O Ζαν Πολ Σαρτρ με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ το 1955.
O Ζαν Πολ Σαρτρ με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ το 1955.

 

Ο κόσμος που σύχναζε στο Καφέ ντε Φλορ δεν ήταν καθόλου μονοσήμαντος, όπως ούτε και τα κοκτέιλ βερίκοκο που έπιναν ο Ζαν Πολ Σαρτρ με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, αναζητώντας πολύτιμες απαντήσεις στα ζητήματα της ύπαρξης. Στο καφέ των υπαρξιστών, και στο βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο που έγραψε η Σάρα Μπέικγουελ (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σε μετάφραση Ανδρέα Παππά), ουσιαστικά ξαναστήνεται, με τρόπο θεατρικό, το σκηνικό της εποχής, καταγράφοντας παράλληλα τις σημαντικές στιγμές της Ιστορίας που επηρέασαν τους φιλοσόφους, προσφέροντας απαράμιλλα βιώματα. Ακόμα, λοιπόν, και αν το βιβλίο φαντάζει σαν ένα εκλαϊκευτικό ταξίδι στην άβυσσο του υπαρξισμού, δεν παραμελεί ούτε περιορίζει την ουσία του, διακρίνοντας τις επιρροές και χαζεύοντας, μαζί με τους φιλοσόφους, το χάραμα ενός αιώνα που μετέτρεψε την ανθρωπότητα σε σφάγιο. Η υπαρξιακή πυκνότητα που ανιχνεύει το βιβλίο συνοδεύεται επομένως από ατελείωτα φλασμπάκ στα διάφορα ενσταντανέ και σε διάφορες άβολες καταστάσεις, όπως, φέρ' ειπείν, αυτές που βίωσε ο Σαρτρ «με ερωμένες και φίλους, μέχρι αλλόκοτες εμμονές που είχε με δέντρα και γλοιώδη υγρά, χταπόδια και οστρακόδερμα. Όλα αυτά όμως έβγαζαν νόημα [...]μπορείς να φτιάξεις φιλοσοφία από αυτό εδώ το κοκτέιλ. Αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι οτιδήποτε βιώνεις, τη στιγμή που το βιώνεις».

 

Η συγγραφέας επιλέγει σκόπιμα τους υπαρξιστές, καθώς η «φιλοσοφία του καθενός απ' αυτούς εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει». Ξέρει ότι αυτοί είναι που έζησαν μέσα από τις ιδέες τους και δεν τις έθεσαν απλώς απέναντί τους, αναζητώντας την ελεύθερη στάση στα διάφορα αδιέξοδα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ' όψιν τους ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι γεμάτη αντιφάσεις.


