Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Μάνος Χατζιδάκις: 21 χρόνια μετά…

Ποιο είναι το πρώτο και ποιο το σπανιότερο άλμπουμ του; Ιστορίες με υψηλό καλλιτεχνικό νόημα από τα βάθη της δισκογραφίας

Το εξώφυλλο του πρώτου (δεκάιντσου) LP του Μάνου Χατζιδάκι. Ολλανδικής κοπής από το 1955
Το εξώφυλλο του πρώτου (δεκάιντσου) LP του Μάνου Χατζιδάκι. Ολλανδικής κοπής από το 1955
 

 

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να προσεγγίσεις το έργο ενός δημιουργού, ενός συνθέτη – και βεβαίως του Μάνου Χατζιδάκι (1925-15/6/1994). Άλλοι βαθυστόχαστοι, θεωρητικοί, αναλυτικοί, και άλλοι πιο πεζοί και καθημερινοί. Όλοι χρειάζονται. Κυρίως όταν πίσω από κάθε «τρόπο» ξεπροβάλλουν γεγονότα και ιστορίες με ουσιαστικό ενδιαφέρον.

 

Το πρώτο άλμπουμ του Μάνου Χατζιδάκι ήταν το 10ιντσο LP με τα έργα του For a Little White Seashell(1948) και Six Popular Pictures (Ballet)” (1950), που κυκλοφόρησε περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50 στην Ελλάδα (μάλλον το 1955), ως παραγωγή της ολλανδικής Philips. Εκ πρώτης περίεργο, αλλά στην πράξη όχι, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πρέσες στην Ελλάδα που να μπορούσε να «κόψουν» long plays. Έτσι η κοπή του δίσκου, όπως και τα τυπώματά του (εξώφυλλο, ετικέτες), γίνονταν εξ ολοκλήρου στην Ολλανδία.

 

Η «Αχιβάδα» συμπυκνώνει τις απόψεις του Χατζιδάκι γι' αυτήν την περιλάλητη επικοινωνία λόγιου και λαϊκού ύφους, χωρίς ίχνος αισθητικής ανισορροπίας. Σπάνιο, οπωσδήποτε, κατόρθωμα ψυχικού κοντρόλ και ξεκάθαρης ματιάς από έναν άνθρωπο μόλις 22-23 ετών.

 

Τα πρώτα μαζικά LP της ελληνικής δισκογραφίας δηλαδή ήταν δεκάιντσα και ολλανδικά και δεν σχετίζονταν, φυσικά, μόνο με τον Χατζιδάκι. Τότε «κόπηκε» και το πρώτο LP τού Βασίλη Τσιτσάνη (με την Μαρίκα Νίνου), ένα LP με «μουσικές δωματίου» των Καλομοίρη, Βάρβογλη και Σκαλκώτα και μερικά ακόμη. Πολύ ωραίες εκδόσεις με βαριά… πρωτογενή βινύλια και ωραία γυαλιστερά (laminated) front covers.

 

Πότε ακριβώς κυκλοφόρησαν αυτοί οι δίσκοι και κυρίως εκείνος του Χατζιδάκι, που εδώ μας ενδιαφέρει; Οι πιο πολλές πηγές (ιντερνετικές και άλλες) γράφουν για… 1954, αλλά το πιο πιθανόν είναι τούτο να συνέβη το 1955. Κάπου το εδράζω αυτό. Σε κάτι που σχετίζεται με τους κωδικούς των ελληνικών δίσκων της Philips και παρότι έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον η ιστορία, δεν νομίζω πως υπάρχει, τώρα, λόγος να μπούμε σε λεπτομέρειες.

 

Μάνος Χατζιδάκις / Julius Katchen, από την εμφάνιση του δεύτερου στην Αθήνα το 1948 (πηγή: CD «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα/ Ο κύκλος του C.N.S.», 2003)
Μάνος Χατζιδάκις / Julius Katchen, από την εμφάνιση του δεύτερου στην Αθήνα το 1948 (πηγή: CD «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα/ Ο κύκλος του C.N.S.», 2003)

 

Το πρώτο έργο τού ολλανδικού LP, το «Για μια Μικρή Λευκή Αχιβάδα», ολοκληρώθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι το 1948 κι εδώ αποδίδεται από τον πιανίστα Γιάννη Παπαδόπουλο (η κλασική ηχογράφηση του 1954). Ο Παπαδόπουλος δεν ήταν ο πρώτος διδάξας. Το έργο είχε παρουσιαστεί αρχικά στην Αθήνα το 1948 από τον διάσημο, στα χρόνια του, αμερικανό πιανίστα Julius Katchen – ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, 20 χρόνια αργότερα, το 1968, θα συνεργαζόταν με τους Rolling Stones στο “Rock and Roll Circus”!

 

Το έργο αποτελείται από 10 χορούς και πρελούδια πολύ μικρής διάρκειας (το συντομότερο κομμάτι, ο «Μπάλος», διαρκεί λιγότερο από ένα λεπτό, ενώ το μεγαλύτερο, το «Εμβατήριο», λίγο πάνω από δύο). Γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τη «Μια Μικρή Λευκή Αχιβάδα» (από το booklet του σχετικού CD, του 2003):

«Με μια έμφυτη απέχθεια προς το αισθηματικό παίξιμο, που συνήθιζαν στον καιρό μου οι πιανίστες και τα Ωδεία (και που δυστυχώς συνεχίζουν μέχρι σήμερα), η ΑΧΙΒΑΔΑ γράφτηκε με μια διάθεση, θα ’λεγα, αντιδράσεως. Αντιδράσεως στην ταλαιπωρημένη “μουσική ευαισθησία”, στο με χρωματιστό μολύβι “αίσθημα” που καθορίζει ο δάσκαλος, στη σοβαροφάνεια διδασκάλων και μουσουργών και τέλος στην κάθε σκονισμένη αντίληψη, ευρωπαϊκής επαρχιακής καταβολής, γύρω από τη μουσική και την ερμηνεία της.

Γι’ αυτό η ΑΧΙΒΑΔΑ πρέπει να παίζεται με αυστηρή ρυθμική αίσθηση και με το προσδιορισμένο από τη γραφή του αίσθημα. Τα πέρα από τα προβλεπόμενα όρια, είναι και άχρηστα και επιβλαβή.

Η ΑΧΙΒΑΔΑ είναι ένα έργο αντιρομαντικό, τουλάχιστον με την έννοια που ’διναν στη λέξη ο Copland και ο Prokofiev μεσ’ απ’ τη μουσική τους. Κάθε ερμηνευτική υπερβολή και ρυθμική αυθαιρεσία γελοιοποιεί τον ερμηνευτή και εξαφανίζει τη μουσική ουσία του».

 

Μάνος Χατζιδάκις / Γιάννης Παπαδόπουλος, από την πρώτη ηχογράφηση της «Αχιβάδας», το 1954 (πηγή: CD «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα/ Ο κύκλος του C.N.S.», 2003)
Μάνος Χατζιδάκις / Γιάννης Παπαδόπουλος, από την πρώτη ηχογράφηση της «Αχιβάδας», το 1954 (πηγή: CD «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα/ Ο κύκλος του C.N.S.», 2003)

 

Η «Αχιβάδα» συμπυκνώνει τις απόψεις του Χατζιδάκι γι’ αυτήν την περιλάλητη επικοινωνία λόγιου και λαϊκού ύφους, χωρίς ίχνος αισθητικής ανισορροπίας. Σπάνιο, οπωσδήποτε, κατόρθωμα ψυχικού κοντρόλ και ξεκάθαρης ματιάς από έναν άνθρωπο μόλις 22-23 ετών.

 

Οι «Έξι Λαϊκές ζωγραφιές», η δεύτερη πλευρά του ολλανδικού 10ιντσου δίσκου, ολοκληρώθηκαν το 1950 κι ήταν ένα μπαλέτο για πιάνο, προορισμένο για το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Το έργο ήταν βασισμένο, ως γνωστόν, σε έξι αγαπημένα λαϊκά τραγούδια (με τη σειρά… «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη, «Ψιλή βροχούλα έπιασε» του Μητσάκη, «Η άμαξα μεσ’ τη βροχή» του Χατζηχρήστου, «Μπαξέ τσιφλίκι» του Τσιτσάνη, «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Καλδάρα). Θυμάται ο Χατζιδάκις (από κείμενο του 1951, για το πρόγραμμα των εναρκτήριων παραστάσεων, που υπάρχει στο booklet του σχετικού CD από το 2003):

«(…) Εκείνο που μας έκανε να χαρούμε πραγματικά τη συνεργασία μας ήταν οι ΕΞΙ ΛΑΪΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ πάνω σε τραγούδια του Τσιτσάνη και του Μητσάκη. Χορεύει ο Γριμάνης και χορογραφεί το ρόλο του, χορογραφεί η Μάνου και χορεύει η Γεωργαλά, γράφει το ποιητικό κείμενο ο Γκάτσος που θα ακουστεί στο ρόλο του Αφηγητή από το Βασίλη Διαμαντόπουλο, τα σκηνικά και τα κουστούμια φτιάχνει ο Γιάννης Μόραλης –που είναι η πρώτη του επαφή με τη σκηνογραφία– το θέμα και τη μουσική διασκευή έκανα του λόγου μου και την ενορχήστρωση ανέλαβε ο Αργύρης Κουνάδης. Ζεϊμπέκικα, χασάπικα, Συννεφιασμένες Κυριακές, παλικάρια και κοπέλες απελπισμένες, βροχές, καταιγίδες, φωτισμένα παράθυρα, σφυρίγματα, λιμάνια, όλα τα βλέπουμε προς το παρόν σ’ ένα δωμάτιο που γίνεται η δοκιμή(…)».

 

Στην ηχογράφηση, που λογικά γίνεται την ίδια μέρα μ’ εκείνη της «Αχιβάδας» (κάποια στιγμή μέσα στο ’54), παίζει πιάνο ο ίδιος ο συνθέτης.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις στις «Έξι λαϊκές ζωγραφιές», το 1951 (πηγή: CD «Μουσική για το ελληνικό χορόδραμα», 2003)
Ο Μάνος Χατζιδάκις στις «Έξι λαϊκές ζωγραφιές», το 1951 (πηγή: CD «Μουσική για το ελληνικό χορόδραμα», 2003)

 

Και σ’ αυτό το έργο ο Χατζιδάκις οδηγείται σε μια διαδικασία συσσωμάτωσης της «ελληνικότητας» στη λόγια πιανιστική φιλολογία, επεκτείνοντας, στην πράξη πια, εκείνα που είχε διατυπώσει ο ίδιος στην περίφημη εισήγησή του για το «λαϊκό τραγούδι» (ας το πούμε προς χάριν της συνεννόησης και «ρεμπέτικο») την 31η Ιανουαρίου 1949, στο Θέατρο Τέχνης.

 

Όσους χατζιδακικούς συλλέκτες έχω ρωτήσει κατά καιρούς, όλοι μου έχουν πει πως το σπανιότερο LP του Μάνου Χατζιδάκι είναι η πρώτη έκδοση του «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» στην Columbia από το 1963. Το LP αυτό ήταν για χρόνια χαμένο, τουλάχιστον μέχρι το 1986, όταν έγινε η πολύ περιποιημένη βινυλιακή επανέκδοσή του (μια συνεργασία του Σείριου και της Columbia). Όπως σημείωνε και ο Μάνος Χατζιδάκις στο σχετικό ένθετο:

«Έτσι έμεινα μ’ έναν δίσκο στο χέρι, εξ ίσου (με το έργο) “εμπορικώς μη επιτυχή”. Και χάθηκε κι αυτός με τη σειρά του, χάθηκαν και οι μαγνητικές ταινίες της εγγραφής, για να ξαναβρεθούν ύστερα από χρόνια κάποια αντίγραφα στα χέρια του Δημήτρη Ράνιου, χάρη στον οποίο έχουμε την ευκαιρία να εκδώσουμε ξανά το έργο και με… καινούργιο πρόλογο».

 

Καθώς ακούω τις υπέροχες μουσικές και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι από το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», διαβάζοντας συγχρόνως το σχετικό σημείωμα του Νίκου Εγγονόπουλου, αναλογίζομαι τα τόσα διαφορετικά επίπεδα που θα μπορούσε ν' ανοίξει μπροστά σου μια τέτοια παράσταση και... σχεδόν ανατριχιάζω. Κυρίως για 'κείνο το φορτίο της ελληνικότητας, που, ενώ ήταν αυθεντικά κοσμοπολίτικο, διατηρούσε συγχρόνως όλη τη στόφα και τη σοφία τής αληθινής λαϊκής αφήγησης.

 

Αυτή είναι η σωστή στάση. Να μην «φυλακίζονται» τα ευρήματα στα αρχεία των συλλεκτών, αλλά να υπάρχει μέριμνα ώστε να φθάνουν (όταν υπάρχει λόγος και ενδιαφέρον) στ’ αυτιά των περισσοτέρων – καθότι ελάχιστοι άνθρωποι θα τολμούσαν να δώσουν (σήμερα ή παλιότερα) μερικές εκατοντάδες ευρώ, για ν’ απολαύσουν μια «καθαρή» κόπια του συγκεκριμένου βινυλίου. Εντελώς πληροφοριακά να πω πως ένα «μέτριας» κατάστασης αντίτυπο του «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» πουλήθηκε στο eBay, το 2012, για 665 ευρώ!

 

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του άλμπουμ του Μάνου Χατζιδάκι «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» (1963)
Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του άλμπουμ του Μάνου Χατζιδάκι «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» (1963)

 

Όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του δίσκου, το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» είναι μια μουσική κωμωδία με χορούς και τραγούδια, με την ηχογράφηση να γίνεται στο στούντιο της Columbia από την 27/10/1962 μέχρι την 15/7/1963 (τόσο πολύ διήρκεσαν οι εγγραφές!), με ηχολήπτη τον Νίκο Κανελλόπουλο. Στον δίσκο τραγουδούσαν η Ευγενία Βάλβη (μετέπειτα Συριώτη), ο… Γεώργιος Κωνσταντίνου (για τον ηθοποιό Γιώργο Κωνσταντίνου πρόκειται), η Ζωή Φυτούση και ο Σπύρος Σακκάς. Περαιτέρω συμμετείχε το φωνητικό κουιντέτο των Χαράς Σαββινοπούλου, Γιάννη Μανωλάκη, Γιάννη & Σπύρου Αγγελόπουλου, Σπύρου Σακκά, ενώ τη μουσική διδασκαλία των τραγουδιστών και της χορωδίας είχε η Έλλη Νικολαΐδου, με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών και τη Χορωδία να διευθύνονται από τον Μάνο Χατζιδάκι.

 

Άλλο όμως ο δίσκος και ό,τι ακούμε εκεί και άλλο το θεατρικό έργο – η μουσική κωμωδία.

 

Θυμάται ο Μάνος Χατζιδάκις (από το πολύτιμο ένθετο τής έκδοσης του ’86):

«Η επιτυχία της “Οδού Ονείρων” το καλοκαίρι του ’62 οδήγησε τον Γεώργιο Χέλμη –σύζυγο της Μαρίκας Κοτοπούλη και μέγα θεατρικό παραγωγό του εν δόξαις ΡΕΞ– και την τότε και πάντα θριαμβεύουσα Αλίκη Βουγιουκλάκη στην απόφαση να με πολιορκήσουν με μια δελεαστική πρόταση. Ν’ ανεβάσουμε αμέσως στην χειμωνιάτικη περίοδο που ακολουθούσε τον “Καίσαρα και Κλεοπάτρα” του Μπέρναρ Σω με τη μορφή ενός μουσικού έργου. Και φυσικά… με τους όρους που επιθυμούσα αποδεκτούς εκ των προτέρων.

Έξυπνος μεν, αλλά και αθεράπευτα μη πονηρός, την  έ π α θ α  για πολλοστή φορά. Και λέω “την έπαθα”, γιατί η θεατρική επιχείρηση με την οποία συνεργάστηκα, άλλαξε πρόσωπο σαν πέρασε το πρώτο δεκαπενθήμερο της περιέργειας και της κοσμοσυρροής.

Μια μουσική όχι και τόσον άνετη για εύκολη τέρψη θεατού, με απηχήσεις διανοουμενίστικου ευρωπαϊκού καφενείου κείνης της εποχής, σκηνικά και κοστούμια του Εγγονόπουλου, υπέροχα ζωγραφικά και γνήσια θεατρικά, αλλά χωρίς την επιθεωρησιακής υφής χλιδή που απαιτούσαν οι τότε ελληνικοί καιροί σε μια υπερπαραγωγή, σκηνοθεσία του Σολομού με κλασικές προδιαγραφές αλλά και με εμπνευσμένες αυθαιρεσίες (δεν είχαν φανεί ακόμα οι νεώτεροι σκηνοθέτες μας για να μας συνηθίσουν), και τέλος, μια Αλίκη με κατάμαυρα μαλλιά, πανέμορφη μεν, αλλά όχι ξανθειά όπως την είχαμε συνηθίσει.

Όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αποδεκτά απ’ το “ακριβό κοινό των τότε Αθηνών”.(…)

Υπήρξεν όμως κι ένα ακόμη γεγονός που επέδρασε νομίζω κατά πολύ στην αποτυχημένη πορεία των παραστάσεων. Είχα την ατυχή έμπνευση να γράψω για το πρόγραμμα ένα μάλλον ανόητο προλογικό σημείωμα, που αποκαλούσα τους έλληνες συγγραφείς  η λ ι θ ί ο υ ς (…)».

 

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ως Κλεοπάτρα (πηγή: facebook)
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ως Κλεοπάτρα (πηγή: facebook)

 

Τι είχε συμβεί; Διαβάζουμε σε ρεπορτάζ του Εμμανουήλ Βερμισσώ από την εφημερίδα «Εμπρός» της 17/11/1962:

«Ανεξάντλητη πηγή για τις οικείες στήλες των εφημερίδων, ο Μάνος Χατζηδάκις πάντοτε… επίκαιρος, ήλθε και πάλι στην επικαιρότητα, λόγω σοβαράς διαμάχης με τον θεατρικό επιχειρηματία του θεάτρου Κοτοπούλη κ. Γ. Χέλμη. Το αποτέλεσμα ήταν η λύσις της υφιστάμενης συμβάσεως, και η οριστική παύσις της συνεργασίας του με τον θίασον Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Συγκεκριμένως στην δημοσιότητα ήλθεν:

α) ότι ο κ. Χέλμης ηναγκάσθη να κοινοποιήσει την 25ην παρελθόντος Σεπτεμβρίου εξώδικον πρόσκλησιν προς τον κ. Χατζηδάκι επειδή καθυστερούσε την παράδοσι της μουσικής του “Καίσαρ και Κλεοπάτρα”. Όταν δε την παρέδωσε ήταν αργά –την ημέρα της πρεμιέρας– και αφού αναγκαστικώς η διεύθυνσις του θεάτρου υποχρεώθη να προβή σε αναβολή της “πρώτης”.

β) ότι τούτο το γεγονός «εθύμωσε» –όπως ήταν φυσικό– τον Μάνο Χατζηδάκι, και εψύχρανε τις σχέσεις του με τον κ. Γ. Χέλμη, ενώ παράμενε αμετάβλητη η φιλία του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη

γ) ότι στις 9 Νοεμβρίου οι κ. Χατζηδάκις και Γ. Χέλμης υπέγραψαν συμφωνητικό ότι λύεται αμοιβαίως η μεταξύ των σύμβασις, και παύει η σχέσις ως καλλιτεχνικού διευθυντού του θεάτρου του Μάνου Χατζηδάκι

δ) το χειρότερον ότι: η διεύθυνσις του θεάτρου Κοτοπούλη απηυθύνθη στον καλλιτεχνικώς αντίπαλο του Χατζηδάκι, τον Μίκη Θεοδωράκη για να γράψη τη μουσική του έργου που ανήγγειλε ότι ετοιμάζει για να παρουσιάση μετά το “Καίσαρ και Κλεοπάτρα”. Ως γνωστόν το έργο αυτό είναι ελεύθερη διασκευή της ουγγρικής κωμωδίας “Αδικαιολόγητη Απουσία”, που θ’ ανεβασθή με σκηνικά Γιώργου Ανεμογιάννη στις 7 Δεκεμβρίου. Ο Θεοδωράκης αρνήθηκε, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, αλλά το ρήγμα είχε μεγαλώσει.

ε) ο Μάνος Χατζηδάκις υπεσχέθη εν τω μεταξύ, ότι ανεξαρτήτως των όσων συνέβησαν, θα γράψη λόγω φιλίας και εκτιμήσεως, άνευ αμοιβής και αποκλειστικώς για την Βουγιουκλάκη, ένα ή δύο τραγούδια για το καινούργιο έργο, χωρίς να έχη σημασία του ποιος συνθέτης θα κληθή τελικά να γράψη τη μουσική».

 

Η παράσταση δεν «τραβούσε». Αυτή είναι η αλήθεια. Μπορεί να ξεκίνησε «εξαίσια» την 11/10/1962, αλλά μετά από λίγο πήρε την κάτω βόλτα, με αποτέλεσμα να μην τη βρουν ούτε οι γιορτές, αφού στις αρχές Δεκεμβρίου είχε πια αντικατασταθεί από την κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Χτυποκάρδια στο Θρανίο», που έκανε πρεμιέρα στο Ρεξ την 7 ή 8/12 (του ’62). Δεν παίχτηκε δηλαδή ούτε δυο μήνες… Η αποτυχία ήταν λογικό να φέρει γκρίνιες και προστριβές, κυρίως ως προς το οικονομικό σκέλος του πράγματος.

 

Τζαβαλάς Καρούσος (Καίσαρ), Αλίκη Βουγιουκλάκη (Κλεοπάτρα) (πηγή: facebook)
Τζαβαλάς Καρούσος (Καίσαρ), Αλίκη Βουγιουκλάκη (Κλεοπάτρα) (πηγή: facebook)

 

Όπως έλεγε και ο Μάνος Χατζιδάκις (πάντα από το «Εμπρός» της 17/11/1962):

α) ο κ. Χέλμης θέλησε να υπαναχωρήση αδικαιολογήτως στο θέμα των ποσοστών μου, παρ’ όλο που είχαμε γραπτή συμφωνία

β) μου ζήτησε να γράψω τη μουσική του καινούργιου έργου εντός του Νοεμβρίου, παρ’ όλο που είχα υποχρέωσι να γράψω μουσική άλλη, αλλά τον Ιανουάριο του 1963

γ) για τους δύο αυτούς λόγους διέλυσα την σύμβασί μας, και δεν θέλω να συνεργασθώ μ’ ένα θέατρο που αρνείται να σεβασθή βασικούς όρους του συμβολαίου μας

δ) ο κυριώτερος λόγος, που δεν θέλησα να λάβη μεγαλύτερες διαστάσεις η διαφωνία μας, ήταν η προσωπική μου φιλία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη

ε) κι αυτός ακόμη ήταν ο λόγος που είχα αποφύγη να φέρω στη δημοσιότητα τα ανωτέρω

στ) τώρα, αναγκάζομαι να μιλήσω, γιατί διέρρευσαν στον τύπο πληροφορίες που «έθιγαν την αξιοπρέπειά μου».

 

Το 1986, όταν επανεκδόθηκε για πρώτη φορά το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» θυμόταν ο Χατζιδάκις:

«Σαν σταμάτησε ο κόσμος να γεμίζει το ΡΕΞ, ο Χέλμης έχασε το χαμόγελό του, σοβάρεψε και δύσκολα τον συναντούσε κανείς στους διαδρόμους του Θεάτρου. Κλείστηκε –που λένε– στο γραφείο του. Ο Εγγονόπουλος με κωνσταντινουπολίτικη ευγένεια κι ειρωνεία μου τηλεφωνούσε από το σπίτι του γι’ ασήμαντες λεπτομέρειες γύρω από τον ετοιμαζόμενο δίσκο. Ο Σολομός άρχισε κιόλας να ετοιμάζει μια επόμενη θεατρική του απασχόληση. Και η Βουγιουκλάκη, μελαγχολικά ξανάγινε… ξανθιά, για να την αναγνωρίζουν τα παιδιά.

Εγώ συνέχισα τις ηχογραφήσεις για το δίσκο χωρίς την Αλίκη μελαχρινή ή ξανθιά. Γιατί η Αλίκη ανήκε σε διαφορετική δισκογραφική εταιρεία από μένα (σ.σ. η Βουγιουκλάκη ηχογραφούσε για την Fidelity, ενώ ο Χατζιδάκις στην Columbia). Και η εταιρεία είναι  Ε τ α ι ρ ε ί α . Δεν αστειεύεται».

 

Σκηνικό του Νίκου Εγγονόπουλου για την παράσταση «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του 1962 (πηγή: LP «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», 1986)
Σκηνικό του Νίκου Εγγονόπουλου για την παράσταση «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του 1962 (πηγή: LP «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», 1986)

 

Το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω ήταν η πρώτη εμφάνιση της Αλίκης Βουγιουκλάκης στο θέατρο ως θιασάρχισσα. Τη μετάφραση του έργου είχε κάνει ο Κώστας Σταματίου, ενώ τη σκηνοθεσία του είχε αναλάβει ο Αλέξης Σολομός. Οι πρωταγωνιστές πολλοί και διάσημοι. Εκτός από την Αλίκη Βουγιουκλάκη (Κλεοπάτρα), στο έργο εμφανίζονταν οι Τζαβάλας Καρούσος (Καίσαρ), Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Δήμος Σταρένιος, Τζόλυ Γαρμπή, Γιώργος Πάντζας, Γιώργος Κωνσταντίνου και πολλοί άλλοι.

 

Πολύ ενδιαφέρον είχε και το σημείωμα του Νίκου Εγγονόπουλου για την παράσταση. Γράφει ανάμεσα σε άλλα:

«Χρωστώ χάρη και στην δεσποινίδα Βουγιουκλάκη, και στον Μάνο Χατζιδάκι, και στον Αλέξη Σολομό, που με άφησαν ελεύθερο ν’ αποκαταστήσω, στο θέατρο, την αλήθεια σχετικά με την εποχή, τον διάκοσμο, τα φορέματα ενός έργου με κεντρική ηρωίδα την Κλεοπάτρα. Είθισται παρόμοια έργα να τ’ “ανεβάζουν”, είτε στη σκηνή, είτε στον κινηματογράφο (όπως, λόγου χάριν, και στην τελευταία πολύκροτη ταινία με την Ελισάβετ Ταίυλορ) με μια παράξενη, αρκετών αιώνων, παρέκκλιση από την πραγματική τους εποχή. Πάντα σ’ έναν φαραωνικό αιγυπτιακό ρυθμό, του τύπου “Αΐντας”. Κι αυτό γιατί μέχρι σήμερα οι “πληροφορίες” των Δυτικών ειδικών “επιστημόνων” συστηματικά αποσιωπούσανε, απέκρυπταν την αλήθεια για την Πτολεμαϊκή Αίγυπτο, για την ελληνική Αλεξάνδρεια, για την επικράτεια των Λαγιδών.(…)

Έφτασε πια ο καιρός να μας ξεφουρνίσουν ίσως αύριο, με κάθε επισημότητα, πως η Αγία Σοφία και ο διάκοσμός της, τα μωσαϊκά του Καχριέ-Τζαμί, είναι έργα… Τούρκων!(…)

Οι Πτολεμαίοι είχανε ελληνική συνείδηση, ελληνικά έθιμα, μιλούσαν ελληνικά. Οι μεγάλες αιγυπτιακές πόλεις είτανε αμιγώς ελληνικές, και μόνο στην Αλεξάνδρεια υπήρχε μια κάποια μειονότης ελληνιζόντων Εβραίων. Αν η Αλεξάνδρεια δεν ήταν πόλις παλαιόθεν ελληνική, είτανε τουλάχιστον ελληνίς από της ιδρύσεώς της. Οι ντόπιοι, οι πραγματικοί Αιγύπτιοι απαρτίζανε τον αγροτικό πληθυσμό της χώρας. Το καθαρά αιγυπτιακό Ιερατείο το είχανε όχι μόνο απόλυτα σεβαστεί οι Πτολεμαίοι, με τη γνωστή των Ελλήνων ανεξηθρησκεία, αλλά και το περιποιόντουσαν όλως ιδιαιτέρως, και από πολιτική και από δεισιδαιμονία(…)».

 

Καθώς διαβάζω το κείμενο του Εγγονόπουλου, ακούγοντας συγχρόνως τις υπέροχες μουσικές και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι από τον δίσκο («Σαραμπάντα», «Η μητέρα μου ήταν γάτα», «Κοιμισμένη πριγκήπισσα», «Ο Νείλος είναι μια πηγή»…), αναλογίζομαι τα τόσα διαφορετικά επίπεδα που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μπροστά σου μια τέτοια παράσταση και… σχεδόν ανατριχιάζω. Κυρίως για ’κείνο το ελληνικό φορτίο της, που, ενώ ήταν αυθεντικά κοσμοπολίτικο, διατηρούσε την ίδιαν ώρα όλη τη στόφα και τη σοφία τής αληθινής λαϊκής αφήγησης.

 

Δεν ξέρω αν πρέπει να το πω, αλλά θα το πω. Ανεπανάληπτες καταστάσεις!

 

Η πρώτη σελίδα του προγράμματος της παράστασης «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του 1962 (πηγή: LP «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», 1986)
Η πρώτη σελίδα του προγράμματος της παράστασης «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του 1962 (πηγή: LP «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», 1986)

 

 

 

  

Κάποτε τελείωσα το Πολυτεχνείο. Δημοσιεύω κείμενα (για τη μουσική κυρίως) από τα τέλη του ’80. Το 1996 έγραψα ένα βιβλίο για το Ελληνικό Ροκ. Για 17 χρόνια (1996-2013) ήμουν αρχισυντάκτης στο περιοδικό Jazz & Τζαζ. Από το 2009 τρέχω το on line Δισκορυχείον και από το 2014 γράφω για το LiFO.gr…
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
 

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

VIDEOS/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