Είναι πλέον κοινός τόπος ότι στον κόσμο των social media ο καθένας ζει στη δική του προσωπική "φούσκα". Από την πρώτη κιόλας ημέρα εγγραφής, εξαιρετικά περίπλοκοι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης εντοπίζουν τα ενδιαφέροντα και τις αρέσκειες μας, κατατάσσοντας μας σε κοινωνικές υπο-ομάδες με πολύ καλά μελετημένα μοτίβα συμπεριφοράς και δράσης.

 

Αυτός είναι ο τρόπος των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης να μας δεσμεύουν σε έναν κόσμο μαγικό, λεπτά ρυθμισμένο σαν το μάτριξ, υποδεκτικό στην ιδιοσυγκρασία μας, αυξάνοντας εν τέλει την αλληλεπίδραση μας με το περιεχόμενο που φιλοξενούν, όπως και την πιθανότητα να κάνουμε κλικ στις προβαλλόμενες διαφημίσεις.

 

Η αρχική σελίδα είναι ένα οικείο μέρος για όλους μας, γεμάτο φωτογραφίες από φίλους και γνωστούς, τραγούδια, όμορφα σκυλιά και γατιά, αστεία gifs. Άπαξ και σκρολάρεις αρκετά, όμως, πυκνώνουν οι ειδησεογραφικές αναρτήσεις με νέα από τον κόσμο, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Σε αυτό το σημείο αρχίζει να μας απορροφά το μάτριξ. Ένα σύμπαν πολύ διαφορετικό για τον καθέναν μας, όπου τα τρέχοντα γεγονότα και οι εξελίξεις συναρμόζουν τέλεια μεταξύ τους, όπως και με τα ενδιαφέροντα και τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις μας.

 

Επί παραδείγματι, τη δική μου αρχική τη διανθίζουν επιστημονικά νέα, ώστε να ενημερώνομαι για τις πρόσφατες εξελίξεις στον κόσμο της έρευνας και να γράφω άρθρα, όπως επίσης κοινωνικά και πολιτικά νέα φιλελεύθερου/προοδευτικού προσήμου. Τι θα συνέβαινε, ωστόσο, αν ξαφνικά αποκτούσα πρόσβαση στο λογαριασμό ενός τρίτου; Θα ήταν οικείο θέαμα το διαρκώς ανανεούμενο μωσαϊκό των αναρτήσεων; Προφανώς, όχι.

 

Τελευταίως, κυκλοφορούν screenshots από την αρχική άλλων χρηστών, με αναρτήσεις όπως οι εξής:

 

 

 

Οι θεωρίες συνωμοσίας και τα ψευδή νέα δεν έχουν τελειωμό - το ένα πιο εξωφρενικό από το άλλο! Συνήθως, προσπερνώ αυτά τα ντοκουμέντα ανοησίας μειδιώντας, και ομολογώ ότι αδυνατώ να πιστέψω στην ύπαρξη συμπολιτών μου, που όντως τα διαβάζουν και τα θεωρούν έγκυρα/αποκαλυπτικά. Ακριβώς γιατί ζω στη δική μου προσωπική φούσκα.

 

Οι άνθρωποι αυτοί είναι καθημερινοί συμπολίτες μας, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί - δε ζουν σε κάποιο γκέτο, ξέμακρα απ' τον κόσμο. Και όταν διαπιστώνουμε ότι ενδεχομένως να ασπάζονται αυτές τις εντελώς παράδοξες σε εμάς κοσμοθεωρίες, μια αμηχανία τη νιώθουμε.

 

Δε θα έπρεπε, όμως. Το δικό μας σύστημα λογικής ανάλυσης και θυμικής είσπραξης του περιρρέοντος κόσμου, εκπηγάζει από εγγενείς μας τάσεις που διαμορφώθηκαν υπό την επιρροή χαοτικών συνιστωσών, παραμετροποιημένων από υποκείμενες γονιδιακές, νευροβιολογικές, και οπωσδήποτε βιωματικές αιτίες.

 

Άπαξ και θρονιάσει μια πεποίθηση στο μυαλό μας, είναι εντυπωσιακά δύσκολο -δυσκολότερο απ' όσο υποδεικνύει η πίστη μας στην ανθρώπινη λογική- να εκριζωθεί, όσο και εάν τα νέα δεδομένα απαιτούν αναθεώρηση από μέρους μας.

