Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
25.02.2018
Το «Fight Club» είναι η καλύτερη αθλητική εκπομπή στο ραδιόφωνο
ΨΗΦΙΑΚΑ ΜΕΣΑ

Το «Fight Club» είναι η καλύτερη αθλητική εκπομπή στο ραδιόφωνο

Από το 2001 μέχρι σήμερα, κάθε βράδυ ο Γιάννης Τσαούσης και ο Κώστας Βαϊμάκης αποδομούν τον κόσμο του αθλητισμού, γίνονται η φωνή της «σιωπηρής πλειονότητας» και μας υπενθυμίζουν ότι δεν χρειάζεται να παίρνει κανείς την μπάλα τόσο σοβαρά.

Κάθε βράδυ, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, 10-12 μ.μ., ο Γιάννης και ο Κώστας παίρνουν θέση πίσω από τα μικρόφωνα και αποδομούν τον κόσμο του αθλητισμού, εγχώριου και μη, υπενθυμίζοντάς μας συνεχώς ότι δεν χρειάζεται να παίρνει κανείς την μπάλα και πολύ στα σοβαρά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Κάθε βράδυ, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, 10-12 μ.μ., ο Γιάννης και ο Κώστας παίρνουν θέση πίσω από τα μικρόφωνα και αποδομούν τον κόσμο του αθλητισμού, εγχώριου και μη, υπενθυμίζοντάς μας συνεχώς ότι δεν χρειάζεται να παίρνει κανείς την μπάλα και πολύ στα σοβαρά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Στο σπίτι της γιαγιάς μου, στο σαλόνι, στο ίδιο έπιπλο όπου βρισκόταν η τηλεόραση, υπήρχε ένα ξύλινο ντουλάπι που έμενε πάντα κλειστό. Με το αθώο παιδικό μυαλό μου σκάρωνα διάφορες ιστορίες.


Φανταζόμουν παλιά μυστικά και αμύθητους θησαυρούς ή, έστω, δεκάδες κρυμμένα γλυκά και σοκολάτες, από αυτά που δεν με άφηναν να φάω όποτε ήθελα.


Μια μέρα που άνοιξε τελικά το περιβόητο ντουλάπι η απογοήτευσή μου ήταν πολύ μεγάλη. Γιατί μέσα βρισκόταν ένα μεγάλο, ορθογώνιο κουτί με γράμματα, αριθμούς και κάτι παράξενα κουμπιά.


Στην εύλογη απορία που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου κάποιος αποκρίθηκε λέγοντας ότι ήταν ένα «παλιό, χαλασμένο ραδιόφωνο».


Γέννημα-θρέμμα της τηλεόρασης και του Ίντερνετ, δεν πρόλαβα να ζήσω τη λεγόμενη «χρυσή εποχή» του ραδιοφώνου κι έτσι δεν καταλάβαινα ποτέ την ταύτιση που ένιωθαν οι μεγαλύτεροι με τις άγνωστες εκείνες φωνές που ακούγονταν από τα ηχεία του.


Όλα αυτά μέχρι το λύκειο, όταν τυχαία, ένα βράδυ, εκεί γύρω στις 10, άκουσα για πρώτη φορά τους κανόνες του «Fight Club». Τότε, όμως, δεν ήξερα ακόμα ότι άκουγα την καλύτερη, για μένα πάντα, και πιο δημοφιλή κατά τεκμήριο αθλητική εκπομπή στο ελληνικό ραδιόφωνο. Όπως δεν γνώριζα ότι θα συνέχιζα να την ακούω σχεδόν 15 χρόνια μετά.

 

Πάντα μου αρέσει να σκέφτομαι ότι στο ραδιόφωνο απευθύνεσαι στον έναν και μοναδικό σου ακροατή, σ' ένα παιδάκι κάπου εκεί ψηλά σε κάποιο χωριό, στα Ζαγοροχώρια ξέρω γω, το οποίο δεν κάνει και πολλά πράγματα, δεν έχει και πολλούς φίλους και το βράδυ κλείνεται στο δωμάτιό του και κάθεται να σε ακούσει με τρομερή προσήλωση γιατί είσαι, ας πούμε, το καλύτερο που θα του συμβεί μέσα στη μέρα.


