Ο Μανόλης Σ. είναι σεσημασμένος κλέφτης, τοξικομανής, τσιλιαδόρος σε μπορντέλα και έμπορος ναρκωτικών· έχει κάνει μιαν απόπειρα φόνου κι από τα 17 του χρόνια είναι στη φυλακή.


Γύριζε μαζί μου από το Άγιον Όρος. Μιλούσαμε όλη τη μέρα- του είπα να αφήσω ανοιχτό το μαγνητόφωνο και δέχτηκε. Φτάσαμε το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, άφησε τα πράγματά του στο σταθμό και φάγαμε στην ψησταριά "3 αδέρφια" στο Βαρδάρι. Πάνω στο κρασί δάκρυσε μια δυο φορές, αξύριστος και κίτρινος.


Η συνομιλία μας δεν έχει την παραμικρή επεξεργασία. Δημοσιεύθηκε το 1985 στο περιοδικό Τέταρτο (επί διευθύνσεως Μάνου Χατζιδάκι)

______________

Χριστούγεννα 1985, Θεσσαλονίκη, Βαρδάρι, ψησταριά "3 Αδέρφια"



-Στη φυλακή πρωτομπήκα το '75, 17 χρονώ. Με είχανε πιάσει για 4-5 κλοπές. Είχα πάρει είδη από μια μπουτίκ κι είχα έτοιμο άνθρωπο να του δώσω το πράμα.

- Πώς σε πιάσανε;
-Δεν πιάσανε εμένα· πιάσανε το συνεργάτη μου που ήτανε σεσημασμένος και βρήκανε τ' αποτυπώματά του. Τον είχα γνωρίσει στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί καθόμουνα πρώτα μέχρι το πρωί. Εκεί "πίναμε" και τίποτε. Μου πρωτόδωσε μια κοπέλα: "Πάρε να δοκιμάσεις", μου είπε, και πήρα. Κάναμε παρέα εκεί· ήτανε και άλλες κοπέλες- δεν τα χαμε φτιάξει. Τις είδα που "πίνανε" μπροστά μου, να πούμε και μου δώσανε.

- Πού ακριβώς;
-Στην Αλκυόνη· ξέρεις κανά τσιγάρο, κανά χάπι.


- Σε ποια φυλακή πήγες τότε;
-Βουλιαγμένης ανηλίκων -δεν υπάρχει πια. Σωφρονιστικό κατάστημα εκεί που τώρα είναι μια παιδική χαρά. Εκεί στ' ανήλικα "πίναμε" μόνο σε καμιά μεταγωγή. Έκατσα εκεί ένα οχτάμηνο. Τους φύλακες εκεί τους κάναμε ό,τι θέλαμε -δεν υπήρχανε τότε οι φυλακές Κέρκυρας, κανένας δεν τολμούσε να μπει στο θάλαμο. Τα μικρά κοιμότανε σε ειδικό θάλαμο.

- Τι ομάδες ήτανε τότε;
-Όριζε η υπηρεσία θαλαμάρχες που γαμούσανε και δέρνανε - αυτοί ψιλορουφιανεύανε κιόλας. Ήτανε παλιοί και κάνανε ότι θέλανε. Χτυπάγανε· άμα έμπαινες καινούριος κι έκανες το μάγκα, σου την έπεφτε όλος ο θάλαμος. Άμα ο παλιός γουστάριζε τα ρούχα σου, σε έγδυνε και σου 'δινε καμιά σφαλιάρα. Αλλά όταν πάει να σε ψαρώσει πρέπει να τον γράψεις στ' αρχίδια σου. Εμένα πήγε να μου πάρει τα ρούχα - εγώ ξέρεις ντύνομαι κυριλέ. Αυτοί γαμάνε και τα πιτσιρίκια - αλλά δε γαμιέσαι αν δεν είσαι αδερφή, πρέπει να σ' αρέσει και σένανε.

- Οι αστυφύλακες δεν τα βλέπουν;
-Αφού άμα λάχει γαμούνε κι αυτοί.

