Από το 2009 ο αρχαιολόγος δρ. Αθανάσιος Σίδερης διευθύνει τις ανασκαφές στη θέση Χαλκά Μπουνάρ (Halka Bunar) της Βουλγαρίας, ως επικεφαλής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, εκπροσωπώντας την ελληνική πλευρά σε ένα πενταετές πρόγραμμα συνεργασίας με την Μιλένα Τόνκοβα που εκπροσωπεί το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας.

 

Οι ανασκαφές που πραγματοποιούν οι ελληνικές επιστημονικές ομάδες στο εξωτερικό είναι λιγοστές και παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον. Στην περίπτωση μάλιστα της Χαλκά Μπουνάρ τα ευρήματα φωτίζουν μια σχετικά άγνωστη περιοχή, τη χώρα που κατά την αρχαιότητα κατοικούσαν οι Οδρύσοι Θράκες.

 

Σήμερα έχω την τιμή να φιλοξενώ στη στήλη μια αναλυτική συνέντευξη με τον κ. Σίδερη για να μας μιλήσει ο ίδιος για την ανασκαφική του δραστηριότητα στη Βουλγαρία και τα ευρήματα της θέσης. Ο κ. Σίδερης ανήκει σε μια νέα γενιά αρχαιολόγων που όχι μόνο διαθέτουν σημαντική επιστημονική κατάρτιση και όραμα αλλά εργάζονται αποτελεσματικά και αθόρυβα με εξαιρετικά αποτελέσματα.

 

Πριν δώσω το λόγο στον κ. Σίδερη για να μας μιλήσει για τα ευρήματα της Χαλκά Μπουνάρ, θέλω να σημειώσω ιδιαιτέρως ότι όταν τον προσέγγισα για τη συνέντευξη αυτή –χωρίς να γνωριζόμαστε προηγουμένως-, όχι μόνο ανταποκρίθηκε με συνέπεια και προθυμία στο αίτημά μου, αλλά είχε την ευγενή καλοσύνη και εξαιρετική γενναιοδωρία να μας παραχωρήσει και τις φωτογραφίες που εικονογραφούν θαυμάσια αυτή την ανάρτηση. Κάποιες από αυτές δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. Τον ευχαριστώ θερμά από καρδιάς. 

 

 

Κύριε Σίδερη, ξεκινώ με την εύλογη απορία: γιατί στη Βουλγαρία; Ποιές απαντήσεις ψάχνετε να βρείτε εκεί στα επιστημονικά σας ερωτήματα; 

 

Η σημερινή Βουλγαρία αποτελεί σχεδόν εξ ολοκλήρου τμήμα της αρχαίας Θράκης. Τα κυριότερα φύλα που την κατοικούσαν κατά την αρχαιότητα ήταν οι Οδρύσοι και οι Τριβαλλοί. Οι Οδρύσοι, που εξαπλώνονταν σε μια μεγάλη έκταση με πυρήνα την κοιλάδα του Έβρου, βρίσκονταν σε άμεση επικοινωνία με τους Έλληνες των αποικιών, τόσο των Αιγαιακών ακτών, όσο και της Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου. Οι σχέσεις τους δεν ήσαν απλά εμπορικές, ούτε περιορίζονται στα -πολύ σημαντικά- ελληνικής προέλευσης ή επιρροής τέχνεργα που φέρνει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Επρόκειτο για σχέσεις βαθειά πολιτισμικές που εκτείνονται από τη χρήση του ελληνικού αλφαβήτου αρχικά και της ελληνικής γλώσσας εν συνεχεία, ως το θρησκευτικό συγκρητισμό, τη διάδοση και προσαρμογή των ελληνικών μύθων,  την υιοθέτηση κοινωνικών και πολιτισμικών προτύπων και την ανάπτυξη πολιτικών δεσμών. Ήταν σχέσεις αμφίδρομες, καθώς πολλά στοιχεία θρακικής προέλευσης έχουν ήδη εντοπιστεί και μελετηθεί σε διάφορες πτυχές του ελληνικού πολιτισμού. Πολλά περισσότερα χρειάζεται να μελετηθούν στη Θράκη. Ας μην ξεχνάμε ότι σημαντικοί ελληνικοί μύθοι για το Διόνυσο, τον Ορφέα, το Λυκούργο, το Διομήδη, τον Τηρέα και τους Καβείρους, διαμείβονται ή σχετίζονται με τη Θράκη. Από την κλασική εποχή και έπειτα, εξάλλου, οι ελληνικές ιστορικές πηγές (Θουκυδίδης και Ξενοφών) παρέχουν πλούσιο υλικό τόσο για το ενδιαφέρον των Αθηναίων για τη θρακική ενδοχώρα και τη συμμαχία τους με τον Σιτάλκη κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, όσο και για την επιρροή του βασιλείου της Μακεδονίας, όπως φαίνεται ξεκάθαρα με την ίδρυση από τον Φίλιππο Β΄ της πόλης που φέρει το όνομά του, της Φιλιππούπολης, σημερινού Πλόβντιφ. Λιγότερο λεπτομερώς καταγράφονται στις πηγές οι σχέσεις με τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, αλλά κι αυτές τεκμηριώνονται ξεκάθαρα από τα αρχαιολογικά δεδομένα.

 

Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η έρευνα στη θρακική ενδοχώρα, είναι ένα πεδίο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ελπίζουμε –πέρα από τα συχνά εντυπωσιακά ευρήματα- να φωτίσει άγνωστες πτυχές της καθημερινής ζωής, των πολιτικών και εμπορικών δεσμών, και του τρόπου διείσδυσης του ελληνικού στοιχείου. Η πολιτισμική όσμωση που επακολούθησε αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο, καθώς οι Οδρύσοι Θράκες υπήρξαν οι δεκτικότεροι και πιο ανοιχτοί σε επιρροές, από όλους τους γειτονικούς λαούς των αρχαίων Ελλήνων και η αριστοκρατία τους η πρώτη που υιοθέτησε τον ελληνικό τρόπο ζωής.

 

 

 

Δώστε μας μια εικόνα της αρχαιολογικής θέσης. Πού βρίσκεται στη σημερινή Βουλγαρία και ποια είναι τα γεωγραφικά της χαρακτηριστικά;

 

Η αρχαιολογική θέση Χαλκά Μπουνάρ (που είναι τουρκικής προέλευσης τοπωνύμιο και σημαίνει «Κυκλική Πηγή») βρίσκεται δίπλα σε μια καρστική πηγή, στην περιοχή των υψιπέδων του Τσιρπάν, μεταξύ των σημερινών πόλεων Πλόβντιφ και Στάρα Ζαγόρα, στην κεντρική / νοτιοανατολική Βουλγαρία. Είναι μια από τις σπάνιες οικιστικές θέσεις στην ενδοχώρα με ελληνικά στοιχεία ήδη από την κλασική και την πρώιμη ελληνιστική περίοδο. Μεταξύ των υπολοίπων θέσεων ξεχωρίζουν ο εμπορικός σταθμός Πίστιρος, η Καβύλη, η Σευθόπολη (για ένα διάστημα πρωτεύουσα του βασιλείου των Οδρύσων) και η περιοχή του Σταροσέλ (πρόσφατη ανασκαφή βασιλικής κατοικίας και ναού). Σε αντίθεση με τις σχετικά καλά μελετημένες και πολιτισμικά «καθαρότερες» ελληνικές αποικίες του Ευξείνου, όπως η Οδησσός, η Μεσημβρία και η Απολλωνία, οι θέσεις στο εσωτερικό παρουσιάζουν μεικτά χαρακτηριστικά, καθώς εκεί ακριβώς λάμβανε χώρα η όσμωση των ντόπιων παραδόσεων με τα ελληνικά στοιχεία.

 

Η Χαλκά Μπουνάρ συμβαίνει να βρίσκεται στο σημείο διέλευσης ενός αρχαίου δρόμου, που οδηγούσε από τις περιοχές του Δούναβη στη ρωμαϊκή οδό ViaDiagonalisήViaMilitaris. Αυτή ήταν μια σημαντική οδός, η οποία συνέδεε το σημερινό Βελιγράδι στα βορειοδυτικά με τη σημερινή Κωνσταντινούπολη στα νοτιοανατολικά, και από όπου καθ’ όλη την αρχαιότητα διακινούνταν σιτηρά, ξυλεία, δέρματα, χρυσός και πολλά εισηγμένα από τις ελληνικές πόλεις προϊόντα (κεραμική, οπλισμός, κοσμήματα, μεταλλικά αγγεία, κρασί κλπ.).

 

Χάρτης της Βουλγαρίας με σημειωμένη τη θέση της Χαλκά Μπουνάρ, βορειοανατολικά του Πλόβντιφ.

 

Το τοπίο γύρω από την ανασκαφή.

 

 

Η ανασκαφή σας στη Χαλκά Μπουνάρ απέδειξε ότι η θέση κατοικήθηκε ήδη από τη νεολιθική εποχή. Μιλήστε μας για τα σχετικά ευρήματα.

