Συνάντηση με μια 80χρονη κυρία της Θεσσαλονίκης που ράβει και μαγειρεύει για τους πρόσφυγες

Συνάντηση με μια 80χρονη κυρία της Θεσσαλονίκης που ράβει και μαγειρεύει για τους πρόσφυγες Facebook Twitter
1
Συνάντηση με μια 80χρονη κυρία της Θεσσαλονίκης που ράβει και μαγειρεύει για τους πρόσφυγες Facebook Twitter
Σκέφτηκα, είτε είναι Έλληνες είτε ξένοι, πρόκειται για άτυχους ανθρώπους που στερούνται και πρέπει να βοηθήσουμε. Αν ξοδεύω τη μισή μου μέρα στη ραπτομηχανή, την άλλη μισή θα με βρεις στην κουζίνα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO




Στο ραντεβού των 9 φτάσαμε με δέκα λεπτά καθυστέρηση. Η Μάγδα Κυριακίδου μας υποδέχτηκε χαμογελαστή στην πόρτα με την κόρη της την Τασούλα, ενώ μια σπιτική τυρόπιτα είχε κάνει ήδη την εμφάνισή της σε ένα μικρό κυκλικό τραπέζι στο σαλόνι. Στον φούρνο ψηνόταν και κάτι ακόμα. Λίγα μέτρα παραδίπλα ξεχώριζε η περίφημη ραπτομηχανή της, που προσφέρει ρούχα σε αυτούς που έχουν ανάγκη. «Σε αυτούς που βλέπεις στην τηλεόραση και σου σφίγγεται η καρδιά» μονολογούσε από την κουζίνα, ενώ ο Πάρις με τον Τάσο έκαναν την πρώτη αναγνωριστική βόλτα στην υπέροχη μικρή αυλή του σπιτιού. Το μαγνητόφωνο άρχισε να γράφει.

«Μεγάλωσα σε μια πολύ φτωχή οικογένεια, προσφυγικής καταγωγής, από τον Πόντο. Τρίτη από πέντε αδέρφια, ορφανά από τον πόλεμο και μετά, δεν μπόρεσα να συνεχίσω το σχολείο μετά το Δημοτικό και με έστειλαν να γίνω μοδίστρα. Στα 14 απέκτησα την πρώτη μου ραπτομηχανή, μία γερμανική Pfaff. Από τότε μέχρι σήμερα, 66 χρόνια, δεν άφησα τη βελόνα από τα χέρια μου. Στην αρχή έραβα ανδρικά καπέλα, τζόκεϊ – ο πρώτος που τα ανακάλυψε στην Ελλάδα ήταν ένας συγγενής μας. Πληρωνόμουν λιγότερο από 1 δραχμή το ένα, περίπου 80 λεπτά. Μετά έραβα γυναικεία ρούχα.

Αλλά αυτό το δράμα δεν τελειώνει. Χάνω τον ύπνο μου όταν τους βλέπω στις ειδήσεις, κι αυτούς και τους αστέγους. Δεν είμαστε άνθρωποι πια, αν αδιαφορήσουμε. Ό,τι μπορώ θα το κάνω – ράψιμο και μαγείρεμα, αυτά ξέρω.


Στα 1967-68 βρεθήκαμε με τον άντρα μου στη Σαουδική Αραβία. Δούλευε σε τεχνική εταιρεία στο Ριάντ, ήμασταν από τους πρώτους Έλληνες που πήγαμε εκεί. Μια υπηρέτρια από το παλάτι άκουσε για μένα και μαθεύτηκε ότι μια Ελληνίδα ράβει φορέματα. Με κάλεσε η πριγκίπισσα, αδελφή του Φεϊζάλ και του Ιμπν Σαούντ, μεγάλη σε ηλικία, για να της ράψω. Ήθελε ένα φόρεμα κάθε μέρα, το φορούσε μία φορά και μετά το χάριζε στις υπηρέτριές της. Απλό φόρεμα, αλλιώς δεν θα προλάβαινα να ράβω ένα τη μέρα, αλλά έπρεπε να είναι καινούργιο, από άλλο ύφασμα. Δεν της πήρα ποτέ τα μέτρα, ούτε ξεντύθηκε μπροστά μου. Μόνο το πρόσωπό της είχα δει. Πήγαινε για να δοκιμάσει το ρούχο μέσα, στο δωμάτιό της, κι εγώ περίμενα σε μια τεράστια αίθουσα, με καμιά δεκαριά γυναίκες που την υπηρετούσαν. Το χαλί εκεί ήταν τόσο παχύ, που βούλιαζα μέχρι τον αστράγαλο. Όση ώρα περιμέναμε, ο γιος μου, 5 χρονών τότε, έκανε συνέχεια τούμπες. Μόνο γι' αυτό ερχόταν μαζί μου στο παλάτι, για το χαλί.