Η ιστορία του «Fight Club» ξεκινάει το 2001. Ο Κώστας Βαϊμάκης και ο Γιάννης Τσαούσης συναντήθηκαν πρώτη φορά στους διαδρόμους του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ για τις ανάγκες ενός δοκιμαστικού, την εποχή που ο Νίκος Ασημακόπουλος έστηνε το ολυμπιακό ραδιόφωνο της ΕΡΑ Σπορ.


«Μας έβαλαν στο στούντιο να κάνουμε ένα δοκιμαστικό του τύπου "μπείτε μέσα και πείτε κάτι". Καθίσαμε δίπλα-δίπλα, μπροστά σε ένα μόνο μικρόφωνο, σχεδόν αγκαλίτσα. Και ξεκινήσαμε να μιλάμε για άσχετα πράγματα. Για το "Big Brother", διάφορες βλακείες.


Κάποια στιγμή σηκώνουμε το κεφάλι και βλέπουμε πίσω από το τζάμι ανθρώπους να είναι μαζεμένοι και να γελάνε. Τελειώνει το δοκιμαστικό και λέω στον Γιάννη: "Τώρα αυτό είναι ή πολύ καλό ή πολύ κακό". Βγαίνουμε τελικά έξω και μας λένε "είστε έτοιμοι, ξεκινάτε"» θυμάται ο Κώστας.

 

Η μόνη δομή που υπάρχει στην εκπομπή, η πεποίθησή μας από την αρχή, ήταν ότι μια καλή εκπομπή λόγου δεν μπορείς να την κερδίσεις με τίποτα, ούτε με τη μουσική. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η μόνη δομή που υπάρχει στην εκπομπή, η πεποίθησή μας από την αρχή, ήταν ότι μια καλή εκπομπή λόγου δεν μπορείς να την κερδίσεις με τίποτα, ούτε με τη μουσική. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Κάπως έτσι άρχισε το ταξίδι του «Fight Club» στον κόσμο των ερτζιανών. Αρχικά από την ΕΡΑ Σπορ και τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2005, από τα στούντιο του ΣΠΟΡ FM.


Κάθε βράδυ, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, 10-12 μ.μ., ο Γιάννης και ο Κώστας παίρνουν θέση πίσω από τα μικρόφωνα και αποδομούν τον κόσμο του αθλητισμού, εγχώριου και μη, υπενθυμίζοντάς μας συνεχώς ότι δεν χρειάζεται να παίρνει κανείς την μπάλα και πολύ στα σοβαρά.


Στο ραδιοφωνικό τους δίωρο ξεφεύγουν από την καφρίλα, τον θυμό και τον τυφλό οπαδισμό που χρόνια τώρα χαρακτηρίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο.


Αστειεύονται, σχολιάζουν, ασχολούνται με κάθε πιθανή και απίθανη πτυχή της αθλητικής επικαιρότητας ‒και όχι μόνο‒ και στο τέλος βάζουν στο παιχνίδι και τους ακροατές, διαβάζοντας τα μηνύματά τους.


Πού οφείλεται, όμως, το μυστικό της επιτυχίας τους και γιατί έχουν αποκτήσει τόσο φανατικό κοινό;


«Ασχολούμαστε με ό,τι μας ενδιαφέρει. Σίγουρα, υπάρχει ένα αθλητικό υπόβαθρο στην εκπομπή γιατί ο σταθμός είναι αθλητικός. Από κει και πέρα, θα προσπαθήσουμε να ασχοληθούμε με διάφορα πράγματα, πράγματα που θα συζητούσαμε με μια καλή παρέα. Πιστεύαμε ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που θα ήθελαν να ακούσουν κάτι τέτοιο και αποδείχτηκε ότι όντως υπήρχαν» εξηγεί ο Γιάννης.