 

Στο κατώτερο ανασκαφικό στρώμα εντοπίστηκαν δυο μεγάλες πασσαλόπηκτες κατοικίες της Ύστερης Νεολιθικής περιόδου, οι οποίες ανήκουν στον πολιτισμό που συμβατικά ονομάζεται «Καράνοβο ΙΙΙ» και χρονολογούνται μεταξύ του 5500 και 5300 π.Χ. Τα σπίτια αυτά θα πρέπει να στέγαζαν μεγάλες οικογένειες (με την ευρύτερη έννοια του όρου) και περιλαμβάνουν αποθηκευτικές κατασκευές και εστίες. Η Χαλκά Μπουνάρ είναι μέχρι σήμερα το δυτικότερο γνωστό σημείο εξάπλωσης αυτού του πολιτισμού και τα ευρήματα είναι αντάξια –αν όχι σημαντικότερα- εκείνων του αρχικού φερώνυμου οικισμού στο Καράνοβο. Περιλαμβάνουν εξαιρετικής ποιότητας κεραμική (μεγάλα πιάτα, κανάτες, ποτήρια και λεκάνες) συχνά με τους χαρακτηριστικούς ποδίσκους στη βάση, μαρμάρινα και πήλινα ειδώλια, κοσμήματα, λίθινα εργαλεία (πελέκεις, τριπτήρες κλπ.),  καθώς και μεγάλη ποικιλία των χαρακτηριστικών πήλινων τριποδικών νεολιθικών «βωμών» με εγχάρακτο και ένθετο γεωμετρικό διάκοσμο. Φαίνεται να εγκαταλείφθηκαν ξαφνικά μετά από πυρκαγιά, καθώς ολόκληρη η οικοσκευή παρέμεινε στη θέση της και φέρει ίχνη καύσης.

 

 Νεολιθική οικία 1. Μέρος του δαπέδου και των πεσμένων τοίχων.

 

Πήλινη κανάτα που ανήκει στον πολιτισμό «Καράνοβο ΙΙΙ», μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ., βρέθηκε στη Νεολιθική οικία 1.

 

 

Ποιές είναι οι επόμενες φάσεις που κατοικήθηκε η θέση και ποιά είναι τα σπουδαιότερα ευρήματα;  

 

Υπάρχουν αξιόλογα κεραμικά ευρήματα της δεύτερης φάσης της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (800-500 π.Χ.), τα οποία όμως προέρχονται από αποθέτες (λάκκους μάλλον τελετουργικής παρά οικιστικής χρήσης), αλλά ως τώρα δεν έχουν εντοπιστεί κατοικίες αυτής της εποχής. Από την πρώιμη Κλασική εποχή (5ος αιώνας π.Χ.) εμφανίζονται ήδη και οι πρώτες ελληνικές εισαγωγές, με αθηναϊκή κεραμική και αργυρά νομίσματα από το Πάριο της Προποντίδας. Εν συνεχεία, στον 4ο αιώνα π.Χ. τα ευρήματα και η ποικιλία τους αυξάνονται σταδιακά.

 

Στην πρώιμη Ελληνιστική περίοδο (τέλη 4ου και αρχές 3ου αιώνα π.Χ.) φαίνεται πως έχουμε έναν οργανωμένο οικισμό, από τον οποίο αποκαλύφθηκαν ως τώρα τέσσερεις οικίες, φτιαγμένες από ξύλινους πασσάλους, πλέγμα κλαδιών και ψημένο πηλό. Στο κέντρο τους υπάρχει πάντα μια πήλινη εστία-εσχάρα. Μια από αυτές μάλιστα διατηρεί τον καλύτερο και πλουσιότερο εμπίεστο διάκοσμο από όσες είναι γνωστές στη Θράκη. Η κεραμική περιλαμβάνει εισηγμένη από την Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις (αρκετοί κάνθαροι του λεγόμενου ρυθμού της «Δυτικής κλιτύος»), αλλά και ντόπια παραγωγή, καθώς και πολλούς εμπορικούς αμφορείς από τη Θάσο, την Κνίδο, την Ηράκλεια κ.α.

 

Τα σιδερένια και μολύβδινα εργαλεία δείχνουν να χρησίμευαν τόσο για αγροτικές εργασίες, όσο και για λεπτοδουλειές, πιθανόν κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων.

 

Ο μεγάλος αριθμός πήλινων σφοντυλιών και υφαντικών βαρών φανερώνει έντονη υφαντουργική δραστηριότητα. Μια αργυρή δραχμή του Αλέξανδρου από την Κολοφώνα και χάλκινα νομίσματα του Κάσσανδρου, του Λυσίμαχου και του Σεύθη επιβεβαιώνουν το εύρος των συναλλαγών και την ανάπτυξη της νομισματικής οικονομίας στην περιοχή. Τα σημαντικότερα ευρήματα από πλευράς παραγωγικής δραστηριότητας, ωστόσο, είναι οι επτά κεραμικοί κλίβανοι που αποκαλύφθηκαν κοντά στα σπίτια.

 

Οικία Πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου. Τμήματα των πήλινων τοίχων, αποθηκευτικά και επιτραπέζια αγγεία στο δάπεδο.

 

Μελαμβαφής κάνθαρος του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ. από τελετουργικό λάκκο.

 

Χάλκινο νόμισμα του Σεύθη, αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.

 

Η εύρεση των ελληνιστικών κεραμικών κλιβάνων είναι σημαντική. Πιστεύετε ότι η κεραμική παραγωγή είχε στόχο να καλύψει μόνον τις ανάγκες της ίδιας της θέσης ή απευθυνόταν και σε άλλες αγορές; Διαπιστώνετε προτίμηση στην εξειδικευμένη παραγωγή κάποιου τύπου κεραμικής; 

 

Οι κλίβανοι αυτοί είναι σχετικά μικρού μεγέθους, με τον μεγαλύτερο να έχει διάμετρο 1,25 μ., και συνεπώς δεν είχαν μεγάλη παραγωγή. Πιθανότατα δεν λειτουργούσαν όλοι ταυτόχρονα, αλλά καθώς εγκαταλειπόταν κάποιος φτιαχνόταν άλλος καινούργιος. Η χρήση τους περιορίζεται σε λίγες δεκαετίες στα τέλη του 4ου και τις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Οι αναλύσεις των πηλών δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί, αλλά φαίνεται πιθανότερο να παράγονταν σε αυτούς κάποια από τα αγγεία με γκρίζα και/ή πορτοκαλόχρωμη επιφάνεια που έχουν βρεθεί στη θέση. Πρόκειται για πολύ καλής ποιότητας αγγεία που εντάσσονται σε μια παραγωγή γνωστή για την εποχή από τη βόρεια Ελλάδα ως την Κριμαία. Η παραγωγή στη Χαλκά Μπουνάρ προοριζόταν για τις τοπικές ανάγκες ή το πολύ της άμεσης περιφέρειας. Γι’ αυτό κι ένας από τους τύπους που συναντάμε (μια παράδοξη δίχωρη λεκάνη) δεν έχει όμοιό του σε ολόκληρη τη Θράκη. Τα σχήματα των υπόλοιπων αγγείων αντιγράφουν κυρίως ελληνικά και σπανιότερα κελτικά πρότυπα.

 

Κεραμικός κλίβανος. Ένας από τους επτά φούρνους για ψήσιμο αγγείων που ανακαλύφθηκαν στο χώρο. Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος.

 

Ιδιόμορφη πήλινη δίχωρη λεκάνη, από τελετουργικό λάκκο. Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος.

 

Λεκάνη που ανήκει στην κατηγορία της γκρίζας κεραμικής, πιθανόν προϊόν τοπικού εργαστηρίου. Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος.

 

Το πλέον εντυπωσιακό εύρημα της ανασκαφής είναι βεβαίως οι περίφημες ανθρωποθυσίες. Μιλήστε μας περισσότερο γι’αυτή την εξαιρετική ανακάλυψη, τις συνθήκες εύρεσης των θυμάτων και τα συνευρήματα που σας οδήγησαν σε αυτή την ερμηνεία.

 

Θα έλεγα καλύτερα οι πιθανολογούμενες ανθρωποθυσίες. Ξέρετε καλά ότι, από τη μια εμείς οι αρχαιολόγοι είμαστε πάντα επιφυλακτικοί στη χρήση όρων που προκαλούν το ενδιαφέρον του κοινού, μέχρι να διαθέτουμε ατράνταχτες αποδείξεις. Από την άλλη υφίσταται πάντα ένα ταμπού σχετικά με τις ανθρωποθυσίες ως επιβίωση παρωχημένων πρακτικών που είχαν εγκαταλειφθεί νωρίς από τους Έλληνες. Ωστόσο δεν ήταν άγνωστες στον ελληνικό πολιτισμό όπως μας θυμίζουν οι μυθικές αναφορές στην Ιφιγένεια και την Πολυξένη. Συνέβαινε όμως το ίδιο και σε γειτονικούς λαούς με διαφορετική παράδοση όπως οι Θράκες; Και ως πότε ήταν αποδεκτό κάτι τέτοιο; Τα στοιχεία από τη Θράκη δείχνουν ότι ακόμα στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια η πρακτική της ανθρωποθυσίας δεν είχε εγκαταλειφθεί. Είναι γνωστές τουλάχιστον άλλες τέσσερεις περιπτώσεις.

