Οι φωτογραφίες λειτουργούν ως μέσο αποτύπωσης της πραγματικότητας. Κάνουν πράξη το ρητό που λέει «Mια φωτογραφία ισούται με χίλιες λέξεις». Προβληματίζουν, πυροδοτούν συζητήσεις, εμπνέουν και σίγουρα καταπλήσσουν.


Ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες φωτογράφους, ο Δημήτρης Μεσσήνης, ήρθε αυτές τις ημέρες στην Αθήνα για μια δίκη που τον ακολουθεί από το 2013. Στις 16 Σεπτεμβρίου εκείνου του έτους ο φωτογράφος του Associated Press απαθανάτισε κλοτσιά σε ανήλικο κορίτσι Ρομά που έπαιζε ακορντεόν στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου από εργαζόμενη σε παρακείμενο κοσμηματοπωλείο. Μια φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου και διέσυρε την Ελλάδα διεθνώς.


Σήμερα συνάντησα στο κέντρο της πόλης τον σπουδαίο φωτογράφο, ο οποίος αφηγήθηκε στη LiFO την ιστορία της πολυσυζητημένης φωτογραφίας και πώς η μεγάλη ανταμοιβή του επαγγέλματός του είναι να γίνεσαι χρήσιμος στο κοινωνικό σύνολο.

 

Προχώρησα στην αναγνώριση της συγκεκριμένης κυρίας, η οποία, έξω από την αστυνομική διεύθυνση, μου είπε με θρασύτατο ύφος: «Καλά τα κονόμησες... Τα έβγαλες τα λεφτάκια σου». Απαράδεκτη.


«Την περίοδο εκείνη είχα ένα ατύχημα. Είχα τρακάρει με το αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να έχω υποστεί μεγάλη ζημιά στα δόντια. Ένα μεσημέρι του Σεπτεμβρίου του 2013 είχα πάει να επισκεφτώ τον οδοντίατρό μου στην Καλλιθέα. Εργαζόμουν στο Associated Press κι είχα ζητήσει από τον οδηγό μας να με πάει στο κέντρο. Αν θυμάσαι, ήταν η μέρα που είχαν τιμήσει τον Νίκο Αλιάγα, αφιερώνοντάς του κάποια συλλεκτικά γραμματόσημα.


Εκείνη την ημέρα όμως είχε διαδήλωση στο Σύνταγμα και με πληροφόρησε ο οδηγός ότι θα με άφηνε όσο πιο κοντά γινόταν και ότι ύστερα θα περπατούσα με τα πόδια. Σταματήσαμε κοντά στο μετρό της Ακρόπολης, δίπλα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου.


Κάποια στιγμή που ρύθμιζα τη φωτογραφική μηχανή, περνά από δίπλα μου και με σπρώχνει μια γυναίκα. Η ίδια έσπρωξε και κάποιους τουρίστες που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην τοποθεσία. Τη βλέπω να φωνάζει στο παιδί και στη συνέχεια να το κλοτσάει. Κάτι η διαίσθησή μου, κάτι η επαγγελματική εμπειρία, σηκώνω ελαφρώς τη μηχανή και αποτυπώνω την εικόνα.

 


Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά τη ρωτάω με έντονο τρόπο: "Τι κάνεις εκεί"; Αυτή, μόλις με άκουσε να μιλάω ελληνικά, πάγωσε. Η απάντησή της ήταν η εξής: "Να φύγουν αυτοί από δω, δεν κόβουν αποδείξεις". "Κι εσύ τι είσαι;" της απάντησα. Μου είπε ότι είχε το γειτονικό κοσμηματοπωλείο.


Επιστρέφοντας στο σπίτι, είπα στον εαυτό μου ότι αυτό δεν επρόκειτο να μείνει ατιμώρητο. Φόρτωσα τις φωτογραφίες, έγραψα μερικές λεζάντες κι ανέβηκε ως θέμα στο πρακτορείο. Από κει κάποιος πελάτης τις είδε και ακολούθησε μεγάλος χαμός. Τότε είχε μεταδοθεί αστραπιαία. Τα έχασα. Παρενέβη στην υπόθεση ο Παναγιώτης Δημητράς, εκπρόσωπος του ΕΠΣΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα.

 

Μου τηλεφώνησε και με ρώτησε αν με είχε καλέσει η αστυνομία. Τότε το θέμα είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και ένα άτομο είχε αποκαλύψει στα social media ότι η συγκεκριμένη κυρία εργαζόταν στο "τάδε κοσμηματοπωλείο" στην περιοχή της Ακρόπολης. Τελικά, αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν η ιδιοκτήτρια αλλά η υπάλληλος του καταστήματος. Μετά από μεγάλες πιέσεις, με φώναξαν στη ΓΑΔΑ και μου έδειξαν μια φωτογραφία. Προχώρησα στην αναγνώριση της συγκεκριμένης κυρίας, η οποία, έξω από την αστυνομική διεύθυνση, μου είπε με θρασύτατο ύφος: "Καλά τα κονόμησες... Τα έβγαλες τα λεφτάκια σου". Απαράδεκτη.


Πολλές φορές η υπόθεση ήταν να μπει στο αρχείο. Αλλά ευτυχώς το θέμα έφτασε στη Βουλή από τη βουλευτή της ΔΗΜ.ΑΡ. Μαρία Γιαννακάκη, καταγεγραμμένο ως επεισόδιο ρατσιστικής βίας κατά ανήλικου κοριτσιού Ρομά στην Ακρόπολη. Έτσι, η υπόθεση οδηγήθηκε στα δικαστήρια.


Στην πρώτη δίκη, η οποία τελικά δεν έγινε λόγω αναβολής (εξαιτίας ωραρίου), με κοίταξε ξανά αυτή περιφρονητικά κι έκτοτε δεν την είδα ξανά. Ούτε στη δεύτερη δίκη, η οποία επίσης αναβλήθηκε, ήρθε, ούτε στη χθεσινή, οπότε και βγήκε η καταδικαστική απόφαση ερήμην της.


Τέσσερα χρόνια και δύο αναβολές μετά, η εν λόγω κυρία καταδικάστηκε ερήμην της σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών με αναστολή. Είναι στιγμές που νιώθω πολύ περήφανος για το λειτούργημα που ασκούσα όλα αυτά τα χρόνια. Για μένα, αυτή η υπόθεση είχε χρηματικό κόστος. Όπως γνωρίζεις, κατοικώ μόνιμα στη Δράμα και ξόδεψα αρκετά ευρώ για να έρχομαι για δίκες που δεν πραγματοποιήθηκαν. Και χθες ήμουν το νούμερο 37 στο δικαστήριο και οι δίκες ολοκληρώθηκαν στον συγκεκριμένο αριθμό. Πιθανόν, δηλαδή, να μην τελείωνε ούτε χτες η ιστορία.


Από τότε, έχω δει πολλές φορές το κοριτσάκι με το ακορντεόν, όταν επισκέπτομαι την Αθήνα. Με θυμάται ακόμη. Αλλά από κείνη την ημέρα δεν γνωρίζει τίποτα για την ιστορία της φωτογραφίας στην οποία πρωταγωνιστεί.


Το ζήτημα είναι ότι μια απλή επίσκεψη στον οδοντίατρό μου με οδήγησε σε αυτή την ιστορία. Ένιωσα πραγματικά περήφανος. Δεν έπρεπε να μείνει ατιμώρητο το θέμα της "κυρίας".


Σκοπός του φωτογράφου δεν είναι τα χρήματα ούτε η δόξα αλλά δουλειά του, η οποία πρέπει έχει αντίκτυπο στο κοινωνικό σύνολο».