Συμβαίνει κάτι με τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα, που ίσως δεν έχει το όμοιό της σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα: μολονότι έχουν εκδοθεί πολλά και βασικά από τα έργα της (αν και όχι πάρα πολλά, και σίγουρα όχι όλα), και μολονότι αυτό συνέβη τον κατάλληλο καιρό, μετά τη Μεταπολίτευση κυρίως, στα 70s και στα 80s, αλλά και πιο πριν, για μία σειρά από λόγους δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να δημιουργηθεί ένα σοβαρό corpus μεταφράσεων ανά πάσα στιγμή διαθέσιμων — και, κατ' επέκταση, να γεννηθεί και να συσπειρωθεί ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό που να την παρακολουθεί και να χρησιμεύει σαν αιμοδότης της. Έτσι, αν και υπήρξαν πρωτοπόροι ρέκτες —μελετητές, εκδότες, μεταφραστές και φαν— που μας χάρισαν σπουδαία έργα και μεγάλους συγγραφείς, σήμερα, που περνάμε την εκδοτική Άνοιξη των Αθηνών, βρισκόμαστε με μια σπαραγμένη βιβλιοθήκη του Φανταστικού, με πολλές κακές εκδόσεις, πολλές φτηνές εκδόσεις, πολλές εξαντλημένες εκδόσεις και πολλούς που ανακαλύπτουν ξανά και ξανά την Αμερική. (Αν και αυτό το τελευταίο, ειδικά στον χώρο των εκδόσεων, δεν είναι πάντα κακό). Αλλά και με πολλές εκδόσεις-διαμάντια, φυσικά.

 

Εν πάση περιπτώσει, είμαστε σίγουρα η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει συγκεντρωμένο το έργο του Τέρι Πράτσετ, που μας εγκατέλειψε πριν τρία χρόνια (αφού πρώτα ταλαιπωρήθηκε πολύ από το Αλτσχάιμερ). Ουσιαστικά, αυτός ο ιδιοφυής, πολυγραφότατος χιουμορίστας, και κορυφαίος συγγραφέας του Fantasy και της Επιστημονικής Φαντασίας, που επινόησε ένα δικό του υπο-είδος, είναι σήμερα στους νέους —αν εξαιρέσουμε την ευάριθμη κοινότητα των geeks και κάποιων διανοουμένων παιδιών— εντελώς άγνωστος. Το βασικό έργο του Νιλ Γκέιμαν, πάλι, μολονότι είχε συγκεντρωθεί σε έναν εκδοτικό οίκο πριν από κάτι παραπάνω από μία δεκαετία, παρέμεινε στα off print για περίπου άλλο τόσο — ο εμβληματικός «Πόλεμος των Θεών» ήταν εκτός κυκλοφορίας και με έναν πολύ δυσάρεστο τρόπο δυσεύρετος μέχρι πρότινος, οπότε και η τηλεοπτική μεταφορά τους τον επανέφερε —ευτυχώς— στα ράφια. Τα πράγματα θα αλλάξουν στο προσεχές μέλλον, είμαστε σίγουροι, και το Φανταστικό κάποια στιγμή θα βρει τη θέση που έχει οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, αλλά μ' αυτά και μ' αυτά μέχρι τότε θα είναι πολύ δύσκολο, ξαναλέμε, να έχουμε ένα καλό και δυνατό corpus μεταφράσεων πάνω στο οποίο θα μπορέσουν να ασκηθούν οι περισσότεροι δυνάμει αναγνώστες του (ενδεχομένως και κάποιοι δημιουργοί). Και η πλούσια σύγχρονη παραγωγή αποτρέπει τους περισσότερους από την ανάγνωση των κλασικών έργων...

 

Οι «Καλοί οιωνοί», η επιτομή του βρετανικού χιούμορ (το μυθιστόρημα που θα έγραφαν οι Μόντι Πάιθον, αν οι Μόντι Πάιθον έγραφαν μυθιστορήματα, και δη Επιστημονική Φαντασία), θα μεταφερθούν το 2018 στην τηλεόραση, σε μία σειρά 6 ωριαίων επεισοδίων, με πρωταγωνιστές τον Μάικλ Σιν στον ρόλο του Αζαριφάλ και τον Ντέιβιντ Τέναντ σαν Κρόουλυ.

