"Ο Γιος μου Νικόλαος Μάντζαρος" είναι ο πρώτος από τους επτά Μονολόγους που θα παρουσιαστούν τη νέα θεατρική περίοδο στον Πολυχώρο Vault, με αφορμή το θεατρικό project "Ο Γιος μου...". Επτά σκηνοθέτες ετοιμάζουν επτά παραστάσεις, στηριγμένες πάνω σε επτά βιογραφίες. Επτά μάνες μιλάνε για τους γιους τους. Επτά γυναίκες ηθοποιοί θα παρουσιάσουν επτά μονολόγους απλών γυναικών που μιλάνε για τα παιδιά τους, που εμείς γνωρίσαμε ως άντρες σπουδαίους και διακεκριμένους, που έλαμψαν με την προσωπικότητα, το έργο, την ευφυΐα, το ταλέντο, την τέχνη ή την επιστήμη τους (Καβάφης, Μάντζαρος, Σολωμός, Συγγρός, Μακρυγιάννης, Ψυχάρης, Μέγας Αλέξανδρος). Επτά σημαντικοί άντρες του παρελθόντος που η ζωή και το έργο τους παραμένει ακόμα πηγή έμπνευσης για τους σύγχρονους, μέσα από μια γυναικεία ματιά.

 

Η υπόθεση

Η Ρεγγίνα Μάντζαρου μητέρα του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου συνθέτη του Εθνικού Ύμνου, μας οδηγεί σε μονοπάτια γεμάτα φωτιά. Πάνω στο ηφαίστειο της Γαλλικής και της Ελληνικής επανάστασης. Βρισκόμαστε στην Κέρκυρα, πρωτεύουσα των Ιονίων νήσων όπου εναλλάσσονται οι ξένοι κατακτητές.

 

Οι Επτανήσιοι δεν νιώθουν ακόμα Έλληνες, η κουλτούρα και οι επιρροές είναι καθαρά δυτικές και οι αριστοκράτες συνεργάζονται ποικιλοτρόπως με τον εκάστοτε δυνάστη. Ο Μάντζαρος όχι μόνο ανήκει στην αριστοκρατική τάξη αλλά μετέχει και έμμεσα στις εκάστοτε κυβερνήσεις σαν γραμματέας του Γενικού Εισαγγελέα του Κράτους που είναι ο πατέρας του. Το ποτάμι όμως τόσο της μουσικής στην οποία αφιερώνεται όσο και των νέων ριζοσπαστικών ιδεών θα τον παρασύρει σε απρόσμενες διαδρομές.

 

Γράφει για πρώτη φορά στην ιστορία ελληνική όπερα, συνδέεται φιλικά με τον Διονύσιο Σολωμό μελοποιεί πάρα πολλά ποιήματά του, ο ένας πλάθει τον άλλον και η εποχή και τους δυο. Φιλόδοξος αρχικά διψάει για καταξίωση, η διεθνής καριέρα τον καλεί μα εκείνος τελικά αρνείται τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Ωδείο της Νάπολης και εργάζεται αποκλειστικά στην Κέρκυρα. Όλη του τη ζωή δηλώνει ερασιτέχνης –γιατί για έναν αριστοκράτη είναι ντροπή να ασχολείται επαγγελματικά με τις Τέχνες- και δεν δέχεται ποτέ χρήματα για τη μουσική. Συνθέτει ασταμάτητα αφήνοντας τεράστιο έργο –σχεδόν άγνωστο στο πλατύ κοινό με εξαίρεση τον Ύμνο. Διδάσκει ακαταπόνητα πλάθοντας καλλιτέχνες διεθνούς φήμης, δημιουργεί τη Φιλαρμονική ορχήστρα της Κέρκυρας και γίνεται ο πρωτεργάτης της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής.

 

Γι αυτά και πολλά άλλα μας μιλάει ασθμαίνοντας από πάθος για ζωή και έρωτα μα κυρίως για αγάπη για τον γιο της η μητέρα του Ρεγγίνα. Είναι η πρώτη του δασκάλα στο πιάνο, αυτή που προσπαθεί να σώσει το παιδί της και τον εαυτό της από τη μέγγενη των κοινωνικών περιορισμών και της υποκρισίας που εκφράζει κι επιβάλλει ο  άντρας της Γιάκωβος.  Θα εμφυσήσει στο γιο της χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται αγάπη για τη ζωή και την ελευθερία. «Εγώ το μόνο που κανα ήταν να τον αφήνω λεύτερο να χαίρεται μέχρι τις πατουσίτσες του». Και κατάφερε το σχεδόν ακατόρθωτο. Να δώσει τα εφόδια σ’ έναν αριστοκράτη να γράψει τη μουσική για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων.