κι εκείνο πού 'θελες να πεις,

δε θα μπορέσεις να το πεις

Λόγια του εκκλησιαστή, γιου του Δαβίδ,

βασιλιά των Εβραίων στην Ιερουσαλήμ.




Barn Flip (Red), 2013. © Ryan McGinley
Barn Flip (Red), 2013. © Ryan McGinley


 

Όλα για το τίποτα,

είπε ο εκκλησιαστής·

όλα είν’ ανώφελα,

όλα για το τίποτα.

Δίνει κόπο ο άνθρωπος, κάτω από τον ήλιο,

μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

 

Φεύγει μια γενιά·

έρχεται μια γενιά

η γη στέκει πάντα ακίνητη.


Σηκώνεται ο ήλιος,

πέφτει ο ήλιος·

στον τόπο του γυρνά ο ήλιος·

σηκώνεται, τραβά προς νότο,

και γυρίζει προς βορρά.

 

Γυρνοβολά ο άνεμος,

κύκλους κάνει ο άνεμος,

πέρα τραβά ο άνεμος

και ξαναγυρνά.

 

Τα ποτάμια στη θάλασσα χύνονται,

η θάλασσα ακόμα δε γέμισε·

στον τόπο απ’ όπου φύγανε

γυρνάνε τα ποτάμια.

 

Τα λόγια θα τελειώσουν·

κι εκείνο πού ’θελες να πεις,

δε θα μπορέσεις να το πεις.

Δε θα χορτάσει να βλέπει το μάτι,

δε θα χορτάσει ν’ ακούει το αυτί.

 

Αυτό που κάποτε έγινε,

αυτό ξανασυμβαίνει·

αυτό που ήδη κάνανε,

αυτό θα ξαναγίνει.

 

Σε τούτο εδώ τον κόσμο

δεν έχει τίποτα καινούργιο.

 

Φώναξε κάποιος: «να κάτι νέο!»·

αρχαίο και αυτό· και τούτο χτεσινό.

Τα πρώτα κανείς δε θυμάται,

ξανά θα ξεχαστεί και το αυριανό.




_____________________________________

Οι πρώτοι στίχοι από τον Εκκλησιαστή, σε απόδοση Θάνου Σαμαρτζή, εκδόσεις Δώμα, που μόλις κυκλοφόρησε.

Λίγα στοιχεία, από το επίμετρο του Θάνου Σαμαρτζή, στην ίδια έκδοση:

 

Το ότι ένα βιβλίο όπως ο Εκκλησιαστής συμπεριλήφθηκε στη Βίβλο ξαφνιάζει. Πράγματι, το βιβλίο έγινε τελικά δεκτό στην εβραϊκή Βίβλο μετά από σφοδρές αντιπαραθέσεις στη λεγόμενη σύνοδο της Ιάμνειας, με την οποία, κατά την παράδοση, καθορίστηκε ο εβραϊκός κανόνας, δηλαδή το ποια βιβλία θα ενταχθούν στο εβραϊκό ιερό κείμενο. Οι πολέμιοι της συμπερίληψής του υποστήριζαν πως το περιεχόμενό του ήταν αιρετικό. Οι υπέρμαχοί του, από την άλλη, υπογράμμιζαν τη σολομώντεια καταγωγή του. Και πράγματι, ο Εκκλησιαστής μοιάζει να εντάχτηκε τελικά στη Βίβλο, όχι για άλλον λόγο, αλλά χάρη σ’ αυτήν ακριβώς την επίκληση του ονόματος του Σολομώντα.

 

Το γιατί υπήρξε τέτοια αντίσταση μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε. Δεν είναι ούτε η ανελέητη υπογράμμιση του ανώφελου χαρακτήρα της ζωής, ούτε η αμφισβήτηση της αξίας της σοφίας, ούτε ο πένθιμος ηδονισμός που φαίνεται να προασπίζεται ο συγγραφέας, ούτε καν η εικόνα του θεού που μας παρουσιάζει, ενός θεού πανίσχυρου μεν, αλλά μάλλον αδιάφορου για τη μοίρα των ανθρώπων, και ενίοτε σχεδόν μοχθηρού απέναντί τους. Είναι ο θεμελιώδης ισχυρισμός ότι ο θάνατος είναι οριστικός και τελεσίδικος. Η ζωή είναι αυτή εδώ και μόνο· με τον θάνατο τελειώνει· μετά δεν υπάρχει τίποτα· καμία μετά θάνατον ζωή, καμία ανάσταση των νεκρών.

 

Ο κύριος τρόπος με τον οποίο οι χριστιανοί θεολόγοι προσλαμβάνουν τον Εκκλησιαστή είναι περιορίζοντας την εμβέλεια του περιεχομένου του. Η ζωή που είναι ανώφελη, κατά τους χριστιανούς θεολόγους, είναι τούτη εδώ μονάχα, η εγκόσμια, η κατά σάρκα ζωή· μετά απ’ αυτήν ανοίγεται μια άλλη, η κατά πνεύμα ζωή, η βασιλεία των ουρανών. Ο Εκκλησιαστής μετατρέπεται έτσι σε μια ηθική διδασκαλία που καταγγέλλει τον κακό, μιαρό και άδικο τούτο κόσμο εν ονόματι ενός καλού, αγνού και δίκαιου Επέκεινα· μ’ αυτό τον τρόπο, το μήνυμα του Εκκλησιαστή ενσωματώνεται σ’ ένα θεμελιώδες χριστιανικό μοτίβο, αυτό του contemptus mundi, της περιφρόνησης ή απαξίωσης δηλαδή του (αισθητού) κόσμου.