 

Στη Χαλκά Μπουνάρ έχουμε τρία θύματα σε δυο διαφορετικές εναποθέσεις. Η πρώτη είναι ένας λάκκος στον οποίο ρίχτηκε το πτώμα σε πρηνή θέση με τα άνω άκρα ανοιχτά και τα κάτω λυγισμένα. Πρόκειται για έναν άντρα με ψηλή κορμοστασιά και καλή υγεία. Ο λάκκος έχει μικρή διάμετρο για το μέγεθος του άντρα και γι’ αυτό η θέση του είναι εντελώς αφύσικη. Γύρω και πάνω του υπήρχαν θραύσματα μεγάλων και μικρών αγγείων και άλλα σκόπιμα κατεστραμμένα αντικείμενα. Πάνω από όλα αυτά, αλλά πάντα μέσα στην αρχική επίχωση, είχε εναποτεθεί η μοναδική λαξευμένη πέτρα που βρήκαμε στην ανασκαφή (ένας ογκώδης δομόλιθος που πρέπει να μεταφέρθηκε από κοντινή απόσταση). Όπως είπαμε τα κτίσματα εκεί είναι όλα από πηλό. Στη δεύτερη περίπτωση δυο γυναίκες, στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, είχαν εναποτεθεί στο πλευρό τους κοιτώντας η μια την άλλη. Τα σώματα ήταν κουλουριασμένα καθώς ο λάκκος ήταν και πάλι πολύ μικρός, με εκείνο της πιο μεγαλόσωμης να βρίσκεται στην πλέον αφύσικη στάση. Γύρω τους υπήρχαν επίσης όστρακα αγγείων, αλλά κανένα ακέραιο κτέρισμα.

 

Είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται για τάφους, ούτε για συνηθισμένους νεκρούς από φυσικό θάνατο, καθώς δεν ακολουθείται κανένας από τους αυστηρούς ταφικούς κανόνες. Οι λάκκοι βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με τους οίκους, οι σκελετοί έχουν αφύσικες στάσεις, δεν υπάρχουν πραγματικά ακέραια κτερίσματα και η συνολική εικόνα διαφέρει έντονα από οτιδήποτε ταφικό γνωρίζουμε στη Θράκη ή αλλού στον αρχαίο κόσμο. Είναι εξίσου απίθανο να πρόκειται για κοινούς φόνους, καθώς μια τέτοια υπόθεση δεν εξηγεί ούτε την παράδοξη εναπόθεση, ούτε την παρουσία οστράκων και κατεστραμμένων αντικειμένων, ούτε τη θέση τους ανάμεσα στους οίκους. Εξάλλου, προς τι η τελετουργική φροντίδα των οστράκων και του δομόλιθου; Οι ανθρωπολογικές αναλύσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί και επί του παρόντος δεν υπάρχουν στοιχεία για τον τρόπο θανάτου των θυμάτων, ούτε μπορούν να αποκλειστούν οι αναίμακτες εκδοχές, όπως ο στραγγαλισμός ή η δηλητηρίαση. Γεγονός είναι πάντως ότι ακόμα κι αν δεν τις αποκαλέσουμε «ανθρωποθυσίες» όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν προς κάποια μορφή τελετουργικού φόνου.

 

Λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα από τη Χαλκά Μπουνάρ ρέει ο ποταμός Έβρος. Σύμφωνα με τη μυθολογία εκεί έριξαν το σώμα και το κεφάλι του Ορφέα οι Θρακιώτισσες γυναίκες αφού τον σκότωσαν διατρυπώντας τον με τις μακριές περόνες των ρούχων τους. Πολύ θα θέλαμε να ανακαλύψουμε αν υπάρχει κάτι περισσότερο από τη φαντασία και τους ευσεβείς πόθους που να συνδέει το συγκεκριμένο μύθο με τους νεκρούς της Χαλκά Μπουνάρ.

 

 

Ο λάκκος με τους δυο γυναικείους σκελετούς. Πιθανόν πρόκειται για ανθρωποθυσία. Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος.