Μας έπαιρνε από το σπίτι μια τεράστια λιμουζίνα –δεν είχα καταλάβει ότι είχε το βασιλικό οικόσημο– και ρωτούσα τη διερμηνέα πώς γίνεται και σταματάνε όλοι όταν περνάμε! Μια μέρα ήρθαν στο σπίτι μας τέσσερις άντρες με έναν μπόγο υφάσματα. Η βασιλική οικογένεια θα ταξίδευε για να πάει σε έναν γάμο και ήθελαν να ράψω για όλες τις γυναίκες. Κάποια άλλη στιγμή, η πριγκίπισσα θα έφευγε για διακοπές σε μια αραβική χώρα και ζήτησε να πάω μαζί της για τρεις μήνες. Μου υποσχέθηκε μεγάλο μισθό, σπίτι και δουλειά για τον άντρα μου. Δεν θέλαμε να αφήσει ο άντρας μου την εταιρεία του και είπαμε όχι, αλλά καταλάβαμε ότι θύμωσε πολύ. Ευτυχώς, έπειτα από λίγο καιρό φύγαμε από το Ριάντ, πήγαμε σε άλλη περιοχή, και έληξε η ιστορία με το παλάτι. Μετά το Ριάντ ζήσαμε για έναν χρόνο σε έναν καταυλισμό στο Χοφ Χουφ, στη μέση της ερήμου, ανάμεσα σε Γερμανούς και Άραβες, και μετά γυρίσαμε πίσω. Έπρεπε να πάνε και τα παιδιά σχολείο», τονίζει και στέκεται στην επιστροφή της στην Ελλάδα και στη βοήθεια που προσφέρει στους πρόσφυγες.

Συνάντηση με μια 80χρονη κυρία της Θεσσαλονίκης που ράβει και μαγειρεύει για τους πρόσφυγες Facebook Twitter
Η Μάγδα Κυριακίδου μας υποδέχτηκε χαμογελαστή στην πόρτα με την κόρη της την Τασούλα, ενώ μια σπιτική τυρόπιτα είχε κάνει ήδη την εμφάνισή της σε ένα μικρό κυκλικό τραπέζι στο σαλόνι... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Εδώ στην Ελλάδα συνέχισα να ράβω και επαγγελματικά αλλά και για φίλους και συγγενείς. Άνοιξα και κατάστημα, το Καφτάν, με τόσα καφτάνια που είχα ράψει στην Αραβία. Τώρα είμαι συνταξιούχος, 80 χρονών, αλλά τη βελόνα δεν την άφησα ποτέ. Βλέπω τον τελευταίο καιρό το δράμα με τους πρόσφυγες και απελπίζομαι. Σκέφτομαι τους γονείς και τους παππούδες μου στην προσφυγιά, τι τραβήξανε, όπως και όλοι οι πρόσφυγες του κόσμου.


Οικονομικά δεν έχω τη δυνατότητα να κάνω πολλά πράγματα. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να ράψω. Στην αρχή βοήθησα λίγο τα κορίτσια που φτιάχνουν τους μάρσιπους. Μετά μου είπαν ότι μοιράζουν κάποια πράγματα στην Ειδομένη, αλλά τα κουβαλάνε σε σακούλες, με τα μωρά στην αγκαλιά, κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι. Μου ζήτησαν να φτιάξω μεγάλες τσάντες για τον ώμο. Πρώτα έραψα όσα υφάσματα είχα. Μετά έδωσε ένας έμπορος κάμποσα μέτρα ύφασμα αδιάβροχο –να είναι καλά–, το έραψα κι αυτό. Έφεραν και οι φίλες μου μασουράκια κλωστή και βελόνες να τα βάλουμε στις τσάντες. Αν σκιστεί κάτι στον δρόμο, να μπορεί μια γυναίκα να το ράψει. Και μερικές παραμάνες, για ώρα ανάγκης.

Συνάντηση με μια 80χρονη κυρία της Θεσσαλονίκης που ράβει και μαγειρεύει για τους πρόσφυγες Facebook Twitter
Να πίνω καφέδες όλη μέρα και δίπλα μας τόσοι άνθρωποι να βασανίζονται; Όσοι έχουμε τα στοιχειώδη, πρέπει να βοηθήσουμε. Όσο με βαστάνε τα πόδια μου, θα το κάνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Δεν μπορώ να πάω εκεί όπου βρίσκονται οι πρόσφυγες, ευτυχώς υπάρχουν οι οργανώσεις που τους πηγαίνουν τα πράγματα.
Το τελευταίο διάστημα έμαθα πως μια ομάδα βγαίνει και μοιράζει φαγητό σε αστέγους. Σκέφτηκα, είτε είναι Έλληνες είτε ξένοι, πρόκειται για άτυχους ανθρώπους που στερούνται και πρέπει να βοηθήσουμε. Αν ξοδεύω τη μισή μου μέρα στη ραπτομηχανή, την άλλη μισή θα με βρεις στην κουζίνα. Ετοίμασα τα πρώτα ταψιά και τα έστειλα με μεγάλη λαχτάρα. Προσπαθώ να φτιάχνω γεύματα που να τους "κρατάνε" μέσα στο κρύο εκεί στον δρόμο.


Αλλά αυτό το δράμα δεν τελειώνει. Χάνω τον ύπνο μου όταν τους βλέπω στις ειδήσεις, κι αυτούς και τους αστέγους. Δεν είμαστε άνθρωποι πια, αν αδιαφορήσουμε. Ό,τι μπορώ θα το κάνω – ράψιμο και μαγείρεμα, αυτά ξέρω. Είναι σταγόνα στον ωκεανό, αλλά και να καθόμαστε να τους βλέπουμε να υποφέρουν; Γίνεται αυτό; Να πίνω καφέδες όλη μέρα και δίπλα μας τόσοι άνθρωποι να βασανίζονται; Όσοι έχουμε τα στοιχειώδη, πρέπει να βοηθήσουμε. Όσο με βαστάνε τα πόδια μου, θα το κάνω».

Συνάντηση με μια 80χρονη κυρία της Θεσσαλονίκης που ράβει και μαγειρεύει για τους πρόσφυγες Facebook Twitter
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