Η παρούσα έκθεση αποτελεί μέρος της συλλογής από 1000 περίπου μάσκες διαφόρων υλικών και διαστάσεων, συνοδευτικά αντικείμενα και 300 περίπου μαριονέτες και φιγούρες του θεάτρου σκιών, συναφούς ενδιαφέροντος.

 

Είναι το αποτέλεσμα μιας επίπονης και συστηματικής αναζήτησης δεκαετιών, σ’ όλες τις χώρες του κόσμου συχνά σε δύσκολες συνθήκες και ακόμα περισσότερο δυσκολότερες  πολιτισμικές προσεγγίσεις για την απόκτηση των μασκών αυτών, αλλά και τη μεταφορά τους. Ορισμένες εξ αυτών είναι εξαιρετικά σπάνιες, προερχόμενες από φυλές υπό εξαφάνιση ή ήδη πολιτισμικά χωρίς παρουσία στο χάρτη.

 

Οι μάσκες θα μπορούσαν σε γενικές γραμμές να διαχωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αυτές με θεατρική σκοπιμότητα, όπως οι Νoh, οι μάσκες των ινδικών επών, της Κορέας ή του Βιετνάμ, κάτι αντίστοιχο προς τα ελληνικά προσωπεία ή τις μάσκες της Commedia de l’ Arte, και οι μάσκες οι οποίες έχουν ένα τελετουργικό χαρακτήρα με σκοπό την πρόσκληση ή την εκδίωξη μεταφυσικών δυνάμεων ή ενδιάμεσων πνευμάτων και θεοτήτων. Βέβαια, ο διαχωρισμός αυτός είναι σχηματικός αφού και οι μάσκες του θεάτρου, το ίδιο το θέατρο είναι συχνά μια αναπαράσταση των χθόνιων και ουράνιων καταστάσεων αλλά και εκείνες της τελετουργίας εξίσου συχνά επιδιώκουν μια αναπαράσταση.

 

Οι μάσκες των οποίων ο χαρακτήρας είναι προσανατολισμένος στην τελετουργία, προς το Ιερό, έχουν σκοπό μέσω των μεταφυσικών δυνάμεων την ευόδωση των μεγάλων συμβολικών στιγμών που αφορούν τη ζωή της κοινότητας, θεϊκές επέτειοι, τελετές μύησης, περιτομής, τελετές κυνηγιού και άλλων δοκιμασιών  ή την ευόδωση προσωπικών δυσκολιών και ιδιαίτερων στιγμών, όπου η μάσκα έχει το ρόλο της ευχής ή του ξορκιού, για τον τοκετό, τη θεραπεία, ψυχολογική ή οργανική, το τραύμα, τη συνοδεία στο θάνατο.

 

Να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι με το αντικείμενο μάσκα, ιδιαίτερα στις κοινότητες του Ειρηνικού και της Αφρικής, εννοούν την πλήρη αμφίεση του ατόμου και όχι μόνο του προσώπου. Επίσης η μάσκα μπορεί να μην φοριέται αλλά να περιφέρεται ή να είναι τοποθετημένη σ’ ένα σημείο της κοινότητας. Κάποιες εξ αυτών καταστρέφονται αμέσως μετά την τελετή ή είναι φτιαγμένες από υλικά που αποσυντίθεται σταδιακά, χόρτα, χρώματα, κ.λπ. αφού έτσι εξαντλούν τη δύναμή τους και αφού μόνον οι θεοί είναι αθάνατοι, όπως στη Ν. Γουινέα.

 

Η μάσκα ως πολιτισμική καταβολή της ανθρωπότητας είτε μέσω μιας προ-θρησκευτικής εκδοχής (Ανιμισμός, Μαγεία…) είτε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης θρησκευτικής έκφρασης (Ινδουισμός, Βουντού…) υπηρετεί την επιθυμία του ανθρώπου να επιβληθεί στις δυνάμεις της φύσης, την επικράτηση του συμβολικού άξονα επί του «πράγματος», αλλά με εξωφυσικά-προλογικά μέσα. Όπως και σήμερα συμβαίνει εξ άλλου στον δυτικό άνθρωπο όταν κάνει λιτανείες ή προσεύχεται, με σκοπό τη συνοχή, διατήρηση και ασφάλεια της κοινότητας. 