- Πέρασες τότε Χριστούγεννα μέσα;
-Τι Χριστούγεννα; Σκατά ήτανε! Τίποτε το ιδιαίτερο δεν υπήρχε· μια μέρα σαν τις άλλες ήτανε. Απλώς ξέραμε ότι είναι Χριστούγεννα. Ε, έρχονται εκεί κάτι κυρίες, παπάδες κάτι μαλακίες, να πούμε...Τι να σε παρηγορήσουν; Ο καθένας, να πούμε, έχει την καμπούρα του, καθένας έχει το Γολγοθά το δικό του, να πούμε... Μετά μεταφέρθηκα στον Κορυδαλλό- έκλεισε η φυλακή και μεταφέρθηκε ολόκληρη. Μετά βγήκα, με ξαναπιάσανε, ξαναβγήκα και μετά με πήρανε φαντάρο- χτύπησα έναν αξιωματικό και "χτύπησα" οχτώ μήνες φυλακή στη Θεσσαλονίκη - Εφταπυργίου.

 

Τι Χριστούγεννα; Σκατά ήτανε! Τίποτε το ιδιαίτερο δεν υπήρχε· μια μέρα σαν τις άλλες ήτανε. Απλώς ξέραμε ότι είναι Χριστούγεννα. Ε, έρχονται εκεί κάτι κυρίες, παπάδες κάτι μαλακίες, να πούμε...Τι να σε παρηγορήσουν; Ο καθένας, να πούμε, έχει την καμπούρα του, καθένας έχει το Γολγοθά το δικό του, να πούμε...


- Γιατί τον χτύπησες;
-Του δωσα μια με τον υποκόπανο και του στράβωσα τη μούρη· μα μου δωσε ένα χαστούκι στην ανηφόρα για ένα παράπτωμα, να πούμε! Τρώω φλας τη σκηνή και ανάβω!

- Στο Εφταπύργιο;
-Οι χειρότερες φυλακές - πειθαρχικές τότε φυλακές. Με το έμπα είχε ξύρισμα, κούρεμα, το πρωί εγερτήριο, στη γραμμή, αν είχες το πουκάμισο απ' έξω έτρωγες φάπα απ' το φύλακα: σε καλούσε ο αρχιφύλακας στο γραφείο του και δεν προλάβαινες να πας που σου την πέφτανε στο διάδρομο και είχες μαζέψει της Παναγίας τα μάτια...Μετά μόλις βγήκα κάναμε μια δουλειά με κάτι άλλους που είχα γνωρίσει στη φυλακή, συνεχίσαμε, κάναμε βούτες μερικές φορές, ώσπου με πιάσανε επ' αυτοφόρω σε μια δουλειά, σ' ένα σούπερ μάρκετ. Λεφτά. Καθόμουν από νωρίς να δω αν θα τα πάρει απ' το συρτάρι. Και την ώρα που είχα βγάλει το ένα πόδι έξω πέρναγε τυχαία το "100". Στου Χαροκόπου. Πολύ άτυχος εκείνη τη φορά: 13 μήνες για 120 χιλιάδες. Πήγα μετά Κορυδαλλό.

- Βρήκες τους φίλους τους παλιούς;
-Ου, το 'χανε ακούσει απ' το ραδιόφωνο. Όταν ήμουνα μέσα πιάσανε δύο που είχαμε πάρει μαζί κάτι κουμπούρια, κάτι σφαίρες- τέτοια από την Κόρινθο και είπανε και για μένα- και μου 'ρθε χαρτί μέσα στη φυλακή. Μάζεψα τότε, όλα μαζί, οχτώ χρόνια.

- Για ναρκωτικά πότε σε πιάσανε;
-Τώρα το καλοκαίρι- πρώτη φορά· δεν δικάστηκα ακόμα. Παίρνω ένα "τέταρτο", πάω μ' ένα φίλο να το "πιω", και την ώρα που ετοιμαζόμαστε να βαρέσουμε μπουκάρουν μέσα οι μπάτσοι με τα πιστόλια. Πρέπει να τους έστειλε αυτός που αγοράσαμε. Την ηρωίνη την έμαθα στη φυλακή. Εκεί το μόνο που θες είναι η παραμύθα- κι ό,τι να ναι· να χαθείς, να περάσει η ώρα, να μην καταλαβαίνεις.

