Η Κάρμεν Ρουγγέρη και οι συνεργάτες της παρουσιάζουν ένα μουσικό έργο, βασισμένο στο πασίγνωστο παραμύθι των αδελφών Γκρίμ, «Χένσελ και Γκρέτελ». Το παραμύθι αυτό μεταμορφώνεται, διασκευάζεται και παρουσιάζεται ως μια παράσταση που «μιλάει για την μανία των παιδιών να κοροϊδεύουν».

 

Η υπόθεση

Τα πολύ παλιά χρόνια τότε που υπήρχαν ακόμη στον κόσμο μάγισσες κακές και νεραΐδες καλές, ζούσαν βαθιά μέσα στο δάσος σ’ ένα φτωχικό μα πολύ χαριτωμένο σπιτάκι ο μικρός Χένσελ και η μικρή Γκρέτελ.

 

Τα δυο παιδιά ζούσαν με τον πατέρα τους, τον κυρ-Πέτρο τον σκουπά, και την μητέρα τους, την καλή αλλά πολύ φωνακλού γυναίκα του. Οι καημένοι ήταν πολύ φτωχοί. Κάποιες φορές δεν είχαν παρά σκέτη νερόσουπα στο τραπέζι τους για φαγητό και άλλοτε μόνο ένα κανάτι γάλα. Βέβαια τα παιδιά με το παιχνίδι ξεχνούσαν την πείνα τους.

 

Μια μέρα, εκεί που έπαιζαν μέσα στο σπίτι, έχυσαν κατά λάθος το γάλα που είχε κρατήσει η μαμά μέσα στο φανάρι. -Τι κάνατε; Χύσατε το γάλα; Τώρα πως θα σας φτιάξω ρυζόγαλο; Είπε κλαίγοντας  η μαμά. Τα δυο παιδιά για να την καλοπιάσουν και να απαλύνουν την στεναχώρια της φεύγουν κρυφά να πάνε στο δάσος να μαζέψουν φράουλες.

 

Εκεί θα συναντήσουν λουλούδια που χορεύουν, πουλιά που τραγουδούν, άλλα παραμυθένια πλάσματα του δάσους, και τέλος ένα νάνο, τον οποίον και θα κοροϊδέψουν κάνοντάς τον να θυμώσει πολύ. -Θα δείτε τι θα πάθετε! Απειλεί  τότε εκείνος  και εξαφανίζεται.

 

Εν τω μεταξύ η ώρα περνάει, το σκοτάδι πέφτει, τα παιδιά χάνουν τον δρόμο και δεν μπορούν πια να γυρίσουν στο σπίτι τους. Τρεις καλές νεραΐδες αναλαμβάνουν να τα προστατέψουν μέχρι να έρθει το πρωί. Όταν ξυπνήσουν θα δουν μπροστά τους ένα καραμελόσπιτο. Ο φράχτης του είναι φτιαγμένος από παιδάκια-μπισκότα και ο κήπος του είναι γεμάτος λιχουδιές. Τα παιδιά χαρούμενα  κόβουν κομμάτια από το παράξενο αυτό σπίτι και αρχίζουν να τρώνε.