 

Πρόκειται, αφ’ ενός για ένα αρχαίο μηχανισμό ταύτισης με τις δυνάμεις της επιθυμίας ή του φόβου και την προσωποποίησή τους για να περάσουν στη διάσταση της ορατής πραγματικότητας και αφετέρου για  την ανάπτυξη μιας ριζοσπαστικής προσέγγισης της Ετερότητας που προκύπτει από τους αρχαϊκούς ψυχολογικούς μηχανισμούς της ενδοβολής και της ενσωμάτωσης του θείου, του «ενθουσιασμού».

 

Συντελείται μια  μανική συνάντηση με το θείο, το Έτερον, τον Μεγάλο Άλλο όπου ο θεός ενσαρκώνεται ως λόγος σημασίας και εξ αυτού ερμηνείας, άρα ανατροπής  της μέχρι εκείνης της στιγμής υπάρχουσας σημασίας. Οι μάσκες καθίστανται έτσι, πανανθρώπινα σύμβολα, αναδεικνύοντας την αρχαία προσπάθεια του ανθρώπου να εξημερώσει ή να συμμαχήσει με την φύση, να υπάρξει συνοχή, ασφάλεια και αρμονία στην ομάδα και ταυτόχρονα να εκφράσει τη βαθύτερη επιθυμία για προσωπική ευτυχία.

 

Oι «Πρώτες τέχνες» μπολιάζουν δημιουργικά τη δυτική τέχνη με κεντρικό σημείο αναφοράς τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν» του Picasso, το 1907. Ο θεατής παρατηρεί ότι τα πρόσωπα των γυναικών του πίνακα είναι μάσκες της εθνότητας Φανγκ της Γκαμπόν, τις οποίες ο Picasso περιεργαζόταν στο Μουσείο του Τροκαντερό.

 

Το ποτάμι του Μοντερνισμού παρασύρει την παλαιά τέχνη και μέσω της ρήξης της φόρμας εκκολάπτονται και δημιουργούνται όλα τα κινήματα που διασχίζουν τον 20ο αιώνα και όχι μόνο. Κατά βάθος, η Μοντέρνα και η Σύγχρονη τέχνη όπως και οι «Πρώτες τέχνες» προσπαθούν να φέρουν στην επιφάνεια αδιαμεσολάβητα την ουσία της ανθρώπινης φύσης είτε αυτή είναι η ασύμβατη επιθυμία είτε η τρέλα ή η καταστροφή, επιχειρώντας μια ρήξη με την τέχνη ως θεραπαινίδα της καθεστηκυίας τάξης, θα ‘λεγε ο Foucault αλλά και μια ρήξη με «τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας» θα ‘λεγε ο Freud.

 

Προσπαθούν να εκφράσουν το άρρητο, το αόρατο, εκείνο που δεν μπορεί να εκφραστεί ή μάλλον μπορεί όσο μπορεί μέσω της τέχνης και ίσως της τρέλας η οποία ενίοτε συγκατοικεί με την τέχνη. Να τονίσουμε εδώ, την έτερη δημιουργική δύναμη που επηρεάζει βαθιά και ανανεώνει την τέχνη 40 χρόνια μετά τις «Δεσποινίδες», την «Art brut» έτσι όπως την εισήγαγε ο Dubuffet στο καλλιτεχνικό στερέωμα ως ισοδύναμης της επίσημης. Και στην περίπτωση της «Art brut» η ανέλκυση του αρχαίου ψυχικού υλικού είναι το ζητούμενο. Μόνο που εδώ, αναδύεται σε ατομικό επίπεδο, ενώ στις «πρώτες τέχνες» σε συλλογικό. Ωστόσο, η προσέγγιση της Ετερότητας παραμένει ο κοινός παρονομαστής.

 

Περισσότερα στοιχεία μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο «Το πράγμα, η λέξη και ο κόσμος», εκδόσεις Αρμός.- Αθήνα, 7/2/18, Φώτης Καγγελάρης