιάζεται για το συλλογικό καλό και το μέλλον. Και βλέπει μπροστά της να γκρεμίζονται τα ίδια της τα παιδιά, η ίδια της η πόλη».

Από την άλλη είδαμε έναν Μενέλαο-καρικατούρα (Μιχάλης Οικονόμου), μια γελοιογραφική εκδοχή της Ελένης (Αμαλία Τσεκούρα), έναν ισοπεδωμένο Ταλθύβιο (Γιάννης Τσορτέκης), και απομυθοποιημένους θεούς ( Ποσειδώνας-Αθηνά) από τον Ορέστη Ζιόβα και την Ιωάννα Κανελλοπούλου αντίστοιχα.

Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιες εξαιρέσεις. Όπως η Μαρία Κίτσου που έδωσε πολιτική χροιά στην Κασσάνδρα και γέμισε τις λέξεις με ρωγμές αλλοφροσύνης, φόβου και πόνου αλλά και η Μαρία Καλλιμάνη με τη συγκροτημένη Ανδρομάχη της. Ακόμη και ο Χορός, παρότι δέσμιος ενός παλλαϊκού λυρισμού, χάρη στην ενδιαφέρουσα κινησιολογία  της Αγγελικής Στελλάτου και τις φωνητικές του ικανότητες, κατάφερε να βρει σημείο επαφής, αναδεικνύοντας την έξοχη μουσική του Τάκη Φαραζή (έναν συνδυασμό από νέες συνθέσεις και πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια).

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, μετά την παράσταση της ευριπίδειας τραγωδίας στην Αλβανία, επεξεργάστηκε εκ νέου το έργο, επικεντρώνοντας την ανάγνωσή του σε εκείνες τις πτυχές που ανασύρουν νεοελληνικές μνήμες. Έχοντας την αρωγή της γερής μετάφρασης του Παντελή Μπουκάλα, επεδίωξε να φωτίσει θέματα που, δυστυχώς, είναι επίκαιρα από την εποχή του Τρωικού Πολέμου μέχρι σήμερα. Η φρίκη του πολέμου, η προσφυγιά, η απελπισία του άμαχου πληθυσμού και η αξιοπρέπεια των ηττημένων αποτελούν στην Ιστορία μας -και όχι μόνο- κοινό λόγο και τόπο.