- Οι ασφαλίτες θα σ' έχουν μάθει.
-Με ξέρουν όλοι. Με ξέρουν καλά. Καμιά φορά στου Γρηγόρη στη Θησέως που από πίσω έχει πιάτσα- περνάγανε κι όταν δεν με "σηκώνανε" μου λέγαμε: "Γεια σου, ρε Μανόλη, τι κάνεις; Ακόμα εδώ στο μπουζούκι είσαι;". "Τι να κάνουμε" τους έλεγα, "αυτά έχει η ζωή". Σταματήσανε πλέον ν' ασχολούνται μαζί μου, μωρέ. Βαρεθήκανε. Με είχανε γράψει όλες οι εφημερίδες- πρώτη σελίδα, τα πάντα· κι από κάτω ένα  που "βαρούσαμε" μαζί και πέθανε αυτός, 24 χρονώ. Σαλτάρανε όλοι οι γνωστοί- λέγανε ότι πέθανα.

-Οι δικοί σου;
-Αυτοί τα δικά τους, εγώ τα δικά μου- έσπαγα και κάνα τραπέζι στο χωριό... έξω από τη Θήβα

-Έχεις σκοτώσει;
-Ευτυχώς δεν πέθανε ένας φύλακας που είχα μαχαιρώσει στη φυλακή 

-Εμπορία;
-Έκανα στου Γρηγόρη όταν ξέμενα κι έπρεπε να αγοράσω

-Πώς είναι ο Γρηγόρης;
-Θα σε πάω μια μέρα να δεις - μια καφετέρια είναι. Μόνο πρεζάκια πάνε εκεί - και μοιάζεις για πρεζάκι - η ηρωίνη διατηρεί το πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, ασπρουλιάρικο να πούμε. Να σε πάω στον Πειραιά - λίγο πιό έξω απ’ την Τρούμπα να δεις το νταραβέρι με τους αραπάδες στα ουφάδικα και κάτι ψησταριές. Όλο το νταραβέρι το’ χουνε οι αραπάδες: ηρωίνη και κόκα.

-Οι τιμές;
-Αγοράζουμε 12 χιλιάδες το γραμμάριο και πουλάμε 3 χιλιάδες το «τέταρτο». Το δικό μας τέταρτο είναι 50-70 μιλιγκράμ.

-Πώς καταλαβαίνεις ποιοί πουλάνε;
-Είναι οι ίδιοι - φαίνονται.

-Πού αλλού έχεις πουλήσει;
-Εκεί, μωρέ, μόνο. Να πουλήσω, να πάρω λεφτά να αγοράσω. Έχει πιάτσες και στα Εξάρχεια, στο Παγκράτι, στο Σύνταγμα...

-Αν κάποιος δεν έχει λεφτά;
-Άμα είναι σε άθλια κατάσταση, του δίνεις έτσι. Του δίνεις ένα «τέταρτο» να πάει να γίνει καλά - όποιος και να σε δει έτσι χάλια σου δίνει ένα «τέταρτο» να πας να «πιεις». Άμα έχεις, βοηθάς. Αλλά μπορεί να πέσεις σε κάναν πούστη πάνω, πού μπορεί να έχει και να μη δίνει. Τότε θα του πιεις το αίμα, να πούμε. 

-Το έκανες;
-Του πήρα ενός ό,τι είχε και δεν είχε... Στου Γρηγόρη... Εκεί γνώρισα και τον Πέτρο πού τα’ χε μ’ έναν τραβεστί πρεζάκι. Γνωριστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι του να «χτυπήσουμε» κι από κείνο το βράδυ κανονίσαμε να μένω σπίτι του. Και για να του δίνω τσάμπα τη δόση του έπαιρνε «τέταρτα» και πήγαινε στη Συγγρού και τα πούλαγε - και μετά ερχότανε και μου τ’ ακούμπαγε ως την τελευταία δεκάρα. Αυτός φτιαχνότανε. έβγαινε πούλαγε, και μετά έπαιρνε πελάτες σε μια γκαρσονιέρα δίπλα μου. Ήτανε κι ο Πέτρος πρεζάκι, αλλά ήταν μόνο γαμιάς. Τον γνώρισε κι η μάνα του τραβεστί. Καλά, είναι κουφό: αυτός πάει στη μάνα του σαν γκόμενα και της γνωρίζει και το γαμιά του.

-Συνηθίζει κανείς.
-Ναι, δεν έχει σημασία που ήταν τραβεστί, αλλά που «πίνει». Είναι ακόμα στο λούκι. Όταν «πίνεις» γίνεσαι ένα με όλα τα πρεζάκια κι ας είναι τα πλουσιότερα παιδιά. Πιό κάτω απ’ την πρέζα δεν υπάρχει. Εγώ έπαθα δύο πνευμονικά οιδήματα. Τη δεύτερη φορά δεν μπόρεσα να συνέλθω - πήγα να πεθάνω.

- Στο Νταού πήγες;
-Ω, μωρέ, ξέρεις τι είναι; Κάτι μουνίτσες είναι που σε βάζουνε όλη την ώρα να δουλεύεις κι όλο σε βρίζουν για να σου σπάσουν τον τσαμπουκά τάχατες. Και κάθονται πάνω σου, 1 και 50 πόντους είναι - ένα χαστούκι να τους δώσεις τις εξαφάνισες - και σου λένε «Αρχίδι, εδώ θα λιώσεις, παλιομαλάκα, ποιός νομίζεις ότι είσαι» και τέτοια για 18 μήνες. Κάτι σπυριάρες με γυαλιά - αλλά γλιτώνεις εκεί τη φυλακή και δεν επιτρέπεται να πατήσει μέσα μπάτσος. Έκατσα μια μέρα κι έφυγα. Έφυγα... Η πρέζα είναι πολύ πουτάνα. Τον πιό αδελφικό σου φίλο μπορεί να τόνε φας, να τον κλέψεις για τη δόση σου.

-Εσύ γιατί έκανες εμπορία;
-Ήθελα λίγη άνεση, να πούμε. Έβγαζα πολλά λεφτά. Έβγαζα τη δόση μου και μου’ μενε να πάω σε ξενοδοχείο, να φάω καλά, να κάνω και τις τσάρκες μου. Ψιλός ήμουνα εγώ - άλλους να φοβάσαι. Ήθελα να ντύνομαι καλά - μ’ αρέσει το κυριλέ, να ψωνίζω ένα ωραίο πουκάμισο απ’ το Κατράντζος Σπορ, να κάνω τις τσάρκες μου σε κάνα μαγαζί, δουλεύοντας μια ώρα όλο κι όλο. Τώρα τα’ κοψα μαχαίρι - εδώ στο Άγιον Όρος. Έκανα αμάν να βγω από τη φυλακή- δεν βγαίνανε τα πέντε χρόνια. Αγανάχτησα. Πολύ. Σπάσανε τα νεύρα μου. Τρελάθηκα - την είχα κάνει ψώνιο: έτρωγα με τα δόντια όποιον μου μίλαγε. Έχω χτυπήσει τόσο πολύ κόσμο που είχανε πάθει πλάκα όλοι τους. Μη με κοιτάς έτσι: είχα 45 πόντους μπράτσα - η πρέζα με αδυνάτισε. Έλεγα «πάει, δεν βγαίνω - εδώ θα μας φάει το σκοτάδι». Μου τύχανε και κάτι στραβά όταν βγήκα, ξανάμπλεξα: «Βρε, τι έχω πάθει, γαμώ την ψυχή μου», είπα μέσα μου - «μια ζωή ταλαιπωρία, όλη νύχτα, μια ζωή στις φυλακές, ξενύχτι, να πούμε, στημένος στο πεζοδρόμιο να περάσει ο τάδε, να περάσει ο τάδε για να γίνουμε, να «πιούμε, να κάνουμε - δεν γαμιούνται όλα, μας έκανε σκατά κι η παραμύθα. Τι έχω κάνει και με τυραννάει έτσι αυτός ο πούστης ο Θεός;» - έτσι είπα.

