Η ζωή και ο θάνατος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ

Η ζωή και ο θάνατος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ Facebook Twitter
0

 

Πριν μερικούς μήνες δημοσιεύσαμε στο LIFO.gr δημοσιεύσαμε το προωθητικό βίντεο που δημιούργησαν οι video artists David Freyomond και Florent Michel για τη νέα έκθεση του παριζιάνικου Μουσείου Ορσέ. Οι δημιουργοί του κλιπ σκηνοθέτησαν ένα όργιο με γυμνά ανδρικά και γυναικεία σώματα που κατά την κορύφωση της ηδονής σχηματίζουν το όνομα του περιβόητου Μαρκήσιου Ντε Σαντ στον οποίο είναι αφιερωμένη η έκθεση Sade. Attaquer le Soleil.

 

Παρ’ ό,τι έχουν γραφτεί δεκάδες βιογραφίες και έχουν γυριστεί ταινίες για τη ζωή του, η ιστορία του Μαρκήσιου Ντε Σαντ εξακολουθεί να ιντριγκάρει. 

Στον κόσμο του Σαντ, κατά τον Jérôme Vérain, «οι πράξεις μας καθορίζονται από φυσικούς νόμους όπου η ηθική δεν έχει κανένα λόγο» και η ζωή του το αποδεικνύει...

  

Ο Σαντ είχε γεννηθεί στο Παρίσι, στην αριστοκρατική κατοικία Οτέλ ντε Κοντέ το 1740. Ο πατέρας του ήταν ο κόμης του Σαντ και μαρκήσιος του Μαζάν (ως διπλωμάτης βρισκόταν στην υπηρεσία του Πρίγκιπα - Εκλέκτορα της Κολωνίας), ενώ η μητέρα του ήταν κόρη του μαρκησίου του Καρμάν και κυρία επί των τιμών της πριγκίπισσας του Κοντέ. Ο πατέρας του διήγε έκλυτο βίο, ήταν περιστασιακός ομοφυλόφιλος και οι βασικές ασχολίες του ήταν η στρατιωτική ζωή και η διπλωματία. Η μητέρα του ήταν, κατά τον Σαντ, μια γυναίκα αδιάφορη, πολύ πληκτική, και ο ίδιος πάντα τη μισούσε.

Oι σωφρονιστικές τακτικές του παιδαγωγικού συστήματος των Ιησουιτών στο οποίο μπήκε εσώκλειστος όταν ήταν 10 ετών του θεωρείται πως αποτέλεσαν αίτιο της εκδήλωσης των σαδιστικών τάσεων του ντε Σαντ, που θα εκδηλωνόταν αργότερα.

Δεν τον πολυμεγάλωσαν οι γονείς του όμως: το μπαλάκι της ανατροφής του πετάχτηκε απ’ τον έναν στον άλλο. Ήδη απ’ τα πέντε του ζούσε με συγγενείς και μετά την επιμέλειά του ανέλαβε ο θείος του αββάς Ζακ-Φρανσουά ντε Σαντ, λόγιος και σχολιαστής του Πετράρχη, ο οποίος αργότερα προκάλεσε σκάνδαλο με τη σύλληψή του σε οίκο ανοχής. Και πάλι όμως, δεν τον μεγάλωνε ο ίδιος, αλλά ανέθεσε την ανατροφή του σε μια οικογενειακή φίλη, τη Μαντάμε ντε Σεν Ζερμέν και την εκπαίδευσή του στον αββά Αμπλέ. 

  

Στα 10 του ο Σαντ μπήκε ως εσωτερικός στο ιησουιτικό κολέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου στο Παρίσι. Εκεί ήρθε σε επαφή με το θέατρο και τη δραματική τέχνη, που τον γοήτευσαν και απετέλεσαν έκτοτε αγαπημένες του ενασχολήσεις. Μέχρι τότε ήταν απλώς ένα συμβατικό ιδιότροπο αγόρι. 

Όμως οι σωφρονιστικές τακτικές του παιδαγωγικού συστήματος των Ιησουιτών θεωρείται πως αποτέλεσαν αίτιο της εκδήλωσης των σαδιστικών τάσεων του ντε Σαντ, που θα εκδηλωνόταν αργότερα.

Το 1754, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έγινε δεκτός σε στρατιωτική σχολή για παιδιά ευγενών. Η στρατιωτική εκπαίδευση, τα αξιώματα (στα 19 του έγινε λοχαγός) και η συμμετοχή του στον Επταετή Πόλεμο πρόσθεσαν τις δικές τους πινελιές στην ψυχοσύνθεση του αγοριού. Σύμφωνα με μελετητές ήταν πάντως η μοναδική συμβατική, εποικοδομητική και ένδοξη περίοδος της ζωής του Ντε Σαντ.

