Οι τελευταίες μεγάλες άγριες περιοχές του κόσμου συρρικνώνονται με ανησυχητικό ρυθμό και το μέλλον προμηνύεται ακόμη πιο δυσοίωνο. 

 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, το 10% αυτών των περιοχών χάθηκε λόγω της ανθρώπινης παρέμβασης, σύμφωνα με μια μελέτη χαρτογράφησης του Πανεπιστημίου του Queensland.

 

Κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, έχει σημειωθεί σημαντική υποβάθμιση του 52% των οικοσυστημάτων της γης, ενώ το υπόλοιπο 48% επηρεάζεταιι όλο και περισσότερο.

 

Από το 1992, όταν τα Ηνωμένα Έθνη υπέγραψαν τη Σύμβαση του Ρίο για τη βιοποικιλότητα, έχουν χαθεί τρία εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα άγριων οικοσυστημάτων.

 

Σύμφωνα με τον καθηγητή James Watson, ο οποίος είναι και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, «αν αυτό το ποσοστό συνεχίσει, θα έχουμε χάσει όλες τις άγριες περιοχές μέσα στα επόμενα 50 χρόνια».

 

Αυτή η υποβάθμιση της άγριας φύσης θέτει σε κίνδυνο τη βιοποικιλότητα, καθώς και τον κύκλο του νερού, τον κύκλο του αζώτου και την επικονίαση. Αυτό που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι περιοχές αυτές εξαφανίζονται για πάντα και δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις ότι τα υποβαθμισμένα οικοσυστήματα θα μπορούσαν ποτέ να επανέλθουν στην αρχική τους κατάσταση.

 

Αυτές οι περιοχές βρίσκονται στις ερήμους της Κεντρικής Αυστραλίας, το τροπικό δάσος του Αμαζονίου στη Νότια Αμερική, την Αφρική, το οροπέδιο του Θιβέτ στην κεντρική Ασία και τα βόρεια δάση του Καναδά και της Ρωσίας.

 

Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ μέσα σε 16 χρόνια, έχουμε χάσει περίπου τρία εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα άγριων οικοσυστημάτων σε όλο τον κόσμο.


Κύριες αιτίες για την κατάσταση αυτή είναι η υλοτομία, η έρευνα για εύρεση πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα ορυχεία, τα οδικά δίκτυα και η γεωργία.

 

Η μελέτη σημειώνει πως το ένα τρίτο της περιοχής άγριας φύσης του Αμαζονίου έχει χαθεί από το 1992.

 

Η απώλεια των οικοσυστημάτων θα επηρεάσει τα μεταναστευτικά είδη που εξαρτώνται από μεγάλες άθικτες περιοχές άγριας φύσης και τα μεγάλα σαρκοφάγα, όπως τα λιοντάρια, που δεν μπορούν να ζήσουν σε ανθρώπινο τοπίο όταν εξαφανιστεί ο βιότοπός τους.

 

Η μελέτη UQ διαπίστωσε ότι οι προσπάθειες διατήρησης της άγριας φύσης γρήγορα υποβαθμίστηκαν χάρη στη μαζική αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και τη συνακόλουθη οικονομική ανάπτυξη που απαιτεί συνεχώς αυξανόμενους φυσικούς πόρους.

 

 

 

Το πρόβλημα είναι βαθύ καθώς όπως αναφέρει η μελέτη τα ανέπαφα λειτουργικά οικοσυστήματα είναι κρίσιμα όχι μόνο για τη βιοποικιλότητα αλλά για τις τεράστιες ποσότητες άνθρακα που αποθηκεύουν και διαχωρίζουν.

 

Επίσης παρέχουν άμεση άμυνα κατά των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα, όπως καταιγίδες, πλημμύρες, πυρκαγιές και κυκλώνες. Τέλος είναι η πιο ανθεκτική και αποτελεσματική άμυνα ενάντια στις συνεχιζόμενες κλιματικές αλλαγές.

 

Και όμως μόνο το 20% της επιφάνειας της γης επιβιώνει τώρα ως άγρια φύση.

 

Η απώλεια της άγριας φύσης επηρεάζει επίσης τις αυτόχθονες κοινότητες. «Έχετε ανθρώπους που ζουν στο Αμαζόνιο, το Κονγκό και τη Νέα Γουινέα που ζουν εδώ και χιλιάδες χρόνια με το κυνήγι - απλά βιώσιμη χρήση των πόρων», λέει ο καθηγητής. «Έτσι, η απώλεια των άγριων περιοχών θα έχει τεράστιες συνέπειες για τους ντόπιους και τη ζωή τους», καταλήγει.

 

Η έρευνα του UQ μετατοπίζει τη φιλοσοφία διατήρησης, η οποία έχει στοχοθετήσει ιστορικά χρηματοδότηση προς πραγματικά απειλούμενες περιοχές όπου υπάρχει μεγάλη ανθρώπινη δραστηριότητα που βλάπτει είδη.

 

«Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ανθρωπότητας είναι πραγματικά τεράστιο», γράφει ο Watson για τα ευρήματά του.

 

«Κανένα άλλο είδος δεν έχει πλησιάσει το δικό μας όσον αφορά την κατανάλωση τόσο της ενέργειας, αλλά και των πόρων και της γης. Σε αυτή την εποχή όπου το ανθρώπινο ίχνος μεταβάλλει τώρα πολλές από τις διαδικασίες των  συστημάτων, οι περιοχές άγριας φύσης χρησιμεύουν ως φυσικά παρατηρητήρια όπου μπορούμε να μελετήσουμε τις οικολογικές και εξελικτικές επιπτώσεις της παγκόσμιας αλλαγής», αναφέρει ο καθηγητής.