-Πότε συγκεκριμένα αγανάχτησες;
-Δίνω δέκα χιλιάδες σ’ έναν να με φτιάξει, να μου δώσει παραμύθα, και πάει και φεύγει, να πούμε. Δεν είχα να «πιω» μετά, άρρωστος, πήγαινα τρέμοντας, να πούμε, τρελάθηκα, έβαλα τις φωνές στο ξενοδοχείο - άμα δεν είχα λεφτά κοιμόμουνα χύμα στις καρέκλες - «τόσο κακό έχω κάνει στο Θεό;», φώναζα. Μου ήρθανε όλα στο μυαλό μου και λέω «τι έγινε; τι έχω κάνει;». Βλέπω στην τηλεόραση τον Σαρτζετάκη κύριο, να πούμε, και μου’ χει «ρίξει» εμένα τα χρόνια του Χριστού - χωρίς έλεος. Και τον βλέπω όλο να γελάει στην τηλεόραση. Ρε παιδί μου, από παιδί όλα ανάποδα. Δεν έχει πάει κάτι ίσιο, μα την Παναγία σου μιλάω. Δηλαδή ό,τι ανάποδο μπορείς να φανταστείς σε μένα τύχαινε. Πραγματικά έχω αγαναχτήσει. Πρώτα τα’ γραφα στ’ αρχίδια μου, «δε γαμιέται» έλεγα. Αλλά τώρα δεν είμαι παιδάκι, τώρα περάσανε λίγο και τα χρόνια, κουνήθηκα και λιγάκι, πολύ κουνήθηκα. 

-Γύρισες στο χωριό;
-Ναι, την άραξα εκεί, στον πατέρα μου.

-Σε δέχτηκε;
-Ποτέ δεν μ’ έδιωξε. Και λεφτά όποτε χρειαστήκανε πλήρωσε, και στη φυλακή ερχότανε. Ξέρω περιπτώσεις που διώξανε τα παιδιά με τις κλοτσιές. Καλά. η γριά μου είναι αγία - είναι πολύ πιο μπροστά απ’ τον πατέρα μου... Η αδελφή μου δεν θέλει να πηγαίνω στο σπίτι της - δεν θέλει ο γαμπρός. Αυτός την ντύνει, αυτός την ταΐζει. «Αν έρθεις με το στανιό, θα σε βρίσει, θα τα σπάσεις, θα χωρίσω - αυτό θέλεις;», μου λέει... Σου λένε να μην κάνεις παρέες απ’ το λούκι. Όταν όμως κόβουν λάσπη με το που σε βλέπουν και θες να πας κάπου να κρυφτείς όταν σε κυνηγάνε, μόνο αυτοί είναι εκεί να σου πούνε «ρε συ Μανόλη, κάτσε, φάε, κοιμήσου». Τώρα τα σταμάτησα όμως όλα - μαχαίρι.

