Ο Έντουαρντ Άλμπυ σε αυτό το έργο του περνάει από το θέμα των διαπροσωπικών σχέσεων όπως ο ίδιος το ανέπτυσσε σε προηγούμενα έργα του («Ευαίσθητη ισορροπία», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ»), στο θέμα της αυτογνωσίας. Πρόκειται για έργο με πολύ χιούμορ, αλλά ταυτόχρονα σκληρό, πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα το 1995 από το θίασο Ελένης Χατζηαργύρη, Ζωής Λάσκαρη και Κατερίνας Μαραγκού σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Στην ίδια με εκείνη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, ο σκηνοθέτης Αρης Τρουπάκης «εξερευνεί τον Άλμπυ και τα ζητήματα που θέτει μέσα από μια σύγχρονη ματιά».

 

Ο σκηνοθέτης σημειώνει για το έργο και την παράσταση: Οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» αφορούν στη συνάντηση μιας 91χρονης με δυο άλλες, που η καθεμιά ενσαρκώνει μια νεότερη ηλικία της, εκείνη των 52 και εκείνη των 26 χρόνων. Παρά τα όσα θα περίμενε κανείς, δεν υπάρχει καμιά  ατμόσφαιρα απολογισμού, αναπόλησης ή νοσταλγίας. Η ηλικιωμένη έρχεται αντιμέτωπη με τα αναπάντητα ερωτήματα της ζωής της, παλεύοντας λυσσαλέα μέχρι τέλους να δώσει νόημα σε κάθε παράλογη ή φριχτή της πράξη, να φέρει πίσω σχεδόν με κυριολεκτικούς όρους, όσα της γλίστρησαν μέσα από τα χέρια και επιμένοντας να αποκρύπτει άλλα που θα μείνουν για πάντα άγνωστα. Η 26χρονη κοπέλα που υπήρξε κάποτε, η 52χρονη στην οποία βλέπει το δικό  της μεσήλικα εαυτό και το αμείλικτο τωρινό της είδωλο, παλεύουν για εκείνο που υπήρξε ο πρωταρχικός της σκοπός καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής της, για την επικράτηση. Όλη τούτη η τεθλασμένη πορεία των 91 χρόνων είναι εμποτισμένη με το μαύρο, αιρετικό χιούμορ του Άλμπυ που σε κάποιες στιγμές πετυχαίνει εκείνο που κάνει ο χρόνος στις δικές μας ζωές. Να μοιάζουν οι μεγαλύτερες θύελλες που μας σάρωσαν, κοιτώντας τις από μακριά, με το δροσερό αεράκι που μας έδωσε ανάσα και κουράγιο να συνεχίσουμε τη δίχως νόημα αναζήτηση του δικού μας νοήματος.