 

 

Έχουν βρεθεί στη θέση αποθέτες λατρευτικού περιεχομένου. Δώστε μας μια εικόνα των ευρημάτων τους. Ποιές σκέψεις κάνετε για τη λατρεία στην περιοχή. Συνδέονται οι αποθέτες με το εύρημα της ανθρωποθυσίας;

 

Γύρω από τις οικίες βρέθηκε μεγάλος αριθμός αποθετών με στάχτη, οστά ζώων, κεραμική, νομίσματα, όπλα, ειδώλια, κοσμήματα και εργαλεία, που δεν μπορούν απλά να ερμηνευτούν ως οικιστικοί αποθέτες (σκουπιδόλακκοι). Σε μια περίπτωση πλήθος οστράκων (κάποια από τα οποία συναποτελούν ακέραια αγγεία) είχαν αποτεθεί σε ένα παχύ και ενιαίο στρώμα. Σε άλλη περίπτωση σιδερένια εργαλεία και όπλα ήταν καλά ταχτοποιημένα σαν κάποιος να τα έκρυψε, αλλά βάζοντας μαζί τους και στάχτη με οστά ζώων. Οι λάκκοι ποικίλουν ως προς τη διάμετρο και το βάθος από μισό μέτρο ως σχεδόν πέντε μέτρα. Οι πλατύτεροι είναι πιο ρηχοί και αντίστροφα. Ορισμένοι έχουν διατομή κόλουρου κώνου ή σε σχήμα αχλαδιού με στενό στόμιο και πλατύτερο πυθμένα. Η κατασκευή τους ήταν δύσκολη, χρονοβόρα και τεχνικά απαιτητική. Το γεγονός αυτό είναι άχρηστο και αντιλειτουργικό αν κάποιος απλώς προτίθετο να θάψει τα οικιακά του απορρίμματα. Κάποιοι περιέχουν καλοφτιαγμένους σωρούς θραυσμάτων πηλού από παλαιότερες κατασκευές. Αλλού σιδερένια στοιχεία από ένα ξύλινο κάρο είχαν σκόπιμα διπλωθεί και ταχτοποιηθεί σε ένα μικρό λάκκο. Το τελετουργικό στοιχείο είναι προφανές σε όλες τις περιπτώσεις. Τα ευρήματα στους περισσότερους λάκκους είναι πλουσιότερα και πιο ποικίλα από τους δυο που περιείχαν σκελετούς, αλλά εντοπίζονται οι ίδιες κατηγορίες υλικού.

 

Στο στάδιο που βρισκόμαστε μπορούμε να κάνουμε μόνο εύλογες υποθέσεις για τις λατρείες στη Χαλκά Μπουνάρ. Και εκεί, όπως και στην υπόλοιπη Θράκη, οι χαρακτηριστικότερες ενδείξεις φαίνεται να συνδέονται με το Διόνυσο, τον Ορφέα και πιθανόν τους Καβείρους.

 

 

Σιδερένια μάχαιρα από εναπόθεση σε λάκκο όπλων και εργαλείων. Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος.

 

 

Γνωρίζουμε το αρχαίο όνομα της θέσης; Έχουν βρεθεί επιγραφές; Γνωρίζουμε τη γλώσσα που μιλούν ή γράφουν οι κάτοικοι στα ιστορικά χρόνια;

 

Δεν μπορούμε να ταυτίσουμε με βεβαιότητα το αρχαίο όνομα της θέσης, αν και σε σχετικά κοντινή απόσταση έχει βρεθεί μια επιγραφή που αναφέρεται στη Διόσπολη, ένα τοπωνύμιο γνωστό και από τις πηγές. Οι μοναδικές επιγραφές από τη Χαλκά Μπουνάρ είναι γκράφιτι (χαράγματα) σε αγγεία και αποδίδουν με ελληνική γραφή αποσπασματικά ονόματα θρακικής προέλευσης. Τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν για να πούμε αν υπήρχαν εγκατεστημένοι Έλληνες ή αν ο πληθυσμός ήταν απλώς Θράκες σε στενή σχέση με Έλληνες άλλων περιοχών. Η ελληνική γραφή στα αγγεία ωστόσο, το πλήθος των κανθάρων και των εμπορικών αμφορέων που συνδέονται με το έθιμο του συμποσίου, τα νομίσματα ελληνικών πόλεων και τα λιγοστά αλλά σημαντικά εισηγμένα αντικείμενα επιβεβαιώνουν τον υψηλό βαθμό εξελληνισμού της περιοχής.