«Η μόνη δομή που υπάρχει στην εκπομπή, η πεποίθησή μας από την αρχή, ήταν ότι μια καλή εκπομπή λόγου δεν μπορείς να την κερδίσεις με τίποτα, ούτε με τη μουσική.


Άρα, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε από την ώρα που θα βγούμε στον αέρα μέχρι που θα τελειώσουμε είναι να πηγαίνουμε με πατημένο το γκάζι. Αυτό γίνεται για τα τρία πρώτα ημίωρα και στο τελευταίο διαβάζουμε τα μηνύματα των ακροατών».

 

Ξέρουμε ότι έχουμε αντλήσει ακροατές από το κομμάτι αυτό της "σιωπηρής πλειονότητας", οι οποίοι δεν γουστάρουν καφρίλα και θέλουν να ακούσουν κάτι διαφορετικό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ξέρουμε ότι έχουμε αντλήσει ακροατές από το κομμάτι αυτό της "σιωπηρής πλειονότητας", οι οποίοι δεν γουστάρουν καφρίλα και θέλουν να ακούσουν κάτι διαφορετικό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Παρ' ότι τους ακούω τόσο πολύ καιρό, πριν από αυτήν τη συνέντευξη δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να τους συναντήσω από κοντά. Τη στιγμή που κάθισαν απέναντί μας, όμως, είχα την αίσθηση ότι τους γνωρίζω χρόνια.


Ακόμη και όταν εγώ και ο Πάρις, ο φωτογράφος μας, παραγγείλαμε τσάι αντί για καφέ, ήξερα ότι δεν θα το αφήσουν ασχολίαστο. Ίσως αυτή η αίσθηση οικειότητας να οφείλεται στην αμεσότητα του ραδιοφώνου ως μέσου.


Οι δυο τους μοιάζουν στα δικά μου μάτια τελείως διαφορετικοί ως χαρακτήρες. Ο Κώστας, ο ψηλός δηλαδή, είναι πιο κοινωνικός, πιο χειμαρρώδης, πάντα έτοιμος για χαβαλέ.


Ο Γιάννης, από την άλλη, είναι η ήρεμη δύναμη της εκπομπής. Μιλάει λιγότερο και είναι πιο εσωστρεφής. Σε αυτές τις διαφορές βασίζεται, νομίζω, το ιδανικό τους ταίριασμα. Ο ένας είναι πάντα έτοιμος να συμπληρώσει την ατάκα του άλλου.


«Ο Γιάννης είναι ο φάρος μέσα στη σκοτεινή νύχτα» λέει γελώντας ο Κώστας κοιτάζοντάς τον, με τον Γιάννη να επιλέγει μια πιο ποδοσφαιρική ορολογία: «Ας πούμε ότι εγώ είμαι ο ασίστ-μαν και ο Κώστας ο "παστελωτής"».

 

Προσπαθώντας να διακρίνω τους λόγους που κάνουν το «Fight Club» τόσο δημοφιλές, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είναι η φωνή της αποκαλούμενης, και πολύ αδικημένης, σιωπηρής πλειονότητας.


Εκείνη, δηλαδή, τη μερίδα του κόσμου που δεν πηγαίνει συχνά στο γήπεδο, που δεν παίζει ξύλο για το χρώμα της φανέλας, που δεν γουστάρει τις στρατιές των οργανωμένων οπαδών και πολλούς από τους ανθρώπους που διοικούν τις ομάδες.


Το κομμάτι, δηλαδή, της ελληνικής κοινωνίας που, αν και πολύ μεγαλύτερο από το άλλο, προτιμά να βρίσκεται στο περιθώριο και να μην κάνει τόσο θόρυβο.


«Είναι κάτι που το έχουμε δει τις λιγοστές φορές που κάναμε εκπομπή επικοινωνίας με ακροατές. Εκεί βγήκαν όντως άνθρωποι που δεν βγαίνουν συχνά να μιλήσουν.