- Στο Άγιον Όρος πώς βρέθηκες;
- Μια συγχωριανή μου καθηγήτρια, φιλόλογος, διδάσκει στα παιδιά που μεγαλώσαμε μαζί στη γειτονιά, ήξερε τον εφημέριο Ν... Και του ‘στειλε αυτήν την επιστολή και με φώναξε αυτή. «Έτσι κι έτσι», με συμβούλεψε τι πρέπει να κάνω - «αν θέλεις πήγαινε», μου λέει. «Εγώ έκανα αυτήν την ενέργεια για σένα, γιατί σε ξέρω από μικρό παιδί και σ’ αγαπάω. Να πας να ηρεμήσεις». Και πραγματικά, να πούμε, πήγα και ηρέμησα... Πολύ τη βρήκα - πολύ ωραία: σου μιλάγανε όλοι με καλοσύνη, ούτε διπλωματικά ούτε βρόμικα. Όταν μάθανε το πρόβλημά μου ενδιαφερθήκανε πιο πολύ για μένα. Ο ηγούμενος ήξερε απ’ αυτά κι ήτανε πολύ καλός άνθρωπος - ο ηγούμενος ειδικά μπήκε στην καρδιά μου, πολύ τον πήγα. Λεβέντης. «Ό, τι σου συμβεί, να με πάρεις τηλέφωνο - ξέρω γω. Και μέχρι τα Χριστούγεννα να μην κάνεις καμιά αμαρτία, να κοινωνήσεις». Και μου εξήγησε ποιες αμαρτίες: «Ούτε με γυναίκα να πας -κάνε υπομονή- και μέχρι να πεθάνεις να δίνεις δυο χιλιάδες από το μισθό σου στους φτωχούς». Όμως εγώ λέω να πηγαίνω στην Ομόνοια που βγαίνουνε κάτι παιδιά από τη φυλακή και δεν έχουνε να φάνε να τα δίνω τα δυο χιλιάρικα σ’ αυτούς. Και μέχρι τώρα έδινα, όταν είχα -κι αν δεν είχα να τους δώσω να κοιμηθούνε τους πήγαινα να τους κεράσω ένα φαΐ στην Αγορά- ξέρεις τι είναι να βγαίνεις από την φυλακή και να μην έχεις σπίτι να πας; Σου ‘ρχεται να πας να τραβήξεις ένεση μπροστά στον μπάτσο για να σε γυρίσει πίσω. Πειράζει να δίνω τα λεφτά μου εκεί; Το ίδιο δεν είναι; Ε;

- Έτσι νομίζω.
- Θα ξαναπάω στο Άγιον Όρος. Μετά τα Χριστούγεννα Μου φάνηκε όμως παράξενο, τόσοι άνθρωποι πώς αντέχουνε. Αλλά βρήκα την απάντηση σε κάτι βιβλία που διάβασα εκεί. Το βράδυ καθόμουνα και διάβαζα πολύ με τη λάμπα. Μου δώσανε ένα κομποσκοίνι να λέω κάθε φορά την προσευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό». Και πραγματικά όλοι οι άγιοι -άγιοι τώρα!- απ’ αυτό ξεκινήσανε. Αυτοσυγκεντρώνεσαι, διώχνεις τις κακές σκέψεις. Δεν σκέφτεσαι παρανοϊκά ή τρελά πράγματα... Μακριά απ’ τις φασαρίες, μ’ εκείνη τη γλυκύτητα, να πούμε. Δεν μπορεί να είναι τόσα άτομα ηλίθιοι! Εμείς έχουμε χάσει το τρένο. Όλοι το ‘χουμε χάσει - καθένας με τον τρόπο του. Κι όλοι ψάχνουμε να βρούμε την ίδια άκρη - αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε τι είναι εκεί. 

- Μπορείς να ζήσεις εκεί;
- Κοίταξε να δεις: εγώ μπορώ. Έχω αντέξει τα χειρότερα. Έχω βγάλει σαράντα μέρες στις απομονώσεις, καθηλώσεις, ψυχιατρεία, δεσίματα με αλυσίδες χειροπόδαρα - σε δένουνε με τα χέρια έτσι, ανοιχτά: σαν Σταυρωμένος είσαι. Στην «καθήλωση» έχω βγάλει συνολικά έξι μήνες. Χώρια τα πειθαρχεία που ‘χω βγάλει, απομονώσεις, στις πέτρες - τα πόδια μου να μη φτάνουν να ξαπλώσουν κανονικά. Και να μου λένε «έλα να ζητήσεις συγγνώμη απ’ το διευθυντή να βγεις». Κι εγώ, εγωιστής πολύ, «όχι» έλεγα. Δεν θέλω να ζητάω συγγνώμη απ’ τον κύριο Πούστη - γιατί δεν είναι άνθρωπος σοβαρός που με τιμωρεί για πράγματα που η ίδια η υπηρεσία προκάλεσε. Ε, όχι. Δεν το δέχομαι αυτό - είμαι πολύ περήφανος, προτιμώ να πεθάνω.

