Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Aμερικανικές σειρές: Από την ΥΕΝΕΔ στην εποχή του Netflix

Ποιες αμερικανικές σειρές άφησαν ιστορία και πώς επέδρασαν στο ελληνικό τηλεοπτικό τοπίο;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ 14.11.2017

«Σταρ Τρεκ», «Μάχη», «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι», «Δυναστεία», «Ντάλλας», «Ντιουκς», «Στον πυρετό της δόξας», «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς», «Φιλαράκια», «Αυτός, αυτή και τα μυστήρια», «Τόλμη και Γοητεία», «Sex and the City», «Lost», «Game of Thrones», «House of Cards», «Baywatch», είναι μερικές από τις αμερικανικές σειρές που παρακολουθούσε σύσσωμη η ελληνική οικογένεια. Από τα χρόνια της δικτατορίας έως και σήμερα είναι πολλά τα τηλεοπτικά προϊόντα της Αμερικής που επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση της ταυτότητας του Έλληνα τηλεθεατή. Τι άλλαξε όμως στη διάρκεια των χρόνων; Και ποια είναι τα κυρίαρχα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που συντέλεσαν στη δημιουργία του τηλεοπτικού τοπίου;

 

«Από την ΥΕΝΕΔ μέχρι το Netflix» θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος τίτλος για το συλλογικό επιστημονικό έργο που μελετά τα τελευταία πενήντα χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης και πραγματεύεται το πώς η αμερικανική κουλτούρα διείσδυσε στο εγχώριο ακροατήριο. Πρόκειται για μια πολυσχιδή έρευνα σχετικά με τον κομβικό ρόλο της τηλεόρασης όσον αφορά την κατανάλωση προτύπων και συμπεριφορών, το δίπολο πομπός-δέκτης καθώς και τη σχέση ανάμεσα στη δημοφιλή κουλτούρα και στην ψυχοκοινωνική δυναμική. Προκειμένου να μας δώσουν μερικά στοιχεία από το πολυσέλιδο βιβλίο με τίτλο «Αμερικανικές σειρές στην ελληνική τηλεόραση - Δημοφιλής κουλτούρα και ψυχοκοινωνική δυναμική» συνομιλήσαμε με τους πανεπιστημιακούς Βασίλη Βαμβακά και Αγγελική Γαζή, οι οποίοι επιμελήθηκαν και συντόνισαν τη συγκεκριμένη έκδοση.


— Τι είναι αυτό που άλλαξε στην ελληνική τηλεόραση μέσα από τις αμερικανικές σειρές;

Βασίλης Βαμβακάς: Οι αμερικανικές σειρές, σε συνέχεια του χολιγουντιανού κινηματογράφου αλλά σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα, θέτουν τους βασικούς όρους της ψυχαγωγικής παγκοσμιοποίησης. Στην Ελλάδα, όπως ξέρουμε, θα αργήσει να έρθει η τηλεόραση, αλλά στη συνέχεια αυτός ο νέος κόσμος θα πλημμυρίσει συσσωρευτικά με όλες του τις πτυχές τα ελληνικά σπίτια. H έρευνά μας σε μεγάλο βαθμό εντοπίζει τη σημαντική επιρροή της αμερικανικής μυθοπλασίας στον προγραμματισμό της ελληνικής τηλεόρασης αλλά και στο ίδιο το περιεχόμενο των ελληνικών σειρών: κυρίως αντιθετική επιρροή μέχρι και τη δεκαετία του '80, κυρίως συνθετική την περίοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η τηλεοπτική ροή και στην Ελλάδα αποδεικνύεται πολύ δύσκολα περιορίσιμη σε εθνικές λογικές και επιδιώξεις, παρότι αυτές ανακυκλώνονταν διαρκώς τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του μέσου. Από την άλλη, η διστακτική, εν μέρει και ενοχική στο παρελθόν, οικειοποίηση αυτού του ψυχαγωγικού προϊόντος επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες ενός συγκεκριμένου τόπου καθορίζουν τελικά πολύ τον τρόπο πρόσληψης (αποδοχής ή άρνησης) της παγκοσμιοποίησης τηλεοπτικών προτύπων.