Ξέρουμε ότι έχουμε αντλήσει ακροατές από το κομμάτι αυτό της "σιωπηρής πλειονότητας", οι οποίοι δεν γουστάρουν καφρίλα και θέλουν να ακούσουν κάτι διαφορετικό» παραδέχεται ο Κώστας.

 

«Ο Γιάννης είναι ο φάρος μέσα στη σκοτεινή νύχτα» λέει γελώντας ο Κώστας κοιτάζοντάς τον, με τον Γιάννη να επιλέγει μια πιο ποδοσφαιρική ορολογία: «Ας πούμε ότι εγώ είμαι ο ασίστ-μαν και ο Κώστας ο "παστελωτής"». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Ο Γιάννης είναι ο φάρος μέσα στη σκοτεινή νύχτα» λέει γελώντας ο Κώστας κοιτάζοντάς τον, με τον Γιάννη να επιλέγει μια πιο ποδοσφαιρική ορολογία: «Ας πούμε ότι εγώ είμαι ο ασίστ-μαν και ο Κώστας ο "παστελωτής"». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Πάντα πίστευα ότι ο χώρος του αθλητισμού είναι ιδιαίτερα δύσκολος για τους δημοσιογράφους που εργάζονται σ' αυτόν. Είναι ένα πεδίο αντικρουόμενων συναισθημάτων, παθών, μίσους και συγκρούσεων.


Στον κόσμο της μπάλας καθένας πιστεύει ότι η δική του άποψη είναι η σωστή, ίσως επειδή δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες γνώσεις ή κάποιο υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η Ελλάδα, άλλωστε, είναι γεμάτη χαμένα ποδοσφαιρικά ταλέντα που ένας τραυματισμός τούς στέρησε κάποτε το όνειρο μιας μεγάλης καριέρας (sic).


«Για μένα η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να μπορέσεις να γράψεις κάτι πρωτότυπο και με επιχειρήματα. Κάτι που θα ξεφεύγει από τις πολύ συγκεκριμένες μανιχαϊστικές απόψεις που προβάλλονται. Το άσπρο-μαύρο είναι παντού πια στη δημόσια εικόνα.


Οπότε, μέσα σε ένα τέτοιο φάσμα του "άσπρου- μαύρου" και του non paper, η δυσκολία και η μαγκιά, αν θες, είναι να γράψεις κάτι που να δείχνει γνώση και να παραθέτει επιχειρήματα. Kάτι που δεν έχει γράψει κανένας άλλος.


Και αυτόν που θα το διαβάσει να τον πάει και λίγο μπροστά, διότι μέσα στη μέρα μπορεί να διαβάσω 500 φορές για το ίδιο θέμα. Θέλω να διαβάσω και κάτι διαφορετικό» λέει ο Γιάννης, μιλώντας για τις δυσκολίες.

 

Ο Κώστας εστιάζει σε ένα άλλο κομμάτι: «Κοίτα, το βασικό πρόβλημα είναι η καφρίλα που υπάρχει γύρω-γύρω. Το πώς θα μπορέσεις να χαλιναγωγήσεις τη δική σου οπαδική προτίμηση είναι, επίσης, ένα θέμα.


Εγώ μια περίοδο κόντεψα να κυλήσω οπαδικά. Και αυτό που με μάζεψε ήταν τα μηνύματα στην εκπομπή. Αρθρογραφώντας στη "SportDay" άρχισα να ξεφεύγω και κάποια μηνύματα που ήρθαν, του τύπου "εμείς ακούμε την εκπομπή αυτή γιατί ακριβώς δεν κάνετε αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι, επειδή δεν παρασύρεστε", με ταρακούνησαν.


Είπα "έχουν δίκιο σ' αυτό το πράγμα". Αν υπάρχει κάτι που μας ξεχωρίζει είναι ότι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με χιούμορ όλα αυτά τα πράγματα».


