Ο Ζητιάνος του Καρκαβίτσα αναφερόμενος στην εποχή της προσάρτησης της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος (1881) σκιαγραφεί την κατάσταση ενός χωριού του θεσσαλικού κάμπου και των κατοίκων του, οι οποίοι κυριαρχημένοι από ταπεινά ένστικτα, από παγανιστικές δοξασίες, φτώχεια και αμάθεια, γίνονται υποχείρια ενός δαιμόνιου επαγγελματία Επαίτη, ο οποίος τους οδηγεί προς την καταστροφή. Με αυτόν τον τρόπο ο Καρκαβίτσας προβάλλει τη φθορά του παλιού μεσαιωνικού κόσμου, στον οποίο επικρατούσαν οι δόλιοι, οι επιτήδειοι και οι ισχυροί, προτείνοντας τελικά μέσα από την απόλυτη επικράτηση του κακού, το αντίθετό της, δηλαδή την εξέλιξη, την μόρφωση, την πνευματικότητα, την κυριαρχία των θετικών ενστίκτων έναντι των αρχέγονων ηθών, τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, και εν τέλει την επίμοχθη αντίσταση στο πιο ισχυρό.

 

Στο Νυχτερέμι, ένα χωριό κοντά στις εκβολές του Πηνειού, ενώ οι κάτοικοί του βρίσκονται στα δικαστήρια με τον μπέη της περιοχής, στην προσπάθειά τους να ξεκαθαρίσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χωριού, με την κρυφή ελπίδα ότι θα καταφέρουν να νικήσουν και να θεωρηθούν τα κτήματα δικά τους και όχι του μπέη, φτάνει ένας ζητιάνος μαζί με το δεκαπεντάχρονο ζητιανόπουλό του.

 

Το κύριο πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο ζητιάνος ονόματι Τζιριτόκωστας, αφού ξυλοφορτωθεί από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά, θα προκαλέσει τη συμπόνια των κατοίκων που θα του προσφέρουν φιλοξενία και τροφή. Την επόμενη μέρα, ο ζητιάνος θα προκαλέσει το ενδιαφέρον των γυναικών του χωριού, με τα «θαυματουργά βοτάνια» του, και θα κατορθώσει να πουλήσει, το «αγαπόχορτο», το «σερνικοβότανο» και άλλα βοτάνια, καθώς και υλικά για ξόρκια και για μαγικά, παίρνοντας σε αντάλλαγμα ό,τι πιο ακριβό έβλεπε ότι είχε το κάθε σπίτι, που θα το μεταπουλούσε και θα γέμιζε με χρυσές λίρες. Αδιάφορος και ασυγκίνητος για τη μοίρα και την τύχη αυτών των γυναικών θα δώσει βοτάνια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και στο θάνατο, ενώ θα καθοδηγήσει επιδέξια όλο το χωριό, άντρες και γυναίκες να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του να εκδικηθεί δηλαδή το ξύλο που έφαγε από τον τελωνοφύλακα και παίζοντας με την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία τους, να τους καθοδηγήσει να βάλουν φωτιά στο σπίτι που μένει για να τον κάψουν ζωντανό. Τέλος, θα βάλουν φωτιά και στο μεγάλο σπίτι του μπέη, οπότε παρεμβαίνουν οι ελληνικές Αρχές και οι Τούρκοι αφέντες της περιοχής, οδηγώντας όλους τους άντρες στη φυλακή της Λάρισας.

 

Ο ζητιάνος τελικά θα κατορθώσει να ξεφύγει άθικτος και πλούσιος, χάρη στην καταπληκτική προσαρμοστικότητά του, στην ασυνειδησία του χαρακτήρα του και στην εξυπνάδα του, παρόλο που θα σπείρει την καταστροφή στο χωριό. Και αυτό γιατί, όπως λέει στον επίλογο ο συγγραφέας, «η Φύσις [είναι] θεότης αδιάφορη, ανεπηρέαστη, ίση δείχνοντας αγάπη και στους Κάη του καρπούς και στα πρωτοτόκια του Άβελ».

 

Στην παράσταση της ομάδας Anima η ιστορία ξετυλίγεται από την πλευρά των γυναικών της ιστορίας, οι οποίες ακόμα πιο εγκλωβισμένες στην ανδροκρατούμενη κοινωνία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, επηρεασμένου βαθιά από την οθωμανική κοινωνική δομή, στέκουν ανήμπορες να αντισταθούν και να προφυλάξουν τα παιδιά τους, τους εαυτούς τους και τους άντρες που κάνουν κουμάντο, από το επερχόμενο κακό που φέρει επιδέξια μαζί του ο άντρας Ζητιάνος. Έτσι βλέπουμε στην αρχή της ιστορίας τις γυναίκες πεθαμένες πια, στο μεταίχμιο του άλλου κόσμου, να επιστρέφουν πίσω στον τόπο τους για να ξαναζήσουν την ιστορία τους, να την διηγηθούν και να καταλάβουν… Αναλαμβάνουν διάφορους ρόλους, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τόσο τη δική τους πλευρά όσο και την πλευρά των αντρών της ιστορίας.