Αγγελική Γαζή: Στην Ελλάδα συνέβη ό,τι συνέβη σχεδόν σε όλη τη Δύση: η έμφαση στις αμερικανικές αξίες και ο αμερικανισμός ως ιδεολογία φαίνεται να αποτέλεσαν τα βασικά συστατικά που συνέθεσαν τις πολιτικές επιρροής της Αμερικής. Τα αμερικανικά προϊόντα κουλτούρας, και μέσα σε αυτά και οι αμερικανικές σειρές που εξετάσαμε, επηρεάζουν την Ευρώπη και η Αμερική φαίνεται να προάγει μια αφήγηση για κοινές πολιτισμικές αξίες με στόχο να γίνουν πανανθρώπινες. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα, και φυσικά στο πλαίσιο του πολιτικού αντιαμερικανισμού και του πολιτισμικού αμερικανοσκεπτικισμού, συγκροτείται η πολιτισμική ταυτότητα του τηλεθεατή μέσω επιδράσεων που προέρχονται από τον αμερικανικό τρόπο ζωής, την ευημερία, την ελευθερία και τη δύναμη των ΗΠΑ.

 

Το αμερικανικό τηλεοπτικό σύμπαν, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ύστερα, κάνει ό,τι μπορεί για να πάψει να θεωρείται χαμηλής ποιότητας προϊόν, σήμα κατατεθέν της αποβλακωτικής μαζικής κουλτούρας που υπήρξε στο παρελθόν και τα καταφέρνει περίφημα.


— Ποιος ήταν ο βασικός στόχος της έρευνας αλλά και της συγγραφής του βιβλίου;

Β.Β.: Στο βιβλίο αυτό προσπαθήσαμε να συντονίσουμε και να οργανώσουμε τα διαφορετικά μεθοδολογικά και θεωρητικά εργαλεία μας για να αντιμετωπίσουμε ένα μεγάλο ερευνητικό κενό, την ελληνική τηλεόραση. Αυτό το μέσο που τα τελευταία 50 χρόνια έχει σφραγίσει πολλαπλά τη ζωή μας αλλά που η εγχώρια κοινωνική επιστήμη ελάχιστα έχει προσεγγίσει με κατανοητικό βάθος και ερευνητική συστηματικότητα. Η τηλεόραση δεν έχει αποτελέσει αγαπημένο αντικείμενο μελέτης στην Ελλάδα, αφού κατατάσσεται στο αδιάφορο τμήμα της ειρηνευμένης σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και των διεργασιών που αυτή γέννησε. Δεν παραπέμπει σε ένδοξα, συγκρουσιακά και τραυματικά γεγονότα με τα οποία θέλει να καταπιάνεται συνήθως η ελληνική κοινωνική επιστήμη. Παραπέμπει στην απωθημένη κοινοτοπία μας. Εμείς αυτό τον κοινό τόπο αποφασίσαμε να τον μελετήσουμε όχι γενικά και αποδοκιμαστικά (όπως έχει συμβεί κατά καιρούς) αλλά πολύ συγκεκριμένα και προσεχτικά, τόσο ως προς τις ιδεολογικές όσο και ως προς τις ψυχοκοινωνικές διαστάσεις του.

Α.Γ.: Παράλληλα, θελήσαμε να δούμε τις επιδράσεις των προϊόντων της κουλτούρας στην ταυτότητα του Έλληνα τηλεθεατή και τις αναπαραστάσεις του για το τηλεοπτικό προϊόν των αμερικανικών σειρών. Θελήσαμε να δούμε ζητήματα που αφορούν την ατομική και την κοινωνική ταυτότητα, τη σχέση των τηλεθεατών με ό,τι δεν είναι ελληνικό και αφορά τις έξω ομάδες καθώς και τη σχέση του Έλληνα με τον «άλλον». Θέματα, δηλαδή, αναφορικά με την επεξεργασία των νεωτερικών και μετανεωτερικών αξιών, πρότυπα, στερεότυπα και ζητήματα πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής.

 

O Μπρους Γουίλις και η Σίμπιλ Σέπαρντ πρωταγωνιστούσαν στη σειρά «Αυτός, αυτή και τα μυστήρια».
O Μπρους Γουίλις και η Σίμπιλ Σέπαρντ πρωταγωνιστούσαν στη σειρά «Αυτός, αυτή και τα μυστήρια».