Βρισιές, απειλές ακόμη και επιθέσεις σε αθλητικογράφους και ραδιοφωνικούς παραγωγούς είναι συχνό φαινόμενο. Πολύ πρόσφατο παράδειγμα η επίθεση στον δημοσιογράφο Άρη Ασβεστά.


«Δεν είναι τόσο πολλά τα βρισίδια όσο φαντάζεσαι. Όταν πήγαμε στον ΣΠΟΡ FM ήταν πολύ γκαζωμένο το κοινό. "Και ποιοι είστε εσείς, και τι μαλακίες λέτε, και φέρτε πίσω τον τάδε"» λέει ο Κώστας, με τον Γιάννη να συμπληρώνει: «Δεν ήμασταν και σε κανένα κοκτέιλ μπαρ, αλλά σκέψου ότι, ξαφνικά, από μια ταβερνούλα βρεθήκαμε στο Μπρονξ. Ήταν πολύ πιο σκληροπυρηνικό το κοινό του ΣΠΟΡ FM, αλλά εκπαιδεύτηκε αρκετά γρήγορα».

 

«Έχεις δει την ταινία με τον τύπο που πάει στον μπάρμαν και του λέει τον πόνο του; Είμαστε οι μπάρμεν». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Έχεις δει την ταινία με τον τύπο που πάει στον μπάρμαν και του λέει τον πόνο του; Είμαστε οι μπάρμεν». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


«Έχετε φοβηθεί ποτέ;» τους ρωτάω. «Κάποιες φορές έχεις τον νου σου. Ειδικά σε δύσκολες περιόδους που ο κόσμος πλακώνεται, που στήνονται ενέδρες, που δημοσιογράφοι τρώνε ξύλο. Υπάρχουν φορές που βγαίνεις από τη δουλειά σου 12 το βράδυ και κοιτάς δεξιά-αριστερά πριν ανέβεις στη μηχανή ή πριν μπεις στο αυτοκίνητο.


Ειδικά την περίοδο της τηλεόρασης, επειδή φεύγαμε αργά, Κυριακή βράδυ, βγαίνοντας έξω πάντα έριχνα μια ματιά να δω τι γίνεται. Σήμερα υπάρχει περισσότερη οργή και θυμός απ' ό,τι παλιά. Υπάρχει, επίσης, λιγότερη αντοχή και ανοχή λόγω των καταστάσεων που βιώνουμε οικονομικά και κοινωνικά.


Ο κόσμος εκτονώνει πια την οργή του όπου βρει. Στον δρόμο για μια θέση πάρκινγκ, στο ραδιόφωνο για κάτι που άκουσε. Ο ατμός από την κατσαρόλα απελευθερώνεται όπου να 'ναι» λέει ο Κώστας, με τον Γιάννη να επισημαίνει την ανάγκη που έχει σήμερα ο κόσμος να ταυτιστεί με κάτι.


«Υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ταύτιση. Με οτιδήποτε. Ταύτιση που θα οδηγήσει σε τσακωμό, όχι σε διάλογο. Και πολύ λιγότερη κουβέντα για μπάλα φυσικά».


Σημαντικό και πολύ δημοφιλές κομμάτι της εκπομπής είναι το ημίωρο κατά το οποίο διαβάζονται τα μηνύματα των αναγνωστών. Και εκεί θα ακούσεις ό,τι μπορείς να φανταστείς. Από κει, μάλιστα, έχει προκύψει και το περιβόητο λεξιλόγιο του «Fight Club».

 

Λέξεις, ορολογία και φράσεις που καταλαβαίνουν μόνο όσοι ακούν την εκπομπή και τις χρησιμοποιούν ακόμα και στην καθημερινότητά τους.Τι άλλο στέλνουν οι αναγνώστες; Αυτοσχέδια τριλήμματα (σ.σ. θα πρέπει να ακούσετε την εκπομπή για να καταλάβετε), αστεία, περίεργα, παρατηρήσεις και, φυσικά, ερωτήσεις για σχέσεις ή προβλήματα ερωτικής φύσεως.