- Στο Άγιον Όρος πρέπει να υπακούς στον γέροντα. 
- Γι’ αυτό δεν είμαι ακόμα έτοιμος να το κάνω. Αλλιώτικα τώρα θα ‘μουνα εκεί. Κάτσε να προετοιμαστώ πρώτα. Αλλά εκεί ξέρεις ότι η δουλειά πρέπει να γίνει για το καλό όλων - δεν περνάει και η μέρα. Πήγα τα ρούχα στο πλυντήριο, καθάρισα ψάρια - και δεν έχω δουλέψει ποτέ μου εγώ! Αλλά εκεί είναι όλοι άγιοι, πώς θα πάω εγώ;

- Κι εσύ, Μανόλη, καλός είσαι.
- … (κουνάει ντροπαλά το κεφάλι του).

- Αλήθεια λέω.
- Τα πιο πολλά παιδιά στη φυλακή -ένα 70%- είναι πολύ καλά παιδιά. Έχουνε καλή ψυχή, κι ας μην τους φαίνεται. Λίγο πολύ τα ‘φερε έτσι η μοίρα και μπλέξανε. (Μεγάλη σιωπή.) Θα πάω πάλι πάνω. Θα πάρω τον πυρογράφο μου και θα κάνω καμιά αγιογραφία - θα τους πω: «Πάρτε πουλήστε τα για πάρτη σας, κατεβάστε τα κάτω στο εμπόριο».Εγώ φτιάχνω καλή πυρογραφία. Μόλις δούνε αυτά που κάνω θα πάθουνε. Θα πάρω μια βαλίτσα με τα σύνεργα να κάτσω πολύ καιρό. Είχα φτιάξει μια πυρογραφία με μια κοπέλα που είχα αντισηκώσει απο ένα περιοδικό - όχι γυμνή· φορούσε μπικινάκι· είχε κι έξω τα βυζιά της, πάθαινες που την έβλεπες - μου την πήρε όμως ένας φίλος και δεν μπόρεσα να την ξαναφτιάξω έτσι.

- Δεν θες να πας στη Θήβα, στην Αθήνα;
- Όχι, εκεί, στο Όρος μου άρεσε περισσότερο. Την έχω βρει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Δεν έχω αλλού συναντήσει σωστούς, γιατί εγώ τους βλέπω στα μάτια -μπορώ να τους δω μέσα στα μάτια: αυτή ήταν η δουλειά μου τόσα χρόνια στο πεζοδρόμιο- να προσέχω τα μάτια που με πλησιάζουν. Και στη φυλακή. «Ποιος είναι ο Στάθης, να πούμε; Μήπως έχει κάνα σουγιά και σκοντάψω πάνω του και πάω στον άλλο κόσμο;». Μάθαινα τους χαρακτήρες στο μυαλό μου - και για να επιζήσω έπρεπε να τα ψάχνω όλα... Βέβαια! Μεγάλο πράγμα ο Θεός. Και μεγάλη ησυχία εκεί πάνω.

- Εδώ δεν μπορεί να βρεθεί ησυχία;
- Εδώ, αφότου βγήκα απ’ τη φυλακή κοιτάξανε όλοι να μου βγάλουνε το μάτι - πήγανε να με καταπιούνε. Ούτε να τους βλέπω δεν θέλω. Του έκανα κι εγώ κάτι σκηνικά - έβγαλα σουγιά μες στην καφετέρια, στο χωριό, … Αλλά καμιά φορά το τρένο έρχεται στην ώρα του. Αυτό δεν είναι κι ο Θεός να πούμε; - γιατί εγώ έζησα παιδί μέσα στις φυλακές κι έτρεχαν κάθε πρωί τα σάλια μου όταν δεν είχα μαστούρα. Κ έχω κάνει εγώ μαστούρες... Έχω χαθεί τελείως - πιο ψηλά δεν γινότανε. Μα κι ο Θεός, μου έλεγε ο γέροντας, είναι κάτι που εξαφανιζόμαστε όταν τον σκεφτόμαστε πολύ. Σαν ένα σύννεφο στο μυαλό σου, που σε μεθάει -, φτάνει να πιστεύεις· να πιστεύεις αληθινά.