 

Αποδεχόμενοι, λοιπόν, το γεγονός ότι ο καθένας ζει στο δικό του κόσμο, δίχως αυτό να είναι αφ' εαυτού καταδικαστέο, ας αναρωτηθούμε: Γιατί κάποιοι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν αδιανόητες θεωρίες συνωμοσίας και καταφανώς ψευδείς ειδήσεις; Ποια νευροβιολογική/ψυχολογική ανάγκη αντανακλά και πως διαμορφώθηκε αυτή;

 

Η επιστήμη έχει να δώσει κάποιες ενδιαφέρουσες απαντήσεις και σας τις παρουσιάζω, ψύχραιμα και αποστασιοποιημένα.

 

Το 1975, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ στρατολόγησαν μία ομάδα προπτυχιακών φοιτητών, με σκοπό να λάβουν μέρος σε μια μελέτη σχετικά με την αυτοκτονία. Στον κάθε συμμετέχοντα παρουσιάζονταν ζεύγη σημειωμάτων αυτοχειρίας. Το ένα είχε συνταχθεί από τυχαίο άτομο και το άλλο από κάποιον που αληθινά είχε αφαιρέσει τη ζωή του.

 

Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τους φοιτητές να διακρίνουν ποιο εκ των δύο σημειωμάτων ήταν το γνήσιο. Μετά από αρκετές επαναλήψεις του πειράματος, διαπιστώθηκε ότι κάποιοι εξ αυτών κατείχαν εξέχουσα ικανότητα να ταυτοποιούν τα γνήσια σημειώματα, ενώ κάποιοι άλλοι ήσαν τρομακτικά ανίκανοι, καθώς σημείωναν απελπιστικά χαμηλά σκορ.

 

Όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις ψυχολογικές μελέτες, οι συνθήκες και τα σκορ, όλα, ήταν στημένα. Οι φοιτητές είχαν καταταχθεί εν αγνοία τους σε δύο ομάδες, η μία εκ των οποίων έπρεπε να πειστεί για την εξέχουσα ικανότητα ταυτοποίησης και η άλλη για την απογοητευτική έλλειψη αυτής. Πράγματι, αυτό και συνέβη.

 

 

 

Ωστόσο, όταν οι ερευνητές αποκάλυψαν την εξαπάτηση τους, αδυνατούσαν και οι δύο ομάδες να πιστέψουν ότι τα αποτελέσματα ήταν τυχαιοποιημένα. Δηλαδή, ότι οι μεν δεν κατείχαν αυτή τη σπουδαία ικανότητα και ότι οι δε δεν τα πήγαιναν χειρότερα από το στατιστικώς προσδοκώμενο.

 

Το συμπέρασμα; Άπαξ και θρονιάσει μια πεποίθηση στο μυαλό μας, είναι εντυπωσιακά δύσκολο -δυσκολότερο απ' όσο υποδεικνύει η πίστη μας στην ανθρώπινη λογική- να εκριζωθεί, όσο και εάν τα νέα δεδομένα απαιτούν αναθεώρηση από μέρους μας.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, μία άλλη ομάδα φοιτητών του Στάνφορντ στρατολογήθηκε, με σκοπό την αξιολόγηση μίας στρατηγικής διάσωσης εγκλωβισμένων σε πυρκαγιές.

 

Στην πρώτη περίπτωση, τη στρατηγική αξιοποιούσε ο πυροσβέστης Φρανκ, ο οποίος παρουσιάστηκε ως πατέρας ενός νεογέννητου βρέφους, που λάτρευε τις καταδύσεις και διάλεγε πάντοτε το ασφαλέστερο μονοπάτι για να διασώσει μία ανθρώπινη ζωή. Σύμφωνα με τους ανώτερους της υπηρεσίας ήταν ένας επιτυχημένος πυροσβέστης και επαγγελματίας.

 

Στη δεύτερη περίπτωση, η ίδια στρατηγική συνδέθηκε με τον πυροσβέστη Τζωρτζ, ο οποίος είχε ένα μικρό γιο, έπαιζε γκολφ και, παρά το γεγονός ότι διάλεγε πάντα το ασφαλέστερο μονοπάτι διάσωσης, είχε λάβει αρκετές παρατηρήσεις απ' τους ανώτερους της υπηρεσίας του και θεωρούνταν κακός επαγγελματίας.

