Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
 

Ημερολόγια Κουζίνας: Christmas Edition. Aπό τον Μιχάλη Μιχαήλ

Δυο-τρία πράγματα για τις γιορτές, τη χρονιά που πέρασε και την κουζίνα μου

Ανήκω σε αυτούς πουδεν περνούσαν σπουδαία Χριστούγεννα όταν ήταν παιδιά. Δεν περνούσα χάλια, αλλά αυτό το πανέμορφο, το ιδανικό, το γυαλιστερό που όλοι έχουμε στη φαντασία μας δεν το είχα. Και, απ' ό,τι καταλαβαίνω, ανήκω σε μια πολυάριθμη ομάδα ανθρώπων που θυμούνται τις παιδικές και εφηβικές τους γιορτές τουλάχιστον με αμηχανία. Πάρτι που δεν πέτυχαν, οικογένειες που ξεφόρτωσαν όλη την ένταση και την πίκρα της χρονιάς πάνω στο πιο ωραίο τραπέζι, έρωτες που σταμάτησαν να είναι έρωτες, νύχτες που υποτίθεται ότι θα τέλειωναν το άλλο πρωί με γλέντι και χορό και τέλειωσαν τελικά αμέσως μετά τις δώδεκα, μ' εσένα μόνο στο δωμάτιο να ακούς τα εορταστικά τηλεοπτικά προγράμματα από τις τηλεοράσεις των γειτόνων, τα ρυθμικά τακούνια από του απάνω που κατέβαιναν θριαμβικά να πάνε σε ένα ρεβεγιόν. Ξέρετε, τα Χριστούγεννα δεν είναι μια εποχή που έπεσε από το διάστημα. Ό,τι κάνεις τον υπόλοιπο χρόνο, όπως περνάς τους υπόλοιπους μήνες, έτσι περνάς κι εκείνες τις δέκα παράξενα φορτισμένες μέρες. Μπορείς να το αλλάξεις; Ναι, νομίζω. Αν δεχτείς τον εαυτό σου και την κατάστασή σου. Τη χρονιά που συνειδητοποίησα πως η οικογένειά μου δεν είναι οι Έκνταλ και πως εκείνη τη χρονιά (όπως και κάθε χρονιά) δεν θα υπήρχε μαγεία στο γιορτινό τραπέζι, ησύχασα. Έχω περάσει και επικά, τρώγοντας σκέτα μακαρόνια και βλέποντας ταινίες. Πιο επικά βέβαια πέρασα όταν ανακάλυψα συμμάχους σε αυτό το παιχνίδι και έβγαινα και γιόρταζα μαζί τους. Τα μπακούρια της γιορτής. Μακριά από οικογένειες και φορτισμένες καταστάσεις, εμείς τρώγαμε μαγειρίτσες και τσουγκρίζαμε αυγά σε παράξενα σημεία της πόλης τα Μεγάλα Σάββατα και γλεντάγαμε τα Χριστούγεννα σε ένα τραπέζι όλοι μαζί, χαρούμενοι, αποκαμωμένοι, καραβοτσακισμένοι, η νέα οικογένεια. Αφού δεν φτιάχνεται, μην το παλεύεις. Να ψαχτείς αλλού. Να το δεις αλλιώς. Φαίνεται όμως πως τελικά όλοι όλο θέλουμε κάτι που δεν έχουμε. Εμένα δεν με νοιάζει εδώ και καιρό. Τα καλύτερα ρεβεγιόν της ζωής μου τα πέρασα κάτι κουτσούς Φλεβάρηδες και κάτι περίεργους Απρίληδες, με τα πιο επικά τραπέζια και τα πιο άφθονα ποτά. Σαν κι αυτά των Έκνταλ. Οπότε, αν κάτσει κάτι καλό, θα είναι ωραία. Αν κάποιο μπακούρι των γιορτών θέλει να βγούμε παρέα, εδώ θα είμαι. Αν πάλι όχι, έχω κρατήσει μια ολόκληρη σειρά Dexter και άλλη μια Treme για τα ρεβεγιόν και θα περάσω φίνα. Κάνε κι εσύ το ίδιο, πριν αποτρελαθείς τελείως. Και έλεος, φίλε, με την γκρίνια για τις γιορτές και τα ξου ξου. Μεγάλωσες. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για κάτι τέτοια.

 

Τη χρονιά που συνειδητοποίησα πως η οικογένειά μου δεν είναι οι Έκνταλ και πως εκείνη τη χρονιά (όπως και κάθε χρονιά) δεν θα υπήρχε μαγεία στο γιορτινό τραπέζι, ησύχασα.
Τη χρονιά που συνειδητοποίησα πως η οικογένειά μου δεν είναι οι Έκνταλ και πως εκείνη τη χρονιά (όπως και κάθε χρονιά) δεν θα υπήρχε μαγεία στο γιορτινό τραπέζι, ησύχασα.

 

Αν με γνωρίσεις, δεν θα με πεις δύσκολο άνθρωπο. Είμαι συνήθως χαμογελαστός, έχω θετική άποψη για τα πράγματα, είμαι πολύ καλοπερασάκιας, μου αρέσουν τα φαγητά, τα κρασιά, πεθαίνω για γέλια και χάχανα, για μπαράκια και τραπεζώματα. Κατάλαβες. Τα τελευταία δέκα χρόνια, τα χρόνια δηλαδή που βρίσκομαι στην Αθήνα, τύπου μετανάστης, από συστολή και δεν ξέρω 'γω τι άλλο, φίλους δεν έκανα. Ναι, έχω μια παρέα, αγαπώ και περνάω τέλεια με τους συναδέλφους μου, αλλά γενικώς ήμουν ένα μοναχικό τυπάκι που περιέργως, και ενώ παλιά ποτέ δεν συνέβαινε αυτό, δεν έβρισκα τον τρόπο να κάνω παρέες, κολλητούς, ανθρώπους μακριά από τη δουλειά μου και τη ζωή μου που να είναι οι δικοί μου φίλοι, να πίνουμε ποτά μαζί κ.λπ. Λοιπόν, αυτό άλλαξε όταν μπήκα στα social media. Δεν ξέρω τα ζόρια του καθενός με το twitter και το facebook. Ούτε καταλαβαίνω τις αντιδράσεις τους και την κριτική τους για το πώς τα social media μας απομονώνουν. Λοιπόν, εγώ σε ενάμιση χρόνο απέκτησα περίπου δέκα πολύ καλούς κολλητούς και μπορώ με σιγουριά να πω πως άλλαξε η ζωή μου. Θέλω να δοθεί σε αυτό το κείμενο ιδιαίτερη μνεία στην Alex Walex, που με ξέβγαλε και με πήγε για ποτά με άλλους twitterers και μετά γίναμε φίλοι (πρώτα με τη Walex) και κάτι άλλαξε. Κατάλαβα πως αυτό που με δυσκόλευε γενικώς ήταν κάτι εύκολο με αυτό τον νέο τρόπο. Δεν ξέρω αν είναι για όλους, εγώ ξέρω πως τώρα βρήκα τον παλιό καλό εαυτό μου, γελάω με την καρδιά μου και έχω να τους ευχαριστήσω όλους για τα τόσα βράδια που περάσαμε μαζί αυτήν τη χρονιά, που μοιραστήκαμε τις χαρές μας, τις απελπισίες μας, τις ζωές μας, τα μυστικά μας. Ελπίζω να αισθάνονται κι αυτοί για μένα την ίδια αγάπη που αισθάνομαι εγώ γι' αυτούς. Κι αν αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να δικτυωθείς σε μια μεγάλη και εχθρική πόλη, μην το σκέφτεσαι. Κάν' το, θα αλλάξει η ζωή σου, φίλε.

 

Φέτος η κουζίνα μου τα πήγε μια χαρά. Έτσι παλιά και μικρή που είναι, με τους πάγκους τους στενούς, πάνω στους οποίους για κάθε τραπέζι ισορροπώ πεντακόσια πράγματα, με τον πανάρχαιο φούρνο, το μίξερ που κουβάλησα από το σπίτι μου, τα πολλά μαχαιροπίρουνα, το σετ τσαγιού, τα αλλοπρόσαλλα σερβίτσια, τα κεραμικά μπολ από τα νησιά, τα άπειρα βιβλία, τις κατσαρόλες και τα ταψιά της, τα καλά μαχαίρια κοπής που ποτέ δεν είναι αρκετά, τα ποτήρια του κρασιού που όλο σπάνε και όλο συμπληρώνονται τα σετ. Το ψυγείο γέμιζε και άδειαζε. Τα τραπεζομάντιλα έμπαιναν λεκιασμένα από κρασιά και σαρλότ σοκολάτας στο πλυντήριο μαζί με τις λινές πετσέτες και έβγαιναν και πάλι για εκατοστή φορά ολόλευκα, έτοιμα για το επόμενο γλέντι. Μα πιο πολύ από τα μεγάλα τραπέζια, η κουζίνα μου φέτος θριάμβευσε κάτι απελπισμένα βράδια, που για άλλη μια φορά τα νέα για τη χώρα ήταν άσχημα, φίλοι έχαναν τη δουλειά τους, άνθρωποι γνωστοί έφταναν στην απελπισία. Δεν το 'χω το κοινωνικό και οι δρόμοι ποτέ δεν με έκαναν καλά, όπως άλλους ανθρώπους. Εδώ, σε αυτή την κουζίνα των μικροσκοπικών διαστάσεων, έβρισκα κουράγιο και ηρεμία. Για άλλη μια φορά η μαγειρική με έσωσε. Μέσα στην ησυχία της κουζίνας, με μόνο ήχο το γουργουρητό της κατσαρόλας, έβαζα τα πράγματα ξανά σε μια σειρά. Άκουγα ραδιόφωνο, διάβαζα συνταγές και λογοτεχνία και χανόμουν από την πραγματικότητα. Ήταν η δική μου σπηλιά των θαυμάτων, που κατάφερε, πέρα από κάθε παρέα και κάθε κοσμικότητα, να με κάνει να μην αποτρελαθώ αυτή τη χρονιά που παρόμοιά της εύχομαι να μην έρθει. Αλλά κι αν έρθει, πάλι ξέρω πού θα είμαι. Καλή χρονιά, παιδιά! Σας φιλώ!

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 2012

Ο Μιχάλης Μιχαήλ είναι γενικός διευθυντής της LIFO. Σπούδασε οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Essex και ναυτιλία στο City University του Λονδίνου. Αγαπάει, μεταξύ άλλων, το φαγητό και τις γάτες.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