Κάποτε στην Αθήνα, όταν ήταν ακόμα αρχόντισσα, έπαιζε το κουμ-καν της σε φερ-φορζέ σαλονάκια σε ρετιρέ βεράντες της μεγαλοαστικής Κυψέλης και της Πατησίων, αγόραζε τις γόβες της sur mesure στου Σκλια και στου Moυριάδη και έραβε φλοράλ crepe de Chine συνολάκια στου Τσοπανέλη, γεννήθηκε μια Αγάπη.

 

Η μια γιαγιά της, η Πελοποννήσια, της μαγείρευε συκωτάκια λαδορίγανη και μαγειρίτσα, η άλλη, η Σαμιώτισσα, σουτζουκάκια και πίτα με συκωτάκια σε φόρμα του κέικ.


Η κουζίνα της μαμάς, πιο τολμηρή, δεν δίσταζε να σβήσει τις μπριζόλες με ξίδι και να υιοθετήσει στα χαρτοπαιχτικά καρέ και στα συχνά-πυκνά τραπεζώματα ενός κοινωνικότατου σπιτιού τη ρώσικη με καπνιστό σολομό, τα βολοβάν και όλο το ρεπερτόριο της αστικής, μπάσταρδης κατά πολλούς, κουζίνας του Τσελεμεντέ.

 

Όταν ήρθε η σειρά της μικρής Αγάπης να κάνει την παρθενική της είσοδο στην κουζίνα, μαγείρεψε κοκκινιστό. Χωρίς κρεμμύδι, καθώς κανείς δεν την είχε ενημερώσει, όπως διατείνεται.

 

Ο καλοαναθρεμμένος της εγκέφαλος δεν μπορεί να εννοήσει πώς γίνεται να φάει ένας άνθρωπος σε πιάτο από μελαμίνη ή πώς γίνεται να καλέσεις έστω και την κολλητή σου για μια σούπα και να μην έχεις προνοήσει για το hors d'oeuvre.


Όταν μεγάλωσε, έπιασε δουλειά στην τράπεζα. Η γαλλική της παιδεία την έστειλε να εργαστεί στο Παρίσι για πολλά χρόνια, όπου η Αγάπη, απογαλακτισμένη και ανεξάρτητη πια, ανοίγει το δικό της παριζιάνικο σπίτι με το που πατά το πόδι της στην Πόλη του Φωτός, με ένα πρώτο ντινέ, στο οποίο μαγείρεψε φιλετάκια αλά κρεμ.

 

Οι καιροί περνούν, η Αγάπη επιστρέφει και στο αθηναϊκό της σπίτι και γίνεται φίλη μας. Το σπίτι της, ένα καταφύγιο της καλής ζωής. Αυτή θα οργανώσει τα ρεβεγιόν, τις Καθαρές Δευτέρες, τα γενέθλια, τις γιορτές και λοιπές επετείους.

 

Σούπα με φινόκιο και καπνιστό σολωμό
Σούπα με φινόκιο και καπνιστό σολωμό

 

Παραμένοντας παθιασμένα Κυψελιώτισσα και παλιά Αθηναία, ακόμη και όταν η Αθήνα που θέλει να λέγεται σικ μετακομίζει σε προάστια και κυκλοφορεί με χρυσοποίκιλτα labels, εκείνη επιμένει να ράβεται στη μοδίστρα της και να σερβίρει τους καλεσμένους της σε πορσελάνες και κρύσταλλα με ιστορία, ακολουθώντας την πιο αυστηρή art de la table των Βερσαλλιών και του Λουδοβίκου 14ου που λάτρευε τα τσιμπούσια.


Ο καλοαναθρεμμένος της εγκέφαλος δεν μπορεί να εννοήσει πώς γίνεται να φάει ένας άνθρωπος σε πιάτο από μελαμίνη ή πώς γίνεται να καλέσεις έστω και την κολλητή σου για μια σούπα και να μην έχεις προνοήσει για το hors d'oeuvre, το απεριτίφ, μια σαλάτα, ένα γλυκό, μια ποικιλία από digestifs και κάτι σε amuse bouche και όλ' αυτά με τον ανάλογο στρατό από πορσελάνες και λοιπά αξεσουάρ του σερβίς, συν το χειροποίητο τραπεζομάντιλο κι ένα φρέσκο μπουκέτο λουλούδια για το center piece του τραπεζιού.


Η Αγάπη δεν έχει Φιλιππινέζες στην υπηρεσία της, δεν είναι η Μαντάμ Σουσού, ούτε η κυρία του κυρίου τάδε, ούτε καμιά ψηλομύτα Εκαλιώτισσα νέας κοπής, δεν είναι καν πλούσια.


Είναι ένας σκληρά εργαζόμενος, προσγειωμένος άνθρωπος και μια κιβωτός των παλιών, καλών, ευρωπαϊκών τρόπων που ήξεραν να τιμούν τον καλεσμένο, τη συνταγή, τη φιλοξενία, την ευδαιμονία της συνεύρεσης, αυτή που αυθόρμητα θα προφέρει το ταγιέρ «tailleur» και το ζαμπόν «jambon».

 

Η ζωή της βαίνει σαν υγιέστατο καρδιογράφημα, μέχρι που φτάνει, ακάλεστη, η κρίση. Και η Αγάπη μπαίνει... στο «ψυγείο» της τράπεζας, που άλλαξε διοίκηση. Για κάποιον, αυτό το αναγκαστικό πληρωμένο καθισιό σε ένα γραφείο θα ήταν σκέτη ευλογία. Η Αγάπη δυσφόρησε. Πολέμησε την αναγκαστική αργία με βιβλία και πολλά τσιγάρα, κλαίγοντας τη μοίρα της καρφωμένη σε μια καρέκλα.

 

Μια σωτήρια μέρα, μια συνάδελφος της ζητά συνταγές για να ανανεώσει το ρεπερτόριο στο καθημερινό της τραπέζι, καθώς και οι γάτες γνωρίζουν τη μαγειρική δεινότητα αλλά και την αυστηρότητα της φίλης μας ως προς τη μαθηματική εκτέλεση μιας συνταγής.


Η Αγάπη στέλνει το πρώτο της μαγειρικό mail. Ακολούθησαν φίλες, κουμπάρες και λοιποί του στενού κύκλου. Η Αγάπη είδε φως στο τούνελ του «ψυγείου». Άρχισε να μοιράζει συνταγές με mails, συνοδεύοντάς τα αρχικά με κάποια σπαραξικάρδια μηνύματα που αφορούσαν την παγωμένη κατάσταση της ζωής της.

 

Μίνι πάβλοβα με αχλάδι ποσέ
Μίνι πάβλοβα με αχλάδι ποσέ

 

Σιγά-σιγά, τα mails άρχισαν να εμπλουτίζονται με ξεχασμένες ιστορίες, μνήμες, οικογενειακές μαγειρικές στιγμές ζώντων και νεκρών, συνειρμούς, συμβουλές που βρήκαν χώρο να εισβάλουν στο κενό, σιωπηλό γραφείο της.

 

Γκραν σουξέ! Το κλαμπ επεκτείνεται, κάθε μέρα αποκτά νέα μέλη. Η ζωή της Αγάπης βγήκε από την κατάψυξη, ξεπάγωσε, πήρε φωτιά! Και νόημα! Έτσι άρχισε να «εκτίθεται ανεπανόρθωτα» σε έναν μαγειρικό λόγο, άλλοτε «απαλό σαν μους», άλλοτε «εκρηκτικό σαν ινδικό κάρι, γλυκό σαν καραμέλα ή παρηγορητικό σαν σταφιδόψωμο, άλλοτε πληθωρικό σαν coq au vin».

 

H oριστική απόλυση που ήρθε το 2013 της έλυσε τα δεσμά, αφήνοντάς την με ένα ημερολόγιο καμωμένο από mails νοστιμιάς. Η Νίκη, κοινή μας φίλη, έδωσε τον τίτλο «Frozen Banker». Που έγινε βιβλίο.

 

«Η αυτολογοκρισία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη» λέει η συγγραφεύς. Κι αυτό, για όλους εμάς που χρόνια γράφουμε επαγγελματικά για τη γεύση, είναι ένα τεράστιο χαστούκι.

 

Γιατί η Αγάπη έγραψε το πιο ελεύθερο και απελευθερωμένο συνάμα γευστικό πόνημα, χωρίς να ξέρει ότι κάποτε θα εκδοθεί, μη γνωρίζοντας τίποτα από τα γαστρονομικά επαγγελματικά πράγματα και τους ανθρώπους τους.

 

Γράφει αυθόρμητα, σαν παιδί της γεύσης, απευθύνεται και λογοδοτεί μόνο σε κείνην. Δεν γράφει για να αρέσει στον διευθυντή, στον εκδότη, δεν γράφει για να τη «βγει» στον συνάδελφο, δεν γράφει για να πάρει likes και να δημιουργήσει ντόρο με τις φαεινές της ιδέες.

 

Το outsider στυλ της τρέφεται από την τεράστια παιδεία της, από τις χιλιάδες βιβλιοθήκες που έχει καταβροχθίσει μαζί με ριζότι, κάρι, σεβίτσε, τορτίγιες και mousse au chocolat −ναι, έχει το δικό της λογοτεχνικό κλαμπ!−, τρέφεται από την εγκυκλοπαιδική γνώση όλων των γεύσεων του πλανήτη.

 

Το θες για πάντα όχι στη βιβλιοθήκη αλλά στο κουζινικό σου προσκεφάλι, ανάμεσα στον νεροχύτη και την κουζίνα. Την εποχή που η γενικώς συνταγή έχει γίνει μια σούπα που «φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της», που θα έλεγε και ο Σεφέρης, η Αγάπη μας επαναφέρει στην αρτιότητα της συνταγής που έρχεται, όμως, με το σωστό συνοδευτικό: την Ιστορία, την κοινωνία, τη μνήμη, τις καθημερινές κουβέντες, τη λογοτεχνία, τη χαρά του τραπεζιού, τον πολιτισμό.

 

Γιατί αυτό είναι η μαγειρική. Και το είχαμε ξεχάσει.