 

Διαπιστώθηκε ότι η άποψη των φοιτητών σχετικά με τη στρατηγική διάσωσης διαμορφωνόταν ανάλογα με το αν παρουσιαζόταν σε σύνδεση με τον καλό ή κακό πυροσβέστη. Όταν οι ερευνητές επιχειρηματολογούσαν ενάντια στην εκάστοτε άποψη, οι φοιτητές αρνούνταν να αλλάξουν γνώμη.

 

Τι κι αν τους παρείχαν σοβαρά στατιστικά στοιχεία και καταρριπτικά επιχειρήματα σωρό; Καμία σημασία δεν είχε για τις ήδη διαμορφωμένες πεποιθήσεις τους.

 

Μετέπειτα έρευνες, κατέδειξαν την ισχυρή επιρροή μίας ακόμη τάσης των ανθρώπων, της επονομαζόμενης προκατάληψης επιβεβαίωσης. Οι άνθρωποι τείνουν να ενστερνίζονται όσες πληροφορίες υποστηρίζουν τις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις τους και να απορρίπτουν όσες τις διαψεύδουν.

 

Ένα από τα πιο διάσημα σχετικά πειράματα έγινε, και πάλι, στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Για τις ανάγκες του πειράματος, οι ερευνητές συνέθεσαν μία ομάδα συμμετεχόντων, μισοί εκ των οποίων υποστήριζαν τη θανατική ποινή, κρίνοντας ότι αποτρέπει αποτελεσματικά το έγκλημα, και οι άλλοι μισοί ήταν αντίθετοι, φρονώντας ότι δεν έχει καμία επίδραση στα ποσοστά της εγκληματικότητας. Κατόπιν, οι φοιτητές κλήθηκαν να διαβάσουν δύο μελέτες σχετικά με τη θανατική ποινή και να αξιολογήσουν την εγκυρότητα/αξιοπιστία τους.

 

Ορθά μαντέψατε: η μία μελέτη παρουσίαζε επιχειρήματα υπέρ της καταδίκης και η άλλη ενάντια. Και οι δύο είχαν σχεδιαστεί, ώστε να παρουσιάζουν τα επιχειρήματα αντικειμενικά, επιστρατεύοντας εξίσου πειστικά στατιστικά δεδομένα.

 

Όσοι φοιτητές υποστήριζαν τη θανατική, αξιολόγησαν τις έρευνες υπέρ της ως πιο πειστικές και έγκυρες, ενώ οι φοιτητές που εναντιώνονταν σε αυτή, εκτίμησαν το αντίθετο. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι όλοι οι συμμετέχοντες αποχώρησαν από την έρευνα ακόμη πιο πεπεισμένοι για τις απόψεις που έφεραν εξ αρχής.

 

Είναι λες και τα δεδομένα δεν αλλάζουν ποτέ τις απόψεις μας, παρά μόνο τις ενισχύουν, αν τύχει να βρίσκονται σε αρμονία με αυτές.

 

Οι ψυχολογικές μελέτες του Στάνφορντ έλαβαν υψηλή δημοφιλία τη δεκαετία του '70), καταδεικνύοντας για πρώτη φορά τη δυσπραγία του ανθρώπου να προβεί σε αρμόζουσες αναθεωρήσεις, όταν αυτό επιτάσσουν τα διαθέσιμα στοιχεία και γεγονότα. Έκτοτε χιλιάδες ερευνών ακολούθησαν, επικυρώνοντας τα παραπάνω ευρήματα, διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη μας στην ανθρώπινη λογική και αποκαλύπτοντας σημαντικούς περιορισμούς της.

 

Παρά ταύτα, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την εκπληκτική ανάπτυξη του πολιτισμού μας, της τεχνολογίας και των επιστημών, η οποία θα ήταν ανύπαρκτη δίχως έρεισμα στη λογική σκέψη και αναλυτική ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού.