Τι είναι, όμως, αυτό που ωθεί τους ακροατές να στέλνουν τα εσώψυχά τους σε μια ραδιοφωνική εκπομπή και σε δύο ανθρώπους που δεν έχουν συναντήσει ποτέ τους;


«Έχεις δει την ταινία με τον τύπο που πάει στον μπάρμαν και του λέει τον πόνο του; Είμαστε οι μπάρμεν» λέει ο Κώστας. «Μας στέλνουν μηνύματα γιατί ξέρουμε ότι δεν θα τους κρίνουμε, δεν εκτίθενται, δεν φαίνεται το όνομα ή η φάτσα τους. Λένε τον πόνο τους σε έναν άγνωστο, ο οποίος όμως θα τους ακούσει και θα τους πει κάτι εκείνη τη στιγμή. Μα αστείο, μα σοβαρό, κάτι θα τους πει».

 

Μετά τη συζήτησή μας πήγαμε μια βόλτα από τα στούντιο του ΣΠΟΡ FM. Την ώρα της εκπομπής, μόλις ανάψει το κόκκινο φως του «ON», και οι δυο μοιάζουν σαν να βρίσκονται πραγματικά στο στοιχείο τους. Συνεννοούνται με τα μάτια, πιάνονται από κάθε είδους ερέθισμα και παίζουν πινγκ-πονγκ με ατάκες αντί για μπαλάκια.


Όσο τους παρακολουθώ σκέφτομαι εκείνη την τελευταία εκπομπή το 2013, όταν φαινόταν ότι το «Fight Club» θα τελείωνε πια οριστικά. Τα μηνύματα αγάπης του κόσμου, τη φωνή τους που έσπαγε όταν τα διάβαζαν. Δεν ξέρω αν έχει γίνει ποτέ κάτι αντίστοιχο στο τελείωμα κάποιας άλλης ραδιοφωνικής εκπομπής.


«Τη μέρα που σταματήσαμε συνειδητοποιήσαμε και τη δύναμη της εκπομπής. Μπορεί να είχαμε μια καλή εικόνα, να βλέπαμε κάποια ξερά νούμερα ή να μας μιλούσαν άνθρωποι στον δρόμο, αλλά μόνο όταν έγινε αυτό καταλάβαμε πόσος κόσμος μάς άκουγε, πόσος κόσμος είναι δεμένος με το "Fight Club".

 

Ο κόσμος εκτονώνει πια την οργή του όπου βρει. Στον δρόμο για μια θέση πάρκινγκ, στο ραδιόφωνο για κάτι που άκουσε. Ο ατμός από την κατσαρόλα απελευθερώνεται όπου να 'ναι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ο κόσμος εκτονώνει πια την οργή του όπου βρει. Στον δρόμο για μια θέση πάρκινγκ, στο ραδιόφωνο για κάτι που άκουσε. Ο ατμός από την κατσαρόλα απελευθερώνεται όπου να 'ναι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Τα μηνύματα και τα e-mails που μας ήρθαν μετά είναι αδιανόητα. Πρέπει να έχω πάνω από 50 e-mails από κοπέλες που μας έλεγαν "σας γράφω αυτό το mail γιατί το αγόρι μου δεν μπορεί, κλαίει με λυγμούς" και μας ρωτούσαν τι τους κάναμε.


Ήταν μία από τις τρεις πιο περίεργες μέρες της ζωής μου. Αυτό που έγινε εκείνη την ημέρα μας συνέτριψε» θυμάται ο Γιάννης. «Είναι σοκαριστικό όταν καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος κλαίει επειδή σταματάει μια εκπομπή μετά από τόσα χρόνια. Κλαίει και το εννοεί» συμπληρώνει ο Κώστας.


