Όταν έδερνα τα μπρόκολα

Μια αληθινή ιστορία.

 

Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος
Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

 

Μικρός έδερνα τα μπρόκολα. Αγρίως. Είχα μια βέργα από μουριά, και πηγαινοερχόμουν ανάμεσα στα στρατώνια. Είχαν μεγάλα φύλλα, σαρκώδη, ένα πράσινο σκοτωμένο- μερικά είχαν ανθίσει. Τα ρωτούσα να πουν το μάθημά τους. Δεν ήξεραν. Κανένα δεν ήξερε το μάθημά του! Τα έδερνα. Ήμουν ο δάσκαλός τους. Είχα καθήκον να τα δείρω. Τα κουρέλιαζα. Η κυρία Μαύρα, παραπονιόταν. «Μου ρήμαξε το κήπο πάλι το παιδί σας». Εγώ, απτόητος. Έβρισκα πάντα τρόπο (και κυρίως χρόνο) να μάθω γράμματα στα μπρόκολα. Να τα ωφελήσω. Δεν ήθελα μισόλογα, κομπιάσματα. Η βέργα μου έσκιζε τα φύλλα τους, έλιωνε τον ανθό τους. Το περιβόλι έμοιαζε στο τέλος του μαθήματος βομβαρδισμένο. Σχεδόν όλα έπαιρναν διαγωγή κοσμία. 

 

Δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε κανεις να δείξει έλεος στα μπρόκολα όταν δεν έδειχνε στους ανθρώπους. Κι εγώ κάθε πρωί τις έτρωγα. Πότε απ' το δάσκαλο, πότε απ' τη μάνα μου. Ήμουν ζωηρός, κατά την άποψή τους. Και μ' έδερναν για το καλό μου. Γύριζα μεσημέρι σπίτι, συνήθως με κόκκινα αυτιά και πρησμένες παλάμες. Ίσως εκεί υπήρχε και δεύτερος γύρος πειθαρχίας. Έτρωγα γρήγορα, έπαιρνα τη βέργα μου και εξέταζα τους μαθητές μου. Το σχολείο μου, κολλητά στο σπίτι μου, είχε διάφορα φυντάνια. Στο μαύρο χώμα του, συνήθως πασπαλισμένο με καβαλίνες, φοιτούσαν μαρούλια, ντομάτες, μελιτζάνες, υποχθόνιες πατάτες- πολύ παραβατικές. Με ενοχλούσε το ακαλλιέργητον των πάντων, αλλά η μεγάλη μου αποστολή ήταν η τάξη των μπρόκολων. Διότι ήταν τα πιο ψηλά, φουντωτά με αναίδεια και έτοιμα να ξεσκολίσουν. Τα μαρούλια ήταν χαμένη υπόθεση, ούτως ή άλλως, πόσω μάλλον η ρόκα. Άξεστη! Αν ήμουν απολύτως ελεύθερος, θα ξερίζωνα μια ώρα αρχύτερα αυτό το είδος μαθητών, που είναι μοίρα τους να μείνουν φυτά δια βίου. Θα τους απέβαλλα, ίσως τους έριχνα και στο πηγάδι κάτω απ τη μουριά -το μεγάλο σαν την αγραμματοσύνη του κόσμου.

 

Αλλά τα μπρόκολα ζούσαν το δράμα εκείνου που μπορεί να είναι καλός, ή έστω νόστιμος, ωστόσο διαλέγει να κάνει μαλακίες. Σπανίως κάποιο μου απάντησε αμέσως σε ένα μου ερώτημα. Αδιάβαστα σε βαθμό προσβλητικό, με κοίταζαν σιωπηλά με αυτά τα απορημένα φύλλα, που ενείχαν κι ένα τόνο περιφρόνησης. Στην αρχή, πήγαινα πάνω κάτω αργά, με επισημότητα στα χωματένια αυλάκια ―εγώ μικρός, οι κορυφές τους μού σκέπαζαν τους ώμους― αλλά καθώς περνούσε η ώρα, η σκανδαλώδης μουγκαμάρα τους με εκνεύριζε, άρχιζα να τρέχω από μαθητή σε μαθητή, να τον κοιτάω κατάβαθα με αγριεμένα μάτια, να τον ταρακουνάω, ρωτώντας αυτά που ρωτάει ένας δάσκαλος. Προπαίδεια, Θρησκευτικά και τα λοιπά. Στο τέλος, ξέσπαγα. Και μόλις αποφάσιζα να ξεσπάσω, ηρεμούσα. Έδερνα με αγέρωχη ευγένεια. Ήξερα ότι το ξύλο αυτό ήταν νουθεσία, αναγκαίο κακό, δεν επιτρεπόταν να νοιώθω ηδονή. Χτύπαγα τα φύλλα, τα κοτσάνια, τον τρυφερό κορμό με ακριβοδίκαιη οργή―  ορισμένα (τα υποκριτικότερα) έγερναν και σωριάζονταν στο χώμα. Μια πράσινη σαλάτα. Υπηρχαν φορές, που με έπαιρνε το βράδυ, μέχρι να βάλω κάποια τάξη στην τάξη μου.

 

Γύριζα σπίτι κουρασμένος και ήσυχος. Διάβαζα τα μαθήματά μου. Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ την αποστολή μου. Με λοιδωρούσαν και με έδερναν επειδή ήθελα να βάλω στον ίσιο δρόμο τα φυτά. Αλλά τώρα πια ξέρω, πως χάρη σε αυτή μου την πράξη, σώθηκα.