O Klinger επιλέγει πεζογράφους που βρίσκονται πράγματι υπό τη σκιά του μέγιστου Πόε, και ιστορίες συχνά σπάνιες, που δεν ανθολογούνται συχνά. Πρόκειται για μία δουλειά καμωμένη πράγματι από ειδικό. Και τόσο το καλύτερο για εμάς.
O Klinger επιλέγει πεζογράφους που βρίσκονται πράγματι υπό τη σκιά του μέγιστου Πόε, και ιστορίες συχνά σπάνιες, που δεν ανθολογούνται συχνά. Πρόκειται για μία δουλειά καμωμένη πράγματι από ειδικό. Και τόσο το καλύτερο για εμάς.

 

Είχαμε καιρό να δούμε στα ελληνικά μία ανθολογία διηγημάτων φαντασίας και υπερφυσικού τρόμου με τόσο μεγάλα ονόματα. Τα τελευταία χρόνια εκδίδονται (όχι από οίκους πρώτης γραμμής, δυστυχώς) κυρίως συλλογές σύγχρονων πεζογράφων, προσπαθώντας ίσως να πιάσουν τον παλμό ενός αναγνωστικού κοινού εκπαιδευμένου περισσότερο από τις fantasy τηλεοπτικές σειρές και εντέλει μάλλον ευάριθμου ούτως ή άλλως: ο Τρόμος δεν είναι εμπορικός, όχι στην Ελλάδα αν μη τι άλλο, κι ας έχει μεγάλη εκδοτική παρουσία και στη γλώσσα μας – πράγματι μεγάλη, άνω τού ενός αιώνα, και κατά καιρούς εντυπωσιακή. Τούτη εδώ ξεφεύγει από τον τρέχοντα συρμό και μας προσφέρει ένα έξοχο μπουκέτο νυκτερινών ανθέων που πρέπει να προσεχθούν.

 

Ο Leslie S. Klinger, με πλούσιο εκδοτικό έργο, είναι η κατεξοχήν αυθεντία παγκοσμίως στον Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ, από τη μία, και στον Σέρλοκ Χολμς του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, από την άλλη (δύο συγγραφείς με πολύ μεγάλες διαφορές, αν και ανήκουν χοντρικά στην ίδια γενιά, και δύο λογοτεχνικοί ήρωες που εν πολλοίς και με έναν άκρως ενδιαφέροντα τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται), ενώ εξέδωσε και μία σχολιασμένη έκδοση του Λάβκραφτ. Ταμίας στην Ένωση Συγγραφέων Τρόμου των ΗΠΑ, ξέρει καλά το πεδίο που αγαπά, όπως φαίνεται πολύ εύκολα και στην εικοσασέλιδη Εισαγωγή του τόμου που μας απασχολεί εδώ. Σε αυτήν, περιδιαβαίνει όλη την ιστορία του λογοτεχνικού Υπερφυσικού Τρόμου, από τους σκαπανείς και τους κλασικούς επιγόνους τους μέχρι τους κορυφαίους του είδους, για να φτάσει —και να καταλήξει— στον μέγιστο δημότη του Πρόβιντενς.

 

Χορταστική και ενδιαφέρουσα επισκόπηση, που λειτουργεί και σαν οδηγός στο είδος — και σαν βιβλιογραφικός μπούσουλας για όποιον θέλει να κάνει τα πρώτα του (και ασφαλώς καλύτερα) βήματα στους λειμώνες των νύκτιων αναγνωστικών απολαύσεων.

 

Χορταστική και ενδιαφέρουσα επισκόπηση, που λειτουργεί και σαν οδηγός στο είδος — και σαν βιβλιογραφικός μπούσουλας για όποιον θέλει να κάνει τα πρώτα του (και ασφαλώς καλύτερα) βήματα στους λειμώνες των νύκτιων αναγνωστικών απολαύσεων.

 

Στις σελίδες του βιβλίου αυτού δεν θα διαβάσουμε Ουόλπολ και Ράντκλιφ, Μαίρη Σέλεϊ και Πολιντόρι, Ντίκενς και Κόλινς, Άλτζερνον Μπλάκγουντ και Λόρδο Ντάνσανι: ο Klinger επιλέγει πεζογράφους που βρίσκονται πράγματι υπό τη σκιά του μέγιστου Πόε, και ιστορίες συχνά σπάνιες, που δεν ανθολογούνται συχνά. Πρόκειται για μία δουλειά καμωμένη πράγματι από ειδικό. Και τόσο το καλύτερο για εμάς.

 

Έτσι, μεταξύ άλλων μάς χαρίζει τον περίφημο «Γέρο με την άμμο» του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, μία αριστουργηματική, κλασική νουβέλα...

Ο Κόπολα προχώρησε προς το βάθος του δωματίου και είπε με βραχνή φωνή κι αποκρουστικό χαμόγελο στο πλατύ του στόμα, ενώ τα μικρά μάτια του σπίθιζαν ζωηρά κάτω από τα γκρίζα μακριά ματόκλαδά του: «Πώς! Δε θες βαρόμετρα, ψυχή μου; Έχω δω καλή πραμάτεια... Εδώ τα καλά τα μάτια!» Έντρομος ο Ναθαναήλ αναφώνησε: «Ανόητε άνθρωπε, πώς είναι δυνατόν να έχεις μάτια;... Μάτια;... Μάτια;...»