 

 

Το πενταετές πρόγραμμα της ανασκαφής βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Σε ποιό σημείο βρίσκεστε ως προς την επίτευξη των στόχων σας και ποιά είναι τα άμεσα σχέδιά σας για το φετινή ανασκαφική περίοδο;

 

Το ερχόμενο καλοκαίρι θα πρέπει να ολοκληρωθεί η προγραμματισμένη ανασκαφική έρευνα και ελπίζουμε ότι θα το πετύχουμε παρά τις σοβαρές δυσκολίες που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση. Άμεσος στόχος σε αυτό το στάδιο είναι η διακρίβωση της σχέσης επί μέρους τομέων της ανασκαφής μεταξύ τους, και κυρίως των εργαστηρίων κεραμικής με τις οικίες. Μέρος του υλικού έχει ήδη μελετηθεί και παρουσιαστεί στα ετήσια συνέδρια της Βουλγαρικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας από τη Μιλένα Τόνκοβα κι εμένα, ενώ ένα άλλο μέρος έχει ανατεθεί σε Έλληνες και Βούλγαρους συνεργάτες της ανασκαφής. Διακρίνουμε πια ξεκάθαρα τον τριπλό χαρακτήρα της θέσης: οικιστικό, λατρευτικό και παραγωγικό. Με σαφήνεια διαγράφονται επίσης οι εμπορικές σχέσεις με πόλεις του Αιγαίου, της Προποντίδας και της Μικράς Ασίας, καθώς και με το βασίλειο της Μακεδονίας. Απομένουν να γίνουν αρκετές σημαντικές αναλύσεις, όπως στα κατάλοιπα στο εσωτερικό ενός Θασιακού εμπορικού αμφορέα που ενδέχεται να περιείχε πίσσα, στα οργανικά κατάλοιπα που συλλέχθηκαν από τους λάκκους, και στον πηλό των κλιβάνων. Ο στόχος είναι στα επόμενα τρία χρόνια να ολοκληρωθούν αυτές οι εργασίες και να οδηγηθούμε στην τελική επιστημονική δημοσίευση της έρευνας. Εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν (και εννοώ αποκλειστικά τις οικονομικές) θα οργανωθεί έκθεση των ευρημάτων στην Αθήνα και τη Σόφια όπως προβλέπει η διμερής συμφωνία.

 

Έχετε κάποια εικόνα για το πού βρίσκεται η νεκρόπολη της περιοχής; Υπάρχει η δυνατότητα να επεκταθεί μελλοντικά η ανασκαφή προς αυτή την κατεύθυνση;

 

Υπάρχει μια γενική ιδέα για το πού θα αναμέναμε το νεκροταφείο της Χαλκά Μπουνάρ. Άλλωστε πολύ κοντά υπάρχουν και δυο μεγάλοι μη εξερευνημένοι ταφικοί τύμβοι, ένας της ρωμαϊκής κι ένας μάλλον της ελληνιστικής εποχής. Η πρόθεση επέκτασης της έρευνας είναι σαφής και από τις δυο συνεργαζόμενες πλευρές, αλλά θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα εξεύρεσης πόρων για το σκοπό αυτό.

 

Η ανασκαφή είναι μια κατεξοχήν ομαδική δραστηριότητα, ιδιαιτέρως κοπιαστική μάλιστα. Ποιες είναι οι σοβαρότερες πρακτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζετε στη Χαλκά Μπουνάρ και ποιοί είναι οι σύντροφοί σας σ' αυτή μάχη; 

 

Οι μεγαλύτερες δυσκολίες δεν είναι ακριβώς πρακτικού χαρακτήρα. Δεν είναι ούτε η φοβερή ζέστη, αναμενόμενη για το ηπειρωτικό κλίμα, ούτε το ανειδίκευτο των εργατών, ούτε η ντόπια γραφειοκρατία, ούτε καν οι πάντα δραστήριοι λαθρανασκαφείς που προκαλούν φθορές. Η πραγματική μάχη δίνεται με την –παντελή σχεδόν- απουσία εμπεριστατωμένων μελετών για αντίστοιχες θέσεις μιξογενούς χαρακτήρα. Το κάθε βήμα στο σκάμμα και στην ερμηνεία των ευρημάτων χρειάζεται διπλή περίσκεψη και τριπλή δουλειά γιατί δεν υπάρχει κάποιος «μπούσουλας». Ακόμα και οι χρονολογήσεις είναι συχνά αναγκαστικά γενικευτικές . Όλα πρέπει να τα ξανακοιτάμε από την αρχή και να αναζητούμε αδιάβλητη τεκμηρίωση. Από την άποψη αυτή η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς τα πορίσματά μας πιστεύουμε ότι θα χρησιμέψουν στους συναδέλφους και στις δυο χώρες, και θα συμβάλλουν σε μια βαθύτερη και μεγαλύτερου εύρους κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ ελληνικού και θρακικού πολιτισμού.