Στο καφέ-μπαρ που στήνει η συγγραφέας καλεί τους φιλοσόφους που θέλησαν να δουν τι ακριβώς κρατάνε οι άνθρωποι από αυτή την ακατάπαυστη ροή της Ιστορίας και ποια είναι η στάση τους, καθώς περιφέρονται με ακονισμένα νύχια, κατασπαράσσοντας ο ένας τον άλλον στους μεγάλους πολέμους. Δεν είναι τυχαίο ότι το ιστορικό ταμπλό βιβάν για την ίδια είναι ο 20ός αιώνας και τα συνταρακτικά γεγονότα που έκαναν τον Σαρτρ να νιώσει έντονα τη «ναυτία», την Μποβουάρ να εμπνευστεί από το επαναστατικό πνεύμα και τον Χάιντεγκερ να αναζητήσει με αγωνία το ξέφωτο στις πολύπλοκες διαδρομές του βίου, όπως στο δάσος οι ξυλοκόποι. Η ύπαρξη επανέρχεται στη ζωή και το τραπέζι των φιλοσόφων, ανάμεσα σε διάφορες μουσικές και κοκτέιλ, στην προσπάθειά τους να ορίσουν ξανά, μέσα σε όλον αυτό τον ορυμαγδό, τι ακριβώς είναι ο άνθρωπος. Μετατοπίζοντας το ερώτημα από το γιατί υπάρχουν στο πώς υπάρχουν τα πράγματα, οι υπαρξιστές εστίασαν κατεξοχήν στον άνθρωπο, ο οποίος καλείται να κάνει διαρκώς επιλογές ανάμεσα σε διάφορα διλήμματα, νιώθοντας τον ίλιγγο που ένιωθε αντίστοιχα ο Σαρτρ στην άκρη του γκρεμού. Η συγγραφέας επιλέγει σκόπιμα τους υπαρξιστές, καθώς η «φιλοσοφία του καθενός απ' αυτούς εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει». Ξέρει ότι αυτοί είναι που έζησαν μέσα από τις ιδέες τους και δεν τις έθεσαν απλώς απέναντί τους, αναζητώντας την ελεύθερη στάση στα διάφορα αδιέξοδα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ' όψιν τους ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι γεμάτη αντιφάσεις. Από αυτή την άποψη οι υπαρξιστές εστίασαν στο βίωμα και όχι στους κανόνες, δηλαδή στα φαινόμενα, και έτσι κατέληξαν να επικεντρώνονται στην περιγραφή της βιωμένης εμπειρίας. Πολύ ορθά, επομένως, η συγγραφέας φέρνει κοντά τους υπαρξιστές με τους φαινομενολόγους, προσπαθώντας να διαπιστώσει, π.χ., γιατί ο Σαρτρ γοητεύτηκε τόσο από τον Χάιντεγκερ και σε ποιον βαθμό ο τσακωμός του με τον Μερλό Ποντί δεν ήταν μόνο προσωπικός αλλά φιλοσοφικός. Με τεράστιο ενθουσιασμό μας καλεί να βιώσουμε τη στιγμή που ο Χούσερλ έθετε τον εαυτό του και τα πράγματα, όπως οι στωικοί, στο στάδιο της «εποχής» –αφήνοντας προς στιγμήν απέξω όλα όσα μας αποσπούν από την καθαρή σκέψη–, εντοπίζοντας ωστόσο σε αυτήν ακριβώς τη στροφή στον εσωτερικό κόσμο το σημείο που τον έκανε να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον Ντεκάρτ ή στον Αυγουστίνο απ' ό,τι στους υπαρξιστές. Γενναίο βήμα πραγματοποιεί επίσης η Μπέικγουελ όχι μόνο όταν μας προτρέπει να δοκιμάσουμε το κοκτέιλ που έπιναν οι φιλόσοφοι αλλά όταν μετακομίζει από τα καφέ του Παρισιού στην καλύβα του Χάιντεγκερ, στον Μέλανα Δρυμό, καθώς τον βλέπει να προσπαθεί να εντοπίσει τι τον έκανε να επαναπροσδιορίσει την αλήθεια των όντων και με ποιους ψυχολογικούς, υλικούς ή γλωσσικούς, όρους μπορούμε να βιώσουμε το ερώτημα για τη θεμελίωση της ύπαρξης. Στον βαθμό που, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, είμαστε «ριγμένοι στον κόσμο», εμπλεκόμαστε με την πραγματικότητα με τρόπο πολλαπλό και όχι μονοσήμαντο, φέρνοντας στο προσκήνιο νοήματα και εικόνες. Καθετί συνδέεται με κάτι άλλο και όλες μας οι ενέργειες –εξού και το ζήτημα της επιτελεστικότητας– αποκαλύπτουν ένα δίκτυο άλλων εννοιών και υπαρξιακών τρόπων. Αναφέρεται διεξοδικά στη σχέση του Χάιντεγκερ με τους υπόλοιπους φιλοσόφους, όπως ο Σαρτρ, ή στην προβληματική εμπλοκή του με τον ναζισμό, στον έρωτά του με τη Χάνα Άρεντ και στην ύστερη, εντοπισμένη στη γλώσσα, φάση της φιλοσοφίας του αλλά και στο περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα.