Προς τέρψη των φαν, το «Fight Club» επέστρεψε το 2016 μετά από μια τριετία αγρανάπαυσης και ήταν σαν να μην έφυγε ποτέ. Αν εξαιρέσεις το διάλειμμα, η εκπομπή αυτή μετρά 17 χρόνια πορείας στο ελληνικό ραδιόφωνο. Δεκαεπτά χρόνια, μια γενιά.


Δεν μπορούσα να μην τους ρωτήσω πότε σκοπεύουν να σφυρίξουν τη λήξη. Ποιο θα είναι το σημείο εκείνο που θα πουν "ήρθε η ώρα να πάμε σπίτια μας".


Και οι δυο συνέδεσαν την απόφασή τους, όταν έρθει, με την αλληλεπίδραση που θα έχουν τη δεδομένη στιγμή με τον κόσμο. Λένε, μάλιστα, ότι εκείνο το οριστικό τέλος δεν θα είναι τόσο δύσκολο όσο την πρώτη φορά.

 

Θέλω να τους πιστέψω, αλλά νομίζω πως το «Fight Club» είναι κάτι παραπάνω από μια δουλειά γι' αυτούς. Είναι κομμάτι της ίδιας τους της ταυτότητας και αυτό που θα αφήσουν πίσω τους ως κληρονομιά.


Αντί επιλόγου, λέω να κρατήσω τα λόγια του Γιάννη για τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται αυτή η εκπομπή.


«Πάντα μου αρέσει να σκέφτομαι ότι στο ραδιόφωνο απευθύνεσαι στον έναν και μοναδικό σου ακροατή, σ' ένα παιδάκι κάπου εκεί ψηλά σε κάποιο χωριό, στα Ζαγοροχώρια ξέρω γω, το οποίο δεν κάνει και πολλά πράγματα, δεν έχει και πολλούς φίλους και το βράδυ κλείνεται στο δωμάτιό του και κάθεται να σε ακούσει με τρομερή προσήλωση γιατί είσαι, ας πούμε, το καλύτερο που θα του συμβεί μέσα στη μέρα.


Ένα μέρος της σιωπηρής πλειονότητας θέλω να πιστεύω ότι είναι και τέτοιοι άνθρωποι».


Η εκπομπή «Fight Club» μεταδίδεται από τη συχνότητα του ΣΠΟΡ FM, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, 10-12 το βράδυ.

Είναι αρχισυντάκτης της LiFO. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
3 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar Γράφων 1.2.2018 | 14:13
Fight Club και φοιτητής με ουισκάκι και τσιγάρο.

Fight Club μπακουρομπακουρος και στο αμάξι για έξοδο.

Fight Club ασπρισμένος, με την ομάδα να οδεύει για γ' εθνική και να με περιμένουν σπίτι.

Fight Club γιατί I've nener been lonely, cause me so cool...

Fight Club στο κινητό στη σκοπιά, fight club στο λαπιτόπι, fight club και στο ράδιο του αμαξού.
Αλιόσα Αλιόσα 1.2.2018 | 23:34
Σε ''τιμεί'' ιδιαίτερως αυτό. (Αν είσαι παλαιός ακροατής θα θυμάσαι την αγάπη της εκπομπής για την λέξη με τα εισαγωγικά..)
Kων. K. Kων. K. 2.2.2018 | 01:08
"Το σουτ σου απειλή,
Η τρίπλα σου, μια πλάνη,
Εμάς θ'αφήσεις ορφανούς,
Λάρα Γκαρθία Ντάνι"

Γιατί Το Fight Club μας έκανε ποιητές μεταξύ άλλων.

Υ.Γ.: Θυμάται κανείς Ζαν Πολ Κοντοζάν (κατα κόσμο Παύλο Κοντογιαννίδη) στα της ΕΡΑ Σπορ, ν' απαγγέλει σε ελεύθερη μετάφεαση στοίχους από τραγούδια του Μπομπ Μάρλεϋ;

Θυμάμαι πως παίρναμε ιδέες για να προσεγγίζουμε κοπέλες στο λύκειο (κι ας 30ρίσαμε τώρα).
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