 

Ευτυχώς δεν είμαι μόνος μου σε αυτό. Τόσο οι Βούλγαροι όσο και οι Έλληνες συνάδελφοι επιδεικνύουν αξιοζήλευτη φροντίδα στη λεπτομέρεια, ευρηματικότητα στα τεχνικά προβλήματα, ακατάβλητο ζήλο και ενθουσιασμό στις πολλές και δύσκολες ώρες της άκαρπης προσπάθειας ώσπου να προβάλλει το καινούργιο, και προπάντων μεράκι και ευρύτητα πνεύματος ώστε να μη χάνεται η «μεγάλη εικόνα» καθώς παλεύουμε με τα επί μέρους σημεία της. Είμαι τυχερός γιατί είμαστε μια δεμένη ομάδα με πολύ υψηλό αίσθημα συνεργασίας, χωρίς άχρηστους ανταγωνισμούς, και με εξαιρετική αλληλεγγύη και οργανωτικότητα.

 

Κλείνοντας, θέλω να σας ρωτήσω ποιό είναι το πιο αγαπημένο σας εύρημα από την ανασκαφή αυτή και γιατί.

 

Υπάρχουν δυο ευρήματα που μου έδωσαν ιδιαίτερη χαρά και τους έχω αδυναμία. Το πρώτο είναι εύρημα της Μιλένα Τόνκοβα και προέρχεται από αποθέτη. Είναι ένα μικρό οστέινο αγαλματίδιο αυλητή που φορά μακρύ πτυχωτό χιτώνα με σταυρωτό ζώμα και ιμάτιο. Έπαιζε δίαυλο και παρόλο που οι αυλοί έχουν χαθεί διακρίνεται στο πρόσωπο η φορβάδα, τα δερμάτινα λουριά δηλαδή που συγκρατούσαν τους αυλούς. Το δεύτερο είναι η πήλινη εσχάρα που ανέσκαψα το 2011 με τον πλούσιο σταμπωτό διάκοσμο από σβάστικες, ρόδακες και κλώνους κισσού. Και τα δυο με τον τρόπο τους μιλούν για την πολιτιστική και θρησκευτική όσμωση. Οι αυλητές με δίαυλο συνδέονται στενά με τη διονυσιακή λατρεία (π.χ. στη ζωφόρο του ναού του θεού στην Τέω) και τα σύμβολα στην εσχάρα είναι επίσης διονυσιακά, απολλώνια και πιθανόν ορφικά (ο κισσός ήταν το φυτό του Διονύσου, η σβάστικα είναι ηλιακό σύμβολο και ο ρόδακας στοιχείο που συνδέεται με τον κόσμο των νεκρών). Τα ευρήματα αυτά με ωθούν να προσπαθώ να καταλάβω τους ανθρώπους της Χαλκά Μπουνάρ, ή αν θέλετε, να φανταστώ τον κόσμο τους. Άλλωστε, τι είναι η αρχαιολογία, αν όχι ένας μεθοδικός αλλά και μεταβαλλόμενος τρόπος να φανταζόμαστε το παρελθόν μας;

 

 

Σπάνιο οστέινο αγαλματίδιο αυλητή που παίζει δίαυλο (το όργανο έχει χαθεί) και φορά χαρακτηριστικό μακρύ χιτώνα. Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος.

 

Πήλινη εστία/εσχάρα με σταμπωτό διάκοσμο από κλώνους κισσού, ρόδακες και σβάστικες. Από οικία της Πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου.

 

*****

Ο κ. Σίδερης είναι διδάκτωρ αρχαιολογίας με μεγάλη ανασκαφική και διδακτική πείρα και έχει συγγράψει σημαντικό αριθμό επιστημονικών δημοσιεύσεων. Ασχολείται ιδιαιτέρως με τις ψηφιακές αναπαραστάσεις και την εικονική πραγματικότητα και ειδικεύεται στη φυσική οικονομία και οικολογία στην αρχαιότητα, το εμπόριο και την κατασκευή των μεταλλικών αντικειμένων, την ιστορία και αρχαιολογία της Εφέσου, της Βοιωτίας και της Θράκης.