Τις πιο πολλές φορές δεν γίνεται να το αποφύγεις: αντιμετωπίζοντας ένα σοβαρό πρόβλημα, το εξομολογείσαι σε κάποιον κι εκείνος, δίχως να περιμένει ούτε μισό λεπτό, σου αντιγυρίζει ένα ηχηρό «πού να δεις τι έχω εγώ». Παραλλαγή της ίδιας στάσης είναι και όταν ο άλλος (ή εσύ, αφού όλοι υποκύπτουμε κατά καιρούς στον πειρασμό της μικρότητας) αποφαίνεται πως «μα, αυτό είναι συνηθισμένο, όλος ο κόσμος υποφέρει σήμερα».


Όταν βρεθούμε μπροστά σε τέτοιες αντιδράσεις, νιώθουμε πως ο άλλος ούτε ακούει ούτε κι ενδιαφέρεται να μάθει κάτι για το δικό μας, τρέχον πρόβλημα. Προσφεύγει αψήφιστα στη σύγκριση και στους παραλληλισμούς όχι για να μας κάνει να αισθανθούμε καλύτερα (συχνή και κάλπικη δικαιολογία αυτό) αλλά γιατί είναι περίκλειστος και καλο-οχυρωμένος. Βιάζεται έτσι να τα δει όλα «σχετικά» και να γενικεύσει, δρασκελώντας με ευκολία το πρόβλημα. Δεν έχει προφανώς κατακτήσει κάποιο ύψος στωικής ωριμότητας, μα την απλή τέχνη της αυτοπροστασίας του.


Οι γενικότητες είναι άλλωστε το ιδανικό προστατευτικό φίλτρο για όλους, ιδίως όταν δεν θέλουμε να πάρουμε θέση ή να σταθούμε απέναντι σε ένα δεινό, σε μια συγκεκριμένη συμφορά. Και αυτό δεν ισχύει μόνο στις προσωπικές σχέσεις και επαφές αλλά και στις πολιτικές μας κρίσεις.

 

Κάθε πολιτικό δεινό κρίνεται στη μοναδικότητά του. Το εντάσσουμε στην Ιστορία, όχι όμως για να το κάνουμε κρίκο στην αλυσίδα των κακών αλλά για να σκεφτούμε αυτό το συγκεκριμένο σκοτάδι.

 

Θυμήθηκα αυτήν τη στάση και πρόσφατα, με αφορμή όλα όσα ειπώθηκαν για τη μνήμη του σταλινισμού και τα εγκλήματα των «κομμουνιστικών καθεστώτων». Ποιο είναι το ασφαλές καταφύγιο όσων αισθάνονται άβολα σε αυτήν τη συζήτηση; Απαριθμούν τα πολλά και διαχρονικά σφαγεία της Ιστορίας, πάνε πίσω ως τον Τζένγκις Χαν, τους Ρωμαίους, τους Ισπανούς κονκισταδόρες, τους καπιταλιστές της πρωταρχικής συσσώρευσης κ.λπ. Μπορεί να φτάσουν ως το βελγικό Κογκό και την Παταγονία για να δείξουν πόσο μεγάλες και απέραντες είναι οι κλίμακες του κακού. Ανοίγουν όλη τη βεντάλια των ανομημάτων για να θολώσουν τα νερά. Όπως κάνουν πολλοί με την ισλαμική τρομοκρατία. Βυθίζονται στον όγκο των γνωστών βιαιοτήτων και στις από καταβολής αγριότητες και αδικοπραγίες από ποικίλα κρατικά και πολιτικά συστήματα. Γιατί; Για να μη μιλήσουν καθαρά για τα ολοκληρωτικά φαινόμενα στην ιστορία του ριζοσπαστισμού.

 


Και αφού έχουν ανασύρει ένα σωρό παραδείγματα, αμφισβητούν και τις προθέσεις όποιου ανακινεί μια τέτοια συζήτηση. Προβάλλοντας την κοινοτοπία ότι όλα αυτά θα τα «κρίνει η Ιστορία», λες και η Ιστορία είναι κάποια υπέρτατη θεότητα που υπαγορεύει το τι αισθανόμαστε ή τι πρέπει να σκεφτόμαστε πολιτικά.

Τα λέω αυτά όχι φυσικά γιατί το ίδιο σόφισμα δεν το συναντάς και σε άλλους, για διαφορετικά παραδείγματα. Μιλήστε, ας πούμε, σε έναν επαγγελματία εθνικά υπερήφανο για τις μελανές σελίδες στην Ιστορία μας. Είτε θα τις αρνηθεί ως συκοφαντίες των προαιώνιων εχθρών μας είτε θα τις τακτοποιήσει ως λεπτομέρειες μιας μεγάλης περιπέτειας.

 

Μπορεί να πει κανείς πως οτιδήποτε χαλάει το «αφήγημα» του ενός και του άλλου γίνεται γρήγορα αντιπαθές. Όταν ο φακός στρέφεται σε μια ιδεολογική και πολιτική παράδοση και στις τερατογενέσεις της, οι οπαδοί της κάνουν σαν μέλη φανατικής αίρεσης: επικαλούνται όλους τους θεούς και δαίμονες της Ιστορίας για να μην κλονιστούν οι μοναδικές αγαθές προθέσεις της δικής τους θρησκείας.

 

Αλλά αυτό δεν το κάνουν όλοι εξίσου. Δεν ξέρω κάποιον σοβαρό φιλελεύθερο που να αρνείται τα ειδεχθή εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τους χρυσοθήρες, τους βαρόνους του άγριου καπιταλισμού, τις αποικιακές διοικήσεις κ.λπ. Συναντώ όμως πολλούς ριζοσπάστες και αριστερούς διανοούμενους που ψάχνουν πάντα έναν λόγο να μη μιλούν για τα γκουλάγκ. Λες και η υπόθεση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας απειλείται αν μάθει κανείς πως στην οικογένεια είχε και πολλά καθάρματα, και μάλιστα καθάρματα με ενάρετες προθέσεις.

 

Θέλω να πω, εν τέλει, πως κάθε πολιτικό δεινό κρίνεται στη μοναδικότητά του. Το εντάσσουμε στην Ιστορία, όχι όμως για να το κάνουμε κρίκο στην αλυσίδα των κακών αλλά για να σκεφτούμε αυτό το συγκεκριμένο σκοτάδι.

 

Αν το συγκεκριμένο σκοτάδι είναι πιο κοντινό μας, πιο οικείο, αν το έχουμε αποθηκεύσει σε όνειρα ή σε προσωπικά βιώματα, αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Όπως ο οπαδός των αγορών πρέπει να έχει, διάολε, μια απάντηση για τις τοξικές χωματερές και τα εντομοκτόνα στα αυγά των Ολλανδών (και άλλων καλών Ευρωπαίων), έτσι και ένας αριστερός δεν μπορεί να στρίβει προς την Ιστορία για να μη σταθεί λίγο παραπάνω στα θύματα της δικής του μυθολογίας.

 

Και όταν του λέει ο άλλος (ακόμα και ο κακός) για τα εγκλήματα, να μην απαντά με εκείνο το φριχτό «πού να δεις εγώ τι έχω πάθει».