— Πιστεύετε ότι έχει τελειώσει ο νεοελληνικός αντιαμερικανισμός;

Β.Β.: Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Σίγουρα βρίσκεται σε μια προσωρινή αναστολή. Το είδαμε και στην πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ και στην άρση κάθε αριστερής κριτικής απέναντι στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Παρ' όλα αυτά, το αντιιμπεριαλιστικό πάθος με το οποίο η Ελλάδα για χρόνια αντιμετώπιζε τις ΗΠΑ (εν μέρει δικαιολογημένα για τον ρόλο τους στη δικτατορία) έχει αλλάξει στόχους και περιεχόμενο. Πρόσφατα, την περίοδο της αντιμνημονιακής έξαρσης, το είδαμε να στρέφεται εναντίον της Γερμανίας και γενικά να μπολιάζει, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, τον ευρωσκεπτικισμό και την κριτική στο οτιδήποτε προέρχεται από τον «δυτικό» κόσμο. Είναι πολύ ενδεικτική η δικαιολόγηση τρομοκρατικών χτυπημάτων πάνω σε αυτήν τη λογική. Όμως η Αμερική σε πολιτισμικό επίπεδο (μουσική, κινηματογράφος, τηλεόραση, λογοτεχνία) ποτέ δεν υπήρξε ένας καθολικός εχθρός στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αντίθετα, αποτέλεσε έναν πολύ σταθερό άξονα αναφοράς, έλξης, κατανάλωσης. Αυτό άλλωστε ψηλαφεί το βιβλίο μας μέσα από τη σχέση του Έλληνα τηλεθεατή με την πληθώρα των τηλεοπτικών σειρών 50 χρόνων: την ταλάντευση μεταξύ πολιτισμικού φιλοαμερικανισμού (έστω και ασυνείδητου) και του πολιτικού αντιαμερικανισμού.

Α.Γ.: Θα συμφωνήσω ότι είναι δύσκολο να απαντηθεί ένα τέτοιο ερώτημα και σίγουρα το βιβλίο δεν είχε την πρόθεση να το απαντήσει. Όμως είναι σημαντικό να τονιστεί αυτό που διαφαίνεται από την έρευνα, η αντίφαση δηλαδή μεταξύ πολιτισμικού αντιαμερικανισμού και αμερικανικού τρόπου ζωής που αφορά τον «εκμοντερνισμό» και την εμπορευματοποίηση της κουλτούρας και του ελεύθερου χρόνου. Να ληφθεί υπόψη ότι μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη δημιουργία της διατλαντικής κοινότητας μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, ενυπάρχουν η κριτική και ο σκεπτικισμός των Ευρωπαίων έναντι της Αμερικής. Στην Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, οι έντονες παρεμβάσεις των Αμερικανών μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, υλοποίηση του Σχεδίου Μάρσαλ, η χούντα των Συνταγματαρχών και το Κυπριακό) στα πολιτικά δρώμενα της χώρας επιτείνουν το φαινόμενο του αντιαμερικανισμού.


— Ποια ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά εντοπίζονται πλέον στους Έλληνες τηλεθεατές;

Α.Γ.: Καλύτερα, θα λέγαμε, σε ποιους τομείς διακρίνουμε αλλαγές αναφορικά με τη διαμόρφωση ταυτοτήτων. Μετά βεβαιότητας, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στους τρόπους δηλαδή που σχετιζόμαστε με τους άλλους, που κάνουμε φίλους, που ερωτευόμαστε, που χωρίζουμε κ.λπ. Στον τρόπο διαμόρφωσης συγκεκριμένου lifestyle (θυμηθείτε το bar society της δεκαετίας του '90 στην Αθήνα και την παράλληλη μετάδοση σειρών όπως το «Sex and the City)», στις καταναλωτικές πρακτικές (τους τρόπους που καταναλώναμε σε σχέση με τις σειρές που παρακολουθούσαμε), στις αλλαγές στο οικογενειακό μοντέλο. Σκεφτείτε πώς από την «Οικογένεια Γουόλτονς» περάσαμε στους «Ντιουκς», στον «Πυρετό της Δόξας» −ομάδες συνομηλίκων– και αργότερα σε σειρές όπως τα «Φιλαράκια» ή το «Sex and the City» ή σήμερα σε οικογενειακά μοντέλα όπως αυτό στο «House of Cards». Το σώμα και η σεξουαλικότητα επίσης αποτελεί πολύ σημαντικό πεδίο. Ας θυμηθούμε σειρές όπως το «Baywatch» ή ηρωίδες όπως η Σαμάνθα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη μητρόπολη ως τόπο με τον οποίο βρίσκεται σε διάλογο η ταυτότητα.

 

Baywatch
Baywatch


— Ποιες σειρές θα λέγατε ότι άφησαν ιστορία;

Β.Β.: Εξαρτάται από το κοινό στο οποίο απευθύνουμε το ερώτημα. Με βάση την τηλεθέαση, το μαζικό κοινό φαίνεται να το έχουν κερδίσει σαπουνόπερες (π.χ. «Πέιτον Πλέις», «Δυναστεία», «Τόλμη και Γοητεία»), νεανικές σειρές (π.χ. «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς», «Φιλαράκια»), φανταστικές περιπέτειες («Ηρακλής», «Ζήνα»), ενώ πιο πρόσφατα το «Lost» και το «Prison Break» αποτέλεσαν εμβληματικές σειρές όσον αφορά τη στροφή του ενδιαφέροντος στις αμερικανικές σειρές, που σε μεγάλο βαθμό είχε ατονήσει. Αν όμως πάμε σε πιο ειδικά (ίσως και σε πιο απαιτητικά) κοινά, τότε θα δούμε άλλη κατάταξη των σημαντικότερων σειρών και εκεί θα εμφανιστούν άλλες σειρές, με λιγότερο μαζική απήχηση (π.χ. «Star Trek», «Κολόμπο», «Δυτική Πτέρυγα», «The Wire» κ.λπ.). Σήμερα, βέβαια, σειρές όπως το «Game of Thrones» και το «House of Cards» δημιουργούν ταυτόχρονα μαζικό κοινό και ειδικές κοινότητες φαν. Σε κάθε περίπτωση, οι αμερικανικές σειρές, μέσα στη μεγάλη ποικιλία τους, συνέβαλαν στην ψυχαγωγική εξατομίκευση του Έλληνα τηλεθεατή, δηλαδή στη δυνατότητα επιλογής του είδους ή της μεμονωμένης σειράς που του έλεγε κάτι ευχάριστο ή σημαντικό.

Α.Γ.: Από τη δική μου έρευνα, σε κοινό ηλικίας 40-50 ετών προκύπτουν οι ακόλουθες σειρές ως πιο σημαντικές: «Λάση, η έξυπνη σκυλίτσα», «Μάχη», «Οικογένεια Γουόλτονς», «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι», «Ντάλλας», «Η βιονική γυναίκα», «Ντιουκς», «Δυναστεία», «Στον πυρετό της δόξας», «Σάντα-Μπάρμπαρα», «L.A. Low», «Μπιλ Κόσμπι», «Αυτός, αυτή και τα μυστήρια», «Τόλμη και Γοητεία», «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς», «Baywatch», «Στη λεωφόρο του Μέλροουζ», «Φιλαράκια», «Παντρεμένοι με παιδιά», «Sex and the City», «Grey's Anatomy», «Νοικοκυρές σε απόγνωση».


— Την περίοδο της δικτατορίας ποιες πολιτισμικές εισροές διακρίνετε στην ελληνική τηλεόραση;

B.B.: H ελληνική τηλεόραση από τις πρώτες μέρες της λειτουργίας της, όπως συνέβη και σε πολλές άλλες «περιφερειακές» χώρες, ενσωμάτωσε την αμερικανική μυθοπλασία. Επειδή αυτό καταρχάς συνέβη την περίοδο της δικτατορίας, πολλοί ταύτισαν το προϊόν των αμερικανικών σειρών με τη δικτατορική προπαγάνδα. Το κείμενο του Γρηγόρη Πασχαλίδη στο βιβλίο δείχνει ότι τα πράγματα δεν λειτουργούν με αυτόν το γραμμικό τρόπο. Οι περισσότερες αμερικανικές σειρές που προβλήθηκαν στις αρχές της ελληνικής τηλεόρασης δεν επιλέχθηκαν με ιδεολογικούς όρους αλλά για καθαρά πρακτικούς λόγους, όπως το γέμισμα του προγράμματος. Άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό οι σειρές αυτές, π.χ. «Μάχη», «Λόουν Ρέιντζερ», «Χαβάη 5-0», «Μπονάντσα», «Πέιτον Πλέις», «Οικογένεια Γουόλτονς», «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι», «Star Τrek», μέσα στη μεγάλη τους ποικιλία πραγματεύονταν μοντέρνες κοινωνικές σχέσεις και πρότυπα και δεν είχαν σχέση με το εθνικιστικό κιτς και το δόγμα «πατρίς - θρησκεία - οικογένεια» της δικτατορίας. Από τότε βλέπουμε τη διττή λειτουργία του τηλεοπτικού αυτού προϊόντος στην Ελλάδα. Λειτουργεί παράλληλα, και πολλές φορές, σε αντίθεση με τις επικρατούσες αντιλήψεις-σκοπιμότητες της πολιτικής εξουσίας που διαχειριζόταν τα τηλεοπτικά πράγματα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της κρατικής μονοπωλιακής περιόδου. Και επίσης βλέπουμε από τότε ότι ένα σημαντικό τμήμα της τηλεοπτικής κριτικής και της επιστημονικής κοινότητας το αντιμετωπίζει καχύποπτα ως προϊόν του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, τουλάχιστον μέχρι την έλευση της συνδρομητικής και διαδικτυακής τηλεόρασης.

 

Ντιουκς
Ντιουκς


— Ποια χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σε σχέση με το 2017;

B.Β: H βασικότερη αλλαγή που έχει επέλθει την τελευταία δεκαετία είναι ότι οι αμερικανικές σειρές, κυρίως μέσα από τη χρήση του Διαδικτύου και της συνδρομητικής τηλεόρασης, έχουν αποκτήσει ως συνήθεια, ως πολιτισμική πρακτική, ένα κύρος που δεν είχαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Εκεί που η κατανάλωση αμερικανικών σειρών σήμαινε κάτι εύπεπτο και ανάλαφρο −για πολλούς μια ανομολόγητη ευχαρίστηση−, εκεί που παρακολουθούσαμε, τη δεκαετία του '90 κυρίως, στο κανάλι Star καμιά τηλεοπτική ή κινηματογραφική αμερικανιά να περάσει η ώρα, τώρα, στη νέα ψηφιακή εποχή, με τις δυνατότητες επιλογής (και πειρατείας) που δίνονται, η παρακολούθηση αμερικανικών σειρών σηματοδοτεί έναν «μαραθώνιο» ποιότητας, μια ξεχωριστή και πολύ σημαντική διάσταση της καθημερινότητας πολλών θεατών, κυρίως των νεότερων. Το ίδιο άλλωστε το αμερικανικό τηλεοπτικό σύμπαν, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ύστερα, κάνει ό,τι μπορεί για να πάψει να θεωρείται χαμηλής ποιότητας προϊόν, σήμα κατατεθέν της αποβλακωτικής μαζικής κουλτούρας που υπήρξε στο παρελθόν και τα καταφέρνει περίφημα.


— Ποιο κοινό δημιούργησε το Διαδίκτυο;

Α.Γ.: Το κατακερματισμένο κοινό και το κοινό στο πλαίσιο του οποίου ο ακροατής «συναποφασίζει» τόσο για την πρόσληψη όσο και για την παραγωγή της τεχνολογίας, του περιεχομένου, των συμμετεχόντων και των οργανισμών.

Β.Β.: Θεωρώ ότι το κοινό που στράφηκε κυρίως στις αμερικανικές σειρές μέσω Διαδικτύου, αρχικά μέσω πειρατείας και πρόσφατα από πλατφόρμες τύπου Netflix, είναι κυρίως το νεανικό, αυτό που για διάφορους λόγους αρνήθηκε την τηλεοπτική ψυχαγωγία των συμβατικών τηλεοπτικών σταθμών και ως έναν βαθμό μετά το 2007 τους ανάγκασε να αλλάξουν πολιτική και να στραφούν και πάλι στο αμερικανικό τηλεοπτικό προϊόν. Παρ' όλα αυτά, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι αυτό το κοινό δεν είναι το μοναδικό της τηλεόρασης. Μεγαλύτερες ηλικίες και κοινωνικά στρώματα με χαμηλότερη μόρφωση συνεχίζουν να παρακολουθούν κυρίως τα παλιά κανάλια και τα προγράμματά τους. Η σύγκλιση των μέσων στην ψηφιακή εποχή δημιουργεί απόκλιση του κοινού, μια εξέλιξη που αρχίζει να μελετάται διεθνώς με μεγάλο ενδιαφέρον, και αρκετή ανησυχία θα έλεγα.


— Ζούμε πλέον την εποχή της μετα-τηλεόρασης;

Α.Γ.: Ζούμε την περίοδο της σύγκλησης των μέσων. Αλλάζουν οι οθόνες θέασης, οι πλατφόρμες παραγωγής και διάχυσης του περιεχομένου, διευρύνεται το κοινό, αλλά παραμένουμε στην περίοδο θέασης. Η όραση παραμένει το αισθητήριο όργανο πρόσληψης του ερεθίσματος της εικόνας. Αν αυτό δεν αλλάξει, δεν θεωρώ ότι μπορούμε να μιλάμε για κάτι «μετά».

Β.Β.: Η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη στον χώρο της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα βέβαιο συμπέρασμα, αλλά οπωσδήποτε η εποχή του Netflix και όλων των διαδικτυακών μετεξελίξεων της τηλεόρασης φέρνει τεράστιες αλλαγές. Πολλές από αυτές δεν είναι εντελώς άγνωστες. Η μετα-τηλεόραση σε πολλά μοιάζει στον κινηματογράφο, τον χολιγουντιανό αλλά και τον ευρωπαϊκό (η σκανδιναβική τηλεόραση γνωρίζει μια πρωτόγνωρη άνθηση). Σε πολλά πράγματα, πάλι, απλώς νοσταλγεί την παλιότερη εποχή της τηλεόρασης ως μαζικού μέσου, δηλαδή ως εκείνου του μέσου στο οποίο συναντιούνταν τα βλέμματα όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Εδώ η νοσταλγία των '80s είναι αξιοσημείωτη (σε σειρές όπως «Stranger Τhings», «Americans» κ.ά.). Έχει αντικατασταθεί ο παλιός αντιαμερικανισμός από τον ευρωσκεπτικισμό.

 

To μικρό σπίτι στο λιβάδι
To μικρό σπίτι στο λιβάδι


— Πριν από λίγο καιρό ξαναπαίχτηκε με την ίδια επιτυχία μια παλιά σειρά, το «Μικρό σπίτι στο λιβάδι». Πού οφείλεται η επιτυχία της;

Α.Γ.: Σήμερα διακρίνουμε μια τάση νοσταλγίας. Ο 21ος αιώνας, ο αιώνας της τεχνολογίας, έχει ξεκινήσει με γρήγορες και πολυεπίπεδες αλλαγές που ορίζονται από την τεχνολογία και μια παράλληλη, ας μου επιτραπεί ο όρος, φετιχοποίηση της ίδιας της τεχνολογίας. Η ιστορία των μέσων καταδεικνύει ότι κανένα μέσο δεν παύει να υπάρχει, δεν χάνεται όταν εμφανίζεται ένα νέο. Και αναφορικά με τη νοσταλγία του 21ου αιώνα και το συνεχές κρυφτό με το παρελθόν, θα έλεγα ότι συμβαίνει εξαιτίας κυρίως αυτού που ο Μπάουμαν όρισε ως αποτέλεσμα της «ρευστής» νεωτερικότητας. Ρευστοί καιροί, στους οποίους, όταν όλα τείνουν ή οφείλουν να είναι παροδικά, εφήμερα, το μόνο που παραμένει σταθερό είναι το παρελθόν.

Β.Β.: Η τηλεόραση αποτελεί μια τράπεζα κοινής, σχεδόν παγκόσμιας μνήμης. Οι σειρές, οι πιο επιτυχημένες, επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά, άλλοτε από συνειδητή πολιτική των καναλιών (πολύ σπάνια στην Ελλάδα), άλλοτε απλώς για να γεμίσουν το πρόγραμμα. Το πολλαπλό ενδιαφέρον που σημειώνεται σε εικονογραφικούς όρους για την οικογένεια (κινηματογράφος, διαφήμιση κ.λπ.), η δημιουργική αποδόμησή της από την τηλεοπτική κωμωδία (π.χ. «Παντρεμένοι με παιδιά», «Modern Family»), δεν παύουν να έχουν ως αρχή τους κλασικά τηλεοπτικά πρότυπα οικογενειακής εξιδανίκευσης, όπως αυτά που προβάλλονται στο «Μικρό σπίτι στο λιβάδι». Η επαναφορά παλιών τηλεοπτικών σειρών είναι κάτι ανάλογο με το συνεχές παίξιμο των παλιών ελληνικών ταινιών. Είναι εικόνες, είναι σύμβολα, είναι ήθη, είναι ιδέες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά είτε με νοσταλγικούς, είτε με αναστοχαστικούς όρους, είτε και με τα δύο. Κάποιο κανάλι πιστεύω ότι θα μπορούσε κάλλιστα να παίξει ακριβώς πάνω σε αυτούς τους όρους, χωρίς άλλο πρόγραμμα. Θα πήγαινε περίφημα σε επίπεδο τηλεθέασης.

 

— Ποια είναι τα βασικά στοιχεία του τηλεθεατή της Μεταπολίτευσης;

Β.Β.: Αν θέλουμε μια σύντομη απάντηση, οι τηλεθεατές της Μεταπολίτευσης υπήρξαν οι πολίτες της. Ανοιχτοί σε μια πληθώρα εικόνων και εξ αποστάσεως βιωμάτων, πολύ λιγότερο παθητικοί απ' ό,τι θεωρήθηκε, πολύ περισσότερο καχύποπτοι με την εικόνα και ανικανοποίητοι από το τηλεοπτικό θέαμα που τους προσφέρθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες από την εγχώρια παραγωγή, έτοιμοι από καιρό να δραπετεύσουν συνειδητά ή ασυνείδητα σε άλλες τηλεοπτικές ηπείρους.

Α.Γ.: Νομίζω ότι επρόκειτο για θεατές που, όπως και στην Αμερική, «δεν υπήρχε λόγος να στέκονται ενάντια στον θάνατο, αν δεν ήξεραν να απολαύσουν την ζωή όταν την είχαν».


— Τι κρατάτε περισσότερο από την ενασχόλησή σας με την συγκεκριμένη έρευνα;

Α.Γ.: Για μένα η συγκεκριμένη έρευνα ήταν αποκαλυπτική αναφορικά με τις επιδράσεις των πολιτισμικών προϊόντων κουλτούρας. Δεν είχα φανταστεί το εύρος των ψυχοκοινωνικών αλλαγών που είναι δυνατόν να συντελεστούν στην ταυτότητα μέσω του τηλεοπτικού προϊόντος. Και καθώς η έρευνα αφορά περίοδο 50 ετών θέασης, με εντυπωσίασε η συνάρτηση και η πολυπλοκότητα των μεταβλητών, ο τρόπος που η Αμερική διείσδυσε πολιτισμικά στην Ευρώπη και, φυσικά, το γεγονός ότι αυτή η διείσδυση βιώθηκε ως δείγμα απελευθέρωσης από τις αξίες και τα ιδανικά της παραδοσιακής Ευρώπης.

Β.Β.: Προσωπικά, κρατώ τη συλλογική προσπάθεια, το γεγονός ότι νεότεροι και παλιότεροι συνάδελφοι, μέσα σε πολύ αντίξοες συνθήκες, δούλεψαν μαζί, με τρόπο διεξοδικό και κουραστικό για να μελετήσουν κάτι που έχει ελάχιστο επιστημονικό και κοινωνικό κύρος στη χώρα μας, αλλά είναι εξόχως σημαντικό: την τηλεοπτική μας ιστορία, το τηλεοπτικό μας παρόν. Τη θεαματικότητα της πεζής πραγματικότητάς μας που έχει τόσο πολλά να μας πει για τις παλιότερες και νεότερες κοινωνικές μας σχέσεις.

 

Το βιβλίο «Αμερικανικές σειρές στην ελληνική τηλεόραση - Δημοφιλής κουλτούρα και ψυχοκοινωνική δυναμική» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Δημοσιογράφος. Σπούδασε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστήμιου ([email protected])
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