 

 


Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου και αφότου η συγγραφέας αφιερώσει κεφάλαια στη σχέση με την υπαρξιακή φιλοσοφία που μοιράζονταν από κοινού η Μποβουάρ με τον Σαρτρ, επιστρέφει στα γαλλικά φιλοσοφικά στέκια τους, ανιχνεύοντας τις κόντρες του Σαρτρ με τον Μερλό Ποντί, τους χορούς που έκανε ο τελευταίος με τη Ζιλιέτ Γκρεκό αλλά και τις μορφές που στοίχειωσαν αυτά τα μέρη, όπως ο Μπορίς Βιαν, ο οποίος έγραψε και τη γνωστή παρωδία της σαρτρικής φιλοσοφίας Ο αφρός των ημερών: «Ο τρομπετίστας Βιαν ήταν ο μπροστάρης του γιορτινού στοιχείου της υπαρξιστικής σκηνής που στεγάστηκε στην περιοχή Σεν-Ζερμέν-ντε-Πρε, στην αριστερή όχθη [...] Μετά το τέλος του πολέμου, ο Βιαν έπαιζε στα νέα υπόγεια κλαμπ. Έφτιαχνε, επίσης, παράξενα κοκτέιλ πίσω από την μπάρα και ξεπετούσε διασκεδαστικά, εντυπωσιακά ή σουρεαλιστικά μυθιστορήματα, ανάλογα με τα κέφια του. Αργότερα, έγραψε κι ένα είδος "εγχειριδίου" για το Σεν-Ζερμέν-ντε-Πρε, με χάρτες, περιγραφές και σκίτσα των εξωτικών κατοίκων των σπηλαίων, των "τρωγλοδυτών" που μπορούσε να συναντήσει κανείς εκεί». Στην παρέα των φιλοσόφων, παρά τις διαφορές, καλεί η συγγραφέας και τον Αλμπέρ Καμύ, ενώ ξέρει ότι αφού μίλησε για τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, δεν μπορεί να μην ανέβει μέχρι τα βουνά, συγκεκριμένα στο θέρετρο του Φέλντεμπεργκ, για να περιγράψει τη σχέση του με τον Καρλ Γιάσπερς και με άλλους φιλοσόφους του υπαρξισμού, φαινομενολόγους και επιγόνους. Ανάμεσα στα διάφορα παραδείγματα και ενσταντανέ που παραθέτει η Σάρα Μπέικγουελ παρεμβάλλονται και περιγραφές από ταινίες ή βιβλία, όπως αυτά του Νόρμαν Μέιλερ, που είναι «ο μοναδικός μείζων Αμερικανός συγγραφέας που αναγνωρίστηκε ξεκάθαρα ως υπαρξιστής και αφιέρωσε το 1957 το δοκίμιο του Ο Λευκός Νέγρος σε μια μορφή την οποία εκθείασε ως εξής: τον Αμερικανό υπαρξιστή-τον μοδάτο, τον άνθρωπο που γνωρίζει ότι, αν η συλλογική μας κατάσταση είναι να ζούμε υπό την απειλή ενός άμεσου θανάτου από πυρηνικό πόλεμο, ενός σχετικά γρήγορου θανάτου από το Κράτος ως l' univers concentrationnaire (το στρατόπεδο συγκέντρωσης) ή ενός αργού θανάτου από συμμόρφωση, με καταπιεσμένο κάθε δημιουργικό και επαναστατικό ένστικτο [...] Με λίγα λόγια, είτε η ζωή είναι εγκληματική είτε όχι, η απόφαση είναι να ενθαρρύνει κανείς τον ψυχοπαθή του κρύβει μέσα του». Και αυτή είναι ίσως η μοναδική προτρεπτική ή κανονιστική σκέψη που κάνει η συγγραφέας σε ένα βιβλίο γραμμένο, αν μη τι άλλο, όχι μόνο με φιλοσοφική ματιά αλλά με διαπιστωμένη αγωνία και τρυφερότητα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO