Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
M.Hulot

Τα ανθρώπινα απωθημένα

Το θυμήθηκε το πρωί η Αργυρώ, ανάμεσα στα συντρίμμια των γραφείων που θυμίζουν σκηνικό από βομβαρδισμένο κτίριο και ζήτησε να σταματήσουμε ό,τι κάναμε, να καθίσουμε προσοχή και άρχισε να το διαβάζει δυνατά. Είναι ένα κείμενο για μυστικά και ψέματα που κάποια στιγμή σε προδίδουν και διαλύουν κάθε ελπίδα υστεροφημίας. Το ηθικό δίδαγμα στο τέλος. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε editorial του Symbol και υπάρχει «Στον Παλιό Καταρράκτη», το εξαντλημένο βιβλίο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.

Προχθές τα ήπια με έναν παλιό μου φίλο. Η ατμόσφαιρα ήταν πρόσφορη για ιστορίες – άκουγα τις μυγδαλιές μέσα στο Galaxy. Γιατρός αυτός, με γκρίζα μαλλιά, φτασμένος και ενδιαφέρων. Θύμιζε αμυδρά τύπο του Χένρι Τζέιμς, λιγάκι Βενετία – λιγάκι γύρω μας βυθιζόταν η Αθήνα.

 

 

 

 

«Άκου μια ιστορία», είπε, «που μου συνέβη όταν έκανα το αγροτικό μου σ’ ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Είναι ένα γεγονός που με επηρέασε βαθιά. Ένα καλοκαίρι του 1973, Αύγουστος νομίζω, με ξύπνησαν μες στα άγρια χαράματα. Κοιμόμουν στην αυλή, κάτω από μια μουριά – για την ακρίβεια είχα αποκοιμηθεί ζαλισμένος από τα ποτά σε μια αιώρα. Με πήγαν σ’ ένα κεφαλοχώρι, από καρόδρομους, μιάμιση ώρα απόσταση, η πρωινή δροσιά κατέβαινε από το βουνό και ευτυχώς με ξύπνησε. Οι άνθρωποι στο αυτοκίνητο ήτανε έντρομοι –ο πατριάρχης της οικογένειας πέθαινε!- αλλά ο τρόμος τους είχε μαζί κάτι σαν φρίκη. Και απόγνωση.

 

 

‘Πεθαίνει ο μπαμπάς!’, μου είπε γρήγορα και λίγο ντροπιασμένα μια γυναίκα στα πενήντα. ‘Έχει τρελαθεί, δεν ξέρει τι λέει. Δώστε του κάτι να σωπάσει’.

 

‘Τι λέει;’, ρώτησα, ξέροντας ότι τέτοιες ώρες οι άνθρωποι θέλουν να πουν ό,τι δεν πρόλαβαν να εκφράσουν σε όλη τη ζωή τους. Έχω δει ισόβιες έχθρες να λιώνουν κάτω από ένα χάδι ή μια ευχή ή μία συγγνώμη. Σκληρότατους ανθρώπους να κλαίνε βουβά στα πόδια ενός κρεβατιού, καρδιές να γυρίζουν φόδρα, - οι ώρες αυτές έχουν κάτι άγιο.

 

 

‘Λέει πράγματα φρικτά!’, είπε η γυναίκα και έπιασε με το χέρι της στο μέτωπό της, να συγκρατήσει ένα λυγμό.

 

 

Όταν φτάσαμε στο σπίτι, είδα τους άντρες στην αυλή. Είδα τις κάφτρες τους τσιγάρου τους στο μαβί φως του όρθρου. Καθόντανε σκυφτοί κι αμίλητοι, ένας πετεινός ελάλησε – κι έπειτα πάλι ησυχία. Οι γυναίκες ήταν καθισμένες στην κουζίνα γύρω από το αδειανό τραπέζι, τα μπράτσα δεμένα μεταξύ τους – άφηναν αραιά και πού έναν ψίθυρο ή ένα στεναγμό. Από την ανοιχτή πόρτα του υπνοδωματίου είδα τρία-τέσσερα παιδιά να κοιμούνται σε ένα διπλό κρεβάτι, ένα μωρό σ’ ένα καρότσι. Ο αέρας ήταν πηχτός κι ακίνητος, μες στο γαλάζιο σκοτάδι διέκρινα τα κάδρα των προγόνων και τη φωτογραφία του ανθρώπου που πέθαινε στο μέσα δωμάτιο. Ήταν ένα άντρας όμορφος, με καλοκαιρινό κοστούμι, μεταξωτό μαντήλι και ωραίο παναμά. Ατίθασες μπούκλες τα καστανά μαλλιά του – μου φάνηκε παράξενο! Ήτανε γελαστός και ευθυτενής και με το χέρι απλωμένο χάιδευε το λαιμό ενός λευκού αλόγου που έκλινε το κεφάλι υπάκουα. Το ήξερα! Ή μάλλον, τον είχα ακουστά. Ήταν ένας περίβλεπτος παράγων της περιοχής με τέσσερα παιδιά, εγγόνια, και δισέγγονα. Αυτοδημιούργητος, είχε εμπλακεί με τα κοινά, με επιτυχία μάλιστα. Δεν είχε βλάψει άνθρωπο, είχε τεράστια περιουσία, είχε κάνει δωρεές σε ιδρύματα και εκκλησίες – εν γένει ήταν πρόσωπο περιωπής.

 

 

Ένας άντρας στα 60, με υγρά μάτια, με πήρε από το μπράτσο. Καθώς με οδηγούσε σε μία πόρτα κλειστή, που από μέσα της άκουσα κάτι ακατάληπτους ρόγχους, μου είπε ψιθυριστά στο αυτί: ‘Γιατρέ, κάνε ό,τι μπορείς. Ήμασταν όλοι μέσα όταν έγινε αυτό, να πάρουμε την ευλογία του. Εμείς, τα παιδιά μας, τα παιδιά των παιδιών μας… και ξαφνικά τον έπιασε αυτή η…’. Συσπάστηκε. ‘Τι φταίξαμε, Θεέ μου! Τι ντρόπιασμα είναι αυτό!’.

 

 

 

 

Τον χτύπησα στον ώμο και μπήκα μόνος στο δωμάτιο. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το πρώτο φως της μέρας και πάνω στο κρεβάτι ένας άντρας σε βαθύ γήρας ήταν σε παραλήρημα – ένα παραλήρημα ήσυχο, δίχως φωνές, ρυθμικό και υπόκωφο. Τα μάτια ήταν θολά κι ελάχιστα θυμίζανε το λαμπερό βλέμμα του κάδρου. Πέθαινε. Έσβηνε. Πλησίασα το κεφάλι για ν’ ακούσω. Κι έμεινα αποσβολωμένος. Ξέρεις τι έλεγε ο σεβάσμιος γέρων; Έλεγε και ξανάλεγε ενώ το σάλιο κύλαγε σε μία άκρη των χειλιών του και (συγγνώμη για τη χυδαιολογία): ‘Θέλω πούτσο! Θέλω πούτσο!’.

 

 

Ένα γέλιο ανέβηκε κελαρυστά απ’ το λαρύγγι μου (ήταν και τα υπολείμματα της μέθης) και το ‘πνιξα μη με λιντσάρουν. Ο γέρων άρχων ήτανε κρυφός ομοφυλόφιλος, ολόκληρη ζωή! Κράτησε τέλεια το μυστικό του, ανέβηκε στα σκαλιά της κοινωνίας, απέκτησε απογόνους, αλλά τον πρόδωσε το πάθος, την τελευταία στιγμή, με ένα πάρθιον βέλος. Τουλάχιστον ο ίδιος δεν το είχε καταλάβει. Όλη την ντροπή την έτρωγαν οι επίγονοι!

 

Του έκανα μια ένεση μορφίνης και έπεσε σε ένα βύθος που ελάχιστα απείχε από το κώμα. Ήπια έναν καφέ στη σιωπηλή κουζίνα και γύρισα στο εργένικο σπιτάκι μου να συμπληρώσω ύπνο.

 

 

Όταν ο γιος του γέροντα με άφησε μπροστά στην πόρτα μου και έφυγε αφήνοντας πίσω του σκόνη και καπνό, με πιάσανε τα γέλια. Ήταν ωραία εποχή, τότε απερίσκεπτη – θυμάμαι άκουγα το LittleCreatures των TalkingHeadsμέχρι να λιώσει. Ξέχασα γρήγορα το περιστατικό.

 

 

Τότε δεν είχα καταλάβει το βάρος και το δράμα αυτού του ανθρώπου’, κατέληξε πίνοντας το πέμπτο Oban. ‘Το είχα πάρει ελαφρά – ίσως γιατί εγώ ποτέ δεν είχα τέτοιου τύπου σεξουαλικά απωθημένα. Μετά, όταν κι εγώ καταδυναστεύτηκα από επιθυμίες που έθαβα, από χειρονομίες που δεν έκανα και λόγια που δεν είπα, θυμόμουν του γέροντα του Βόλου και έκανα τη μοιραία κίνηση που μ’ ελευθέρωνε. Έκτοτε, λόγω επαγγέλματος, είδα πολλούς ανθρώπους ανελεύθερους που ενώ ζούσαν λαθραία, κρυμμένοι από τον εαυτό τους, πάντα στο τέλος ένα εμπόδιο (αλά Ρίπλεϋ) τους αποκάλυπτε και τους άφηνε γυμνούς. Μοιραίες γυναίκες που όλη τη ζωή τους δίψαγαν για τρυφερότητα, δεσποτικούς άνδρες που έκρυβαν μέσα τους ένα τρομαγμένο παιδάκι, αεράτους κοσμικούς που έπασχαν από αίσθημα κατωτερότητας, ισχυρούς πολιτικούς που διαφιλονικούσαν μυστικά ολόκληρη ζωή μ’ ένα νεκρό πατέρα. Γι’ αυτό σου λέω, η ιστορία αυτή με επηρέασε – γιατί παρ’ όλη την ακρότητά της εικονογραφεί ένα κυρίαρχο μοντέλο συμπεριφοράς’.

 

 

‘Παιδιά, πρέπει να κλείσω’, μας διέκοψε ο Μίλτος, ‘πλησιάζει τέσσερις’. Έτσι η ιστορία μας πρέπει να τελειώσει απότομα εδώ… Ούτως ή άλλως το ηθικό δίδαγμα το μαντέψατε ήδη.

 

 

Photo by zesousa89
http://web.stagram.com/n/zesousa89/    

11 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Εντάξει, αναμφίβολα καταπληκτικό.
Δεν έχω βιώσει κάποια τόσο δυνατή ιστορία. Διαβάζοντάς την μου ήρθε στο νου, ένας συγκεκριμένος γέρος από την γειτονιά μου. Ο οποίος σε όλη του τη ζωή ήταν ο κατηφής, ο κακόβουλος, ο ρουφιάνος, και τώρα τελευταία έχει γίνει τόσο προσηνής και χαμογελαστός, που κάθε φορά που τον συναντάς σε γεμίζει με μια γλυκιά περιέργεια.
Ενός λεπτού σιγή...
avatar Fillios 19.7.2013 | 19:34
Ομορφη ιστορία και ίσως να είναι άκυρο αυτό που θα ρωτήσω αλλά πως γίνεται να άκουγε το Little Creatures το 1973 όταν αυτό κυκλοφόρησε το 1985 ;
SMURFakos SMURFakos 19.7.2013 | 20:22
Χαχα και εγω την ιδια απορια ειχα.
Talking Heads το 73?
avatar M. HULOT 19.7.2013 | 20:40
Αντιγραφη το εκανα γινοντσι και λσθη, ουτε μια τελεια δεν αφηνετε να πεσει κατω τιστεσεις ρε;
Ενδιαφέρον:
ΝΑΙ (19) ΟΧΙ (37)
avatar M. HULOT 19.7.2013 | 20:24
Filios αυτο με το φεγγαρι και το δαχτυλο το εχεις ακουστα;
Δεν σε είπανε καμπούρη αρχηγέ, χαλάρωσε!
avatar remote 19.7.2013 | 21:38
Δεν εχεις κανει κανενα λαθος, το ειχα το βιβλιο (δεν το εχω πλεον, το εδωσα σε ενα νυχτοφυλακα που διαβαζε μανιακα και ουτε αυτος ενθουσιαστηκε) και ετσι το γραφει. Οπως ομολογει -προς τιμην του βεβαια αν και κατοπιν 'εορτης' δηλαδη εποχες Συμπολ- και ο ιδιος ο Σ.Τ στον προλογο της εκδοσης που ειχα, το βιβλιο ειναι φουλ σε namedropping, κοινως as pretentious as it gets και κατι τετοιες λεπτομερειες ξεμπροστιαζουν και αφαιρουν μεγαλο μερος απο την οποια δυναμη των κειμενων.
savvas savvas 20.7.2013 | 10:13
Ήτανε λέει κάποτες μια βασιλοπούλα εκεί πέρα, που δε μπορεσε να κοιμηθεί, επειδής κάτω από τα 20 στρώματα υπήρχε ένα μπιζέλι. Και όλο το σκηνικό παίχτηκε για να αποδείξει στη πεθερά της ότι ήταν φίνα βασιλοπούλα. Η πεθερά εκστασιάστηκε, το βασιλόπουλο ξενέρωσε, ας μην επαναλάβουμε τι της είπε, δεν είναι για μικρά παιδιά...
avatar bittergirl 21.7.2013 | 15:04
Αυθαίρετα νομίζω συμπερανε ο γιατρός ότι ο εν συντομω μακαρίτης δεν είχε καταλαβει την ´λανθανουσα' ομοφυλοφυλια του. Ποιος ξέρει τι δεύτερη ζωή είχε παραλληλα ζήσει; Ττο αντιθετο μαλιστα, η λιμπιντο ειναι τοσο δυνατη, που ειναι αδύνατο να μην καταστησει γνωστη την πραγματικη της επιθυμα. Ειναι αυτο που λένε 'συμβαινει και στις καλύτερες οικογένειες'.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
 

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