Όταν ο Τζέιμς Μποντ, στην αρχή της 24ης περιπέτειας της σειράς, μπαίνει σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου συνοδεύοντας αιθέρια, αν και εμφανώς περιστασιακή, γυναίκα, αντιλαμβάνεται πως έχει μια επείγουσα δολοφονική υποχρέωση, της λέει «δεν θ' αργήσω», τελειώνει με τη δουλειά και δεν επιστρέφει στο ζεστό κρεβάτι της απόλαυσης, αλλά την προσπερνάει σαν να μην υπήρξε ποτέ, καταλαβαίνουμε με σιγουριά πλέον πως οι ψυχαναλυτικές αναζητήσεις του προηγούμενου επεισοδίου, του Skyfall δηλαδή, όχι μόνο δεν ήταν τυχαίες αλλά έπιασαν τόπο κι έγιναν με λόγο. Ο 007 έχει αλλάξει για τα καλά, εξελίχθηκε σε χαρακτήρα, τα αισθήματα πίσω από το ψυχρό παρουσιαστικό φαίνονται και ως έναν βαθμό εκφράζονται, και λιγόστεψε αισθητά ο χώρος για καλαμπουράκια και πλακίτσες, άσχετες και δωρεάν, όπως στα πέτρινα χρόνια του μεγαλύτερου franchise στην ιστορία του σινεμά, που ελλείψει ουσίας περίσσευε η διακόσμηση και το αναμάσημα της τυποποίησης. Στο μεταξύ, ο σκηνοθέτης Σαμ Μέντες έχει μάθει να γυρίζει σεκάνς δράσης, όπως η προ τίτλων επιχείρηση στο Μεξικό, ξεκινώντας με καθαρό RPG (δηλαδή ένα role playing game, όπου ο θεατής βλέπει συχνά την πλάτη του δράστη, όπως στα βιντεογκέιμ τύπου «Grand Theft Auto», και μοιάζει να καθοδηγεί τον πρωταγωνιστή και να πιάνει το όπλο του), και ολοκληρώνει με αδρεναλίνη στον αέρα, με ελικόπτερα και πειστικότατες, ζαλιστικές λήψεις.


Το Spectre δεν είναι ακριβώς πισωγύρισμα αλλά μια προσθήκη στο Skyfall, ένα ακομπανιαμέντο με χορταστικότερη πλοκή, ουσιαστικότερο ερωτικό στοιχείο, έναν Ντάνιελ Κρεγκ στο απόγειο της αυτοπεποίθησης και της ωριμότητας στον ρόλο του πράκτορα που διανύει μια μακρά περίοδο μετάβασης από απλή φονική μηχανή και δέκτη εντολών, σε πλάσμα με ευθύνη, λογική και κρίση μέσα στον μηχανισμό στον οποίο κινείται, δηλαδή τις Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες. Ωστόσο, ο κακός της ταινίας, τον οποίο υποδύεται ο Κριστόφ Βαλτζ, δεν τρομάζει ή εκπλήσσει με τις ενέργειές του, όσο υπόσχεται στα λόγια του και στη διασύνδεση που έχει με τον ίδιο τον Μποντ και την περίφημη, αινιγματική οργάνωση Spectre – περισσότερες λεπτομέρειες θα χαλάσουν το σασπένς, οπότε καλύτερα να τις διαπιστώσετε παρακολουθώντας την ταινία. «Μοιάζεις με χαρταετό σε θύελλα» λέει ο Φραντζ Ομπερχάουζερ στον ατάραχο Μποντ, πριν αποκαλυφθεί πως είναι ο παλιός μας γνώριμος Στάβρο Μπλόφελντ, αλλά οι απειλές του ακούγονται σαν άσφαιρο μήνυμα στον τηλεφωνητή. Δεν φταίει ο Αυστριακός ηθοποιός για την ελλειμματική δόση κινδύνου, αλλά η σεναριακή βάση που τον στηρίζει μόνο θεωρητικά και δεν του επιτρέπει, αφήνοντας στη φαντασία (ή στη συνέχεια;) τη φρίκη που συνοδεύει το άρρωστο μυαλό του. Όσο για τις γυναίκες του Μποντ, η Μόνικα Μπελούτσι εμφανίζεται πολύ λίγο και λειτουργεί αποκλειστικά υπέρ της πλοκής. Παίζει με τη συνηθισμένη ερμηνευτική αγκύλωσή της όταν μιλάει αγγλικά, αλλά ο Μέντες έχει φροντίσει να σκηνοθετήσει με γούστο και οικονομία τη μοναξιά και την απελπισία της, την υπαρξιακή και την ερωτική. Από την άλλη, η Λεά Σεντού δεν είναι καθόλου αναλώσιμη ή «δεκανίκι» στην ανάπτυξη της ταινίας, αλλά βασικότατη στον ρόλο της σκληρής κόρης ενός κακού πατέρα, από τον οποίο αποξενώθηκε, αλλά πρόλαβε να κληρονομήσει την αίσθηση της επιβίωσης και την εξυπνάδα των επιλογών. Με τον Μποντ έρχονται πολύ κοντά και, με δεδομένη τη μετεξέλιξη του πράκτορα σε κανονικό άνθρωπο, πάντα μέσα στο πλαίσιο μιας αναμενόμενης υπερβολής (πολύ ξύλο, ελάχιστοι μώλωπες), η γυναικεία ευαισθησία της βρίσκεται σε αρμονική αναλογία με τη γοητεία της, ειδικά σε μια ευπρόσδεκτα παλιομοδίτικη αισθηματική σκηνή μέσα στο τρένο, λίγο έξω από την Ταγγέρη. Κοσμοπολίτικο χωρίς άσχετα χαϊλίκια, «φανταστικό» δίχως εξωφρενικές σαχλαμάρες, φιλικό προς την τοποθέτηση προϊόντων χωρίς να το παραξηλώνει με τις διαφημίσεις, σχετικό με τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά με τίποτε πολιτικό ή εξεγερμένο, με ερωτισμό αλλά κυρίως φουλ στη δράση, το Spectre είναι στιβαρή διασκέδαση, ίσως λίγο παραπάνω καλοδουλεμένη παράθεση μεγάλων σκηνών, όμως πάντα με ρυθμό και κινηματογραφικότητα από ανθρώπους που γνωρίζουν το αντικείμενο και έχουν στο μυαλό τους προς τα πού θέλουν να κατευθυνθεί.