Η ζωή και ο θάνατος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ Facebook Twitter

  

Ο Molina Foix Vicente έχει γράψει για την «συμβατική» νεότητα του Σαντ και τις αλλαγές που σταδιακά συντελέστηκαν στη ζωή του. “Μπορεί ο νεαρός να διακρίνεται σε μάχη κοντά στον Ρήνο και να παρασημοφορείται από τον ίδιο τον Λουδοβίκο ΙΕ΄, όμως ο κόμης-πατέρας του δεν περιορίζεται σε αυτό. Επιθυμεί το σύνολοτης συμβατικής «ευτυχίας» για τον γιο του. Δηλαδή τον γάμο. Με αυτόν τον αναγκαστικό γάμο λόγω συμφερόντων αρχίζει, ωστόσο, να διαστρέφεται η χρηστότητα του νεαρού ήρωα, που ήταν τότε εραστής μιας άλλης γυναίκας, λιγότερο πλούσιας αλλά πιο ελευθερίων ηθών, της δεσποινίδος Ντε Λορίς, την οποία καταλήγει να εγκαταλείψει, μη δίνοντας σημασία στα φλογερά ερωτικά γράμματά της. Ο Σαντ  υποτάσσεται στα δεσμά του γάμου και - παρ΄ όλο που του αρέσει περισσότερο μια μικρότερη αδερφή της αρραβωνιαστικιάς του η Αν-Προσπέρ, με την οποία χρόνια αργότερα θα το σκάσει στην Ιταλία- παντρεύεται σε σεμνή τελετή το 1763 με τη Ρενέ-Πελαζί ντε Μοντρέιγ. Συνετή και γλυκιά, άχαρη και ασχημούλα, αποκαλύπτει σε ένα γράμμα της ότι τον άντρα της τον ενοχλεί κυρίως ότι η σύζυγός του δεν έχει διαβάσει πολύ και είναι ανορθόγραφη. Παρ΄ όλα αυτά θα αποκτήσουν τρία παιδιά και η Ρενέ-Πελαζί στη διάρκεια της πολυτάραχης συζυγικής ζωής τους θα δώσει δείγματα ευαισθησίας και πονηριάς, μεγάλης ανεκτικότητας και μιας πίστης που δεν θα βρει ανταπόκριση…” 

  

Τον Οκτώβριο του 1763, τέσσερις μήνες μετά το γάμο του, παύθηκε από την υπηρεσία του βασιλιά για πρώτη φορά στη ζωή του και κρατήθηκε για δεκαπέντε ημέρες στις φυλακές του βασιλικού κάστρου Βανσέν έπειτα από την καταγγελία μίας ιερόδουλης για βλασφημία. Με τη μεσολάβηση του πατέρα του αποφυλακίστηκε το Νοέμβριο και του επιβλήθηκε υποχρεωτική παραμονή στο οικογενειακό κάστρο του Εσοφούρ υπό την επίβλεψη του επικεφαλής της αστυνομικής διεύθυνσης ηθών.

Την Κυριακή του Πάσχα του 1768 έσκασε το πρώτο μεγάλο σεξουαλικό σκάνδαλο του, το Σκάνδαλο της Αρκέι, από το όνομα του προαστίου των Παρισίων, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι οίκοι ανοχής, με μία πόρνη ονόματι Ρόζ Κελέρ. Η Κελέρ τον κατήγγειλε στις αρχές για βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά.

Τον Ιανουάριο του 1767 πέθανε ο πατέρας του κληροδοτώντας του τον τίτλο του κόμητος καθώς και τους πύργους Λακόστ, Μαζάν και Σομάν, αλλά και μεγάλα ποσά χρεών για εξόφληση. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζεύγους ντε Σαντ, ο Λουί-Μαρί

  

Την Κυριακή του Πάσχα του 1768 έσκασε το πρώτο μεγάλο σεξουαλικό σκάνδαλο του, το Σκάνδαλο της Αρκέι, από το όνομα του προαστίου των Παρισίων, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι οίκοι ανοχής, με μία πόρνη ονόματι Ρόζ Κελέρ. Η Κελέρ τον κατήγγειλε στις αρχές για βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά, και παρά την απόσυρση των καταγγελιών της έπειτα από μια γενναιόδωρη προσφορά χρημάτων, λόγω της έκτασης του σκανδάλου, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να φυλακίσει το Μαρκήσιο με βασιλική διαταγή αποσιωπώντας έτσι τη συνηθισμένη διαδικασία δίωξης. Έγκλειστος παρέμεινε έως τις 16 Νοεμβρίου οπότε και εγκαταστάθηκε στο κάστρο της Λακόστ. Το 1771 τον ακολούθησε εκεί και η οικογένειά του μαζί με την αδερφή της γυναίκας του Αν-Προσπέρ, που σύντομα έγινε ερωμένη του.