 

Οι «Καλοί οιωνοί», για να έρθουμε στο προκείμενο, είναι το πρώτο μυθιστόρημα που (συν)υπογράφει ο Γκέιμαν, και φυσικά ένας μυθικός τρόπος για να περάσει ο καταπληκτικός και στυλάτος αυτός παραμυθάς από τα κόμικς και τον «Sandman» του στην καθαυτό πεζογραφία: μία συνεργασία με τον one of a kind Τέρι Πράτσετ, τον δημιουργό του Δισκόκοσμου των σαράντα συνολικά (!) τόμων — από τους οποίους έχουν κυκλοφορήσει στη γλώσσα μας, μέσα σε μια ντουζίνα χρόνια, μόνο οι οχτώ πρώτοι (επίσης εκτός κυκλοφορίας σήμερα οι περισσότεροι), και αυτοί μάλιστα από τρεις εκδοτικούς οίκους (με πρώτο το πρωτοποριακό Παρά Πέντε και τα ωραία τομίδια Επιστημονικής Φαντασίας που εξέδιδε μέχρι τις αρχές τού 2000). Και πάλι, είμαστε ευγνώμονες που οι «Καλοί οιωνοί» κυκλοφορούν, και μάλιστα σε μία ωραία, φροντισμένη από τον Δημήτρη Αρβανίτη, μετάφραση από τις εκδόσεις SEΛINI: είναι ένα απολαυστικό βιβλίο, που δεν έχει παλιώσει ούτε μια μέρα από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε, το φαινομενικά τρομερά μακρινό 1980.

 

Απολαυστικό, αστείο, ακμαίο, ειρωνικό και άκρως «αποκαλυπτικό», με κεντρικούς ήρωές του έναν δαίμονα και έναν άγγελο, τον Κρόουλυ και τον Αζιραφάλ, φίλους εδώ και κάπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια, κολλητούς για την ακρίβεια (αν και δύσκολα θα το παραδέχονταν), καλοπερασάκηδες, ίσως κάπως εστέτ, με ακριβά γούστα, που αν δεν θέλουν κάτι είναι να πολεμήσουν στον επερχόμενο Τελικό Πόλεμο, που είναι παγκοσμίως γνωστός με μία σκοτεινή και γκρίζα λέξη: Αρμαγεδδών. Θα συνασπιστούν λοιπόν, θα τα βρουν μεταξύ τους, πράγμα εύκολο εντέλει, και θα προσπαθήσουν να αποτρέψουν το κακό — πράγμα ούτως ή άλλως αδύνατον, καθώς ήδη οι τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, ο Πόλεμος, ο Λιμός, η Μόλυνση και ο ΘΑΝΑΤΟΣ, έχουν καβαλήσει τις πελώριες μηχανές τους και ετοιμάζονται για το Τέλος, ενώ και ο Αντίχριστος, μολονότι παιδάκι ακόμη, έχει αρχίσει να εκπονεί τα σχέδιά του — και κανένα τους δεν είναι καλό.

 

«Τέρμα τ' αυγά και το αλάτι. Τέρμα ο σολομός Gravlax με άνηθο. Τέρμα τα μικρά εστιατόρια όπου όλοι σε ξέρουν. Τέρμα τα σταυρόλεξα της Daily Telegraph. Τέρμα οι μικρές αντικερί. Τέρμα τα βιβλιοπωλεία. Τέρμα οι ωραίες, παλιές εκδόσεις. Τέρμα...» Ο Κρόουλυ έξυσε τον πάτο των ενδιαφερόντων του Αζιραφάλ. «Τέρμα οι ασημένιες ταμπακέρες των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα...»
«Ναι, αλλά αφού νικήσουμε, η ζωή θα γίνει καλύτερη!» έκρωξε ο άγγελος.
«Και πιο βαρετή επίσης. Κοίτα, το ξέρεις ότι έχω δίκιο. Με την άρπα σου, θα είσαι τόσο ευτυχισμένος όσο εγώ με το δικράνι μου».
«Δεν έχουμε άρπες, το ξέρεις».
«Ούτε εμείς δικράνια. Σχήμα λόγου».