 

...και τον «Άνθρωπο που καβάλησε ένα πτώμα», μια φαντασμαγορική ιαπωνική μινιατούρα του Λευκάδιου Χερν:

Έπειτα σηκώθηκε όρθια, ζύγωσε τις πόρτες μ' ένα σάλτο, τις άνοιξε ορμητικά και χίμηξε έξω στη νύχτα — κουβαλώντας πάντα το φορτίο του άντρα. Μα αυτός, με βλέφαρα κλειστά, συνέχισε να κρατά τα μακριά μαλλιά της —σφιχτά, σφιχτά—, μόλο που από την τρομάρα του δεν τολμούσε ούτε να βογκήξει. Πόσο μακριά πήγε η νεκρή, δεν το έμαθε ποτέ. Δεν έβλεπε τίποτα: άκουγε μονάχα στο σκοτάδι τον ήχο των γυμνών πελμάτων —πλαφ-πλαφ, πλαφ-πλαφ— και το σφύριγμα της ανάσας της καθώς έτρεχε.

 

Θα διαβάσουμε όμως ακόμη και το «Κίτρινο σημάδι» του Ρόμπερτ Τσέιμπερς, ο «Βασιλιάς με τα κίτρινα» του οποίου ήταν ο κεντρικός πυρήνας πίσω (από άπειρα διηγήματα έκτοτε αλλά και από) τον πρώτο κύκλο του «True detective» τού ΗΒΟ:

Πόσο μεγάλη αμαρτία ήταν να γράφει κανείς τέτοιες λέξεις... λέξεις κρυστάλλινες, διαυγείς και μουσικές σαν κελαρυστή ανάβρα, λέξεις λαμπυρίζουσες, αστραφτερές σαν τα δηλητηριώδη διαμάντια των Μεδίκων! Πόσο φαύλη, πόσο καταραμένη ήταν μια ψυχή που ήξερε να σαγηνεύει και να παραλύει τα ανθρώπινα πλάσματα με τέτοιες λέξεις... λέξεις που τις κατανοούσαν τόσο οι αδαείς όσο και οι σοφοί, λέξεις πιο πολύτιμες από πετράδια, βάλσαμο καλύτερο κι από την ουράνια μουσική, φριχτότερες κι από τον ίδιο τον θάνατο!

 

Ανάμεσα στους είκοσι λογοτέχνες που χαρίζουν από μια ιστορία τους στη συλλογή (φυσικά δεν λείπουν ούτε ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ούτε ο Μπραμ Στόουκερ), θα ξεχωρίζαμε ίσως —κι αυτό με δυσκολία, καθώς κάθε αναγνώστης θα επέλεγε τον δικό του— έναν που δεν ξέραμε μέχρι τώρα, τον Γερμανό Χανς Χάιντς Έβερς (1871-1943), πολύπλευρο καλλιτέχνη (εκτός από πολυγραφότατος διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος υπήρξε και ηθοποιός, ποιητής, και φιλόσοφος) που έμεινε στην αφάνεια επί δεκαετίες, και το έργο του ξεχάστηκε και περιθωριοποιήθηκε, γιατί κάποια στιγμή στη ζωή του σχετίστηκε αφρόνως με τους ναζί, παρότι ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ αντισημίτης και δεν έγινε ποτέ οργανωμένο μέλος τους. Μάλιστα, λόγω της ομοφυλοφιλίας του δεν θα μπορούσε να αναπτύξει ποτέ στενούς δεσμούς με το κόμμα... Στην «Αράχνη» που διαβάσαμε στον τόμο διακρίναμε έναν σπουδαίο συγγραφέα του Φανταστικού, πραγματικά πρωτοπόρο:

Σήμερα το πρωί σταθήκαμε στο παράθυρό μας και παίξαμε το παιχνίδι, το οποίο διαφέρει από το χθεσινό. Η Κλαριμόνδη εκτελεί μια κίνηση κι εγώ αντιστέκομαι όσο περισσότερο μπορώ. Μετά ενδίδω και κάνω αυτό που θέλει δίχως άλλη αντίσταση. Δεν φαντάζεστε πόσο με χαροποιεί η ήττα μου· η πλήρης παράδοση στη θέλησή της.

 

Πολύ καλά επιμελημένη έκδοση από τον Κλειδάριθμο: όλα τα έργα που αναφέρονται στην Εισαγωγή και έχουν εκδοθεί στα ελληνικά μεταφράζονται με τους δόκιμους τίτλους τους, ενώ όπου υπάρχουν σημειώνονται και οι εκδοτικοί οίκοι. Η μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου, τέλος, είναι εντυπωσιακή και συμβάλλει τα μάλα σε αυτό που επιθυμούν όλοι οι συγγραφείς του Τρόμου και της Φαντασίας: στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Συνολικά, ένα έργο που πρέπει να προσεχθεί, και που είμαστε σίγουροι ότι θα μείνει.