Μετά από ένα επεισόδιο στη Μασσαλία το 1772, που είχε να κάνει με δηλητηρίαση πορνών με το υποτιθέμενο αφροδισιακό ισπανική μύγα και σοδομισμό με τον υπηρέτη του, Λατούρ, καταδικάστηκαν και οι δύο σε θάνατο. Κατάφεραν να διαφύγουν στην Ιταλία παίρνοντας μαζί τους και την Αν-Προσπέρ, γεγονός που εξόργισε την πεθερά του, Μαντάμ ντε Μοντρόι, η οποία κατάφερε να εξασφαλίσει βασιλική εντολή για τη σύλληψη του γαμπρού της.

Η ζωή και ο θάνατος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ Facebook Twitter

Τον Δεκεμβρίο του 1772 συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Σατό ντε Μιολάν από όπου δραπέτευσε πέντε μήνες αργότερα. Παρέμεινε κρυμμένος στη Λακόστ και επανασυνδέθηκε με τη σύζυγό του διατηρώντας παράλληλα μια ομάδα νέων υπαλλήλων, οι περισσότεροι από τους οποίος παραπονούνταν για σεξουαλική κακομεταχείριση και εγκατέλειψαν το κάστρο του Μαρκησίου.

Τα χρόνια περνούσαν με δίκες, φυλακίσεις, αθωώσεις, νέες φυλακίσεις και αποδράσεις. Το 1784 μεταφέρθηκε στην Βαστίλη. 

Εκεί τον έκλεισαν στον περίφημο Πύργο της Ελευθερίας για πέντε χρόνια, μέχρι την 2α Ιουλίου του 1789 όταν άρχισε να φωνάζει από το κελί του ότι σκοτώνουν τους φυλακισμένους καλώντας τον κόσμο να τους απελευθερώσει. Από εκεί, δέκα ημέρες πριν την πυρπόληση της Βαστίλης από τους επαναστάτες, μεταφέρθηκε με βασιλική εντολή στο άσυλο φρενοβλαβών του Σαρεντόν, το οποίο διηύθυνε το τάγμα των Αδελφών του Ελέους.

Σε αυτή την πρώτη μακρά περίοδο εγκλεισμού του ξεκίνησε τη συγγραφή των πλέον γνωστών έργων του όπως η Ζυστίν, 120 Μέρες στα Σόδομα, Διάλογος μεταξύ Ιερέα και Μελλοθανάτου κ.α. Ο Μαρκήσιος απελευθερώθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση στις 2 Απριλίου 1790 με την ακύρωση όλων των βασιλικών εντολών φυλάκισης.

Η σύζυγός του αποσύρθηκε σε μοναστήρι και αρνήθηκε οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Τότε ξεκίνησε ο δεσμός του με την τριαντατριάχρονη πρώην ηθοποιό Μαρί-Κονστάνς Ρενέλ (Μαντάμ Κενέ), την οποία είχε εγκαταλείψει ο άνδρας της αφήνοντάς της και την επιμέλεια του εξάχρονου γιου τους.

Όπως και άλλοι Γάλλοι αριστοκράτες προσαρμόστηκε στη μετεπαναστατική κοινωνία και πολιτικοποιήθηκε εκλεγόμενος γραμματέας και αργότερα πρόεδρος της περιφέρειας Πικ των Παρισίων και Ειρηνοδίκης.

Προσποιήθηκε τον υποστηρικτή της εγκαθίδρυσης του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού και της πλήρους κατάργησης της κυριότητας, όμως επέμεινε στη διατήρηση του οικογενειακού του κάστρου και της ιδιοκτησίας του. Η επιβολή του καθεστώτος της Τρομοκρατίας (1793 - 1794) και οι χιλιάδες εκτελέσεις που ακολούθησαν τον οδήγησαν να αποσυρθεί από τα πολιτικά αποτροπιασμένος. Αν και είχε χρησιμοποιήσει διάφορες μορφές βασανιστηρίων για να διεγείρει τα πάθη του, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τις μαζικές εκτελέσεις που πραγματοποιούνταν από τον νεοπαγή κρατικό μηχανισμό.

Τον Δεκέμβρη του 1793 ξαναφυλακίστηκε για