 

Tέρι Πράτσετ και Νιλ Γκέιμαν
Tέρι Πράτσετ και Νιλ Γκέιμαν

 

Μαζί τους, αν και όχι στην ίδια παρέα, θα κάνουν ό,τι μπορούν για να προλάβουν τις εξελίξεις ένας κυνηγός μαγισσών με μια ηρωική και ανόητη τρέλα, μία μάγισσα που έχει στην κατοχή της το μοναδικό αντίτυπο ενός μεσαιωνικού βιβλίου με προφητείες (100% σωστές όλες τους, γι' αυτό και δεν πούλησε στον καιρό του ούτε ένα αντίτυπο), ένας αφελής νεαρός που νομίζει ότι είναι επίσης κυνηγός μαγισσών αλλά μπορεί και να κάνει λάθος, μερικές σατανίστριες καλόγριες που μπερδεύουν παιδιά στα μαιευτήρια, και ο Σκύλος, ένα σατανικό κυνηγόσκυλο που όμως θέλει όσο τίποτε άλλο να μπορεί να κυνηγάει ανέμελο ποντίκια στους αγρούς και να κουνάει την ουρά του. Αλλά όμως όλα αλλάζουν πια. Οι πάντες, όλο το Σύμπαν, ξέρει για την επικείμενη καταστροφή. Εξ ου και ο ουρανός βρέχει ψάρια, κάποιοι εξωγήινοι τροχονόμοι κόβουν κλήσεις στη Γη, ενώ και η Ατλαντίδα βρήκε την ώρα να αναδυθεί από τον βυθό του ωκεανού. Μαζί με το κράκεν. Αν και κατά τα άλλα η ζωή κυλά κανονικά.

 

«Και μετά;» είπε αυτός.
«Μετά θα βρούμε το παιδί».
«Ναι, και μετά;» Ο άγγελος έκλεισε τα μάτια του καθώς το αυτοκίνητο έπαιρνε μια στροφή με τις πάντες.
«Δεν ξέρω».
«Ωχ-ωχ».
«Φαντάζομαι —φύγε απ' το δρόμο, ρε καραγκιόζη!— οι δικοί σου δεν θα είναι και πολύ πρόθυμοι —κι εσύ και το σκούτερ σου!— να μου δώσουν άσυλο, ε;»
«Αυτό ακριβώς θα σε ρωτούσα κι εγώ — πεζός, πρόσεχε!»
«Μέσα στο δρόμο είναι, τα ρίσκα του τα ξέρει», είπε ο Κρόουλυ κόβοντας ανάμεσα σ' ένα ταξί κι ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, αφήνοντας χώρο το πολύ για μία όρθια πιστωτική κάρτα.

 

Οι «Καλοί οιωνοί», η επιτομή του βρετανικού χιούμορ (το μυθιστόρημα που θα έγραφαν οι Μόντι Πάιθον, αν οι Μόντι Πάιθον έγραφαν μυθιστορήματα, και δη Επιστημονική Φαντασία), θα μεταφερθούν το 2018 στην τηλεόραση, σε μία σειρά 6 ωριαίων επεισοδίων, με πρωταγωνιστές τον Μάικλ Σιν στον ρόλο του Αζαριφάλ και τον Ντέιβιντ Τέναντ σαν Κρόουλυ. Υπέροχες επιλογές και οι δύο. Ο Νιλ Γκέιμαν έχει κάνει ήδη τη διασκευή του σεναρίου και θα είναι executive producer. Η σειρά θα είναι αφιερωμένη στον Τέρι Πράτσετ, που έφυγε νωρίς, όπως έλεγε και ο ίδιος, για να προλάβει την κίνηση.