 

Την ασυμμετρία μεταξύ αυτών των παρατηρήσεων έρχεται να εξομαλύνει ένα πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο, «Το αίνιγμα της Λογικής», συγγραφείς του οποίου είναι γνωστικοί νευροεπιστήμονες του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Όπως υποστηρίζουν, οι Mercier και Sperber, το αίτιο αυτής εντοπίζεται στη σύγκρουση δύο διαφορετικών ειδών νοημοσύνης που έχει αναπτύξει ο άνθρωπος κατά την πορεία της εξέλιξης:

  • την κοινωνική νοημοσύνη
  • τη αναλυτική και λογική σκέψη

Αν το σκεφτείτε, βγάζει νόημα. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του είδους μας είναι η ξεχωριστή στο ζωικό βασίλειο δεύτερη ικανότητα. Ωστόσο, η επικοινωνία των λογικών σκέψεων σε άλλα μέλη του είδους, με στόχο την από κοινού επίλυση ενός προβλήματος, προϋποθέτει τη συνεργασία μεταξύ τους και τη διαχείριση περίπλοκων κοινωνικών δικτύων. Δεν είναι σπάνιο να θυσιάζεται η λογική και η αλήθεια στο βωμό της εξυπηρέτησης/προαγωγής των χρήσιμων κοινωνικών επαφών.

 

Συν τοις άλλοις, η δαρβίνεια εξέλιξη εμφύσησε στα κοινωνικά όντα ένα ιδιαίτερο ένστικτο κοινωνικής αλληλεπίδρασης, που ονομάζεται ομαδική ευνοιοκρατία, και εξωθεί τους ανθρώπους σε συχνότερη ωφέλιμη αλληλεπίδραση με μέλη της δικής τους ομάδας, απ' ό,τι με μέλη άλλων.

 

Οι διακρίσεις με βάση την εθνικότητα, τη θρησκευτικότητα, τις πολιτικές προτιμήσεις και ένα σωρό άλλα δομικά στοιχεία της κοσμο-αντίληψης του ατόμου συνιστούν τον κανόνα, παρά την εξαίρεση, διαμορφώνοντας πλείστες πτυχές της καθημερινής συμπεριφοράς του, εισάγοντας τον σταδιακά σε κλειστές ομάδες ομοίων.

 

Εάν προσθέσουμε την επίδραση της ομαδικής ευνοιοκρατίας στρατηγικής στα ευρήματα των προηγούμενων μελετών, αντιλαμβάνεστε πόσο δύσκολο και κοινωνικά ασύμφορο είναι για ένα άτομο να απεκδυθεί την άποψη του, άπαξ και τη διαμορφώσει.

 

Τέλος, θα κλείσουμε με μία πολύ πρόσφατη και ενδιαφέρουσα δημοσίευση ερευνητών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι όσοι αισθάνονται κοινωνικά αποκλεισμένοι και αδικημένοι είναι πιθανότερο να οδηγηθούν σε αντισυμβατικές πεποιθήσεις, αναπτύσσοντας ευπιστία σε συνωμοσιολογίες.

 

Πιο συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι ο κοινωνικός εξοβελισμός κατευθύνει την αναζήτηση νοήματος σε αμφίβολης αξιοπιστίας ερμηνείες του κόσμου. Μάλιστα, o συνωμοτικός τρόπος σκέψης μπορεί να πυροδοτήσει ένα φαύλο κύκλο ανατροφοδότησης, συδαυλίζοντας περαιτέρω την απομάκρυνση των φίλων και της οικογένειας, με συνέπεια την όξυνση ενός ήδη υπάρχοντος προβλήματος κοινωνικού αποκλεισμού.

 

Το φαινόμενο των συνωμοσιολογιών και των ψευδών ειδήσεων δεν είναι καινούριο βέβαια, ούτε αυθύπαρκτο στο διαδίκτυο μόνο, αλλά μοιάζει να λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις τα τελευταία έτη.

 

Το πώς η επιστημονικά ενημερωμένη θεώρηση μας επί του φαινομένου δύναται να συνεισφέρει στην υπεράσπιση της αλήθειας, είναι μια άλλη ιστορία. Κατά τα φαινόμενα, η καταρρέουσα μεσαία τάξη αποδεικνύεται επιρρεπής σε συνωμοτικές αντιλήψεις, ψεύδη και ανακρίβειες, οδηγούμενη ενδεχομένως σε ένα πολλαπλασιαστικό μοτίβο περαιτέρω λανθασμένων επιλογών.

 

Μόνη μας άμυνα η φιλομάθεια, οι ανοιχτοί ορίζοντες και η απενοχοποιημένη αποδοχή της περιορισμένης γνωστικής μας αντίληψης.

 

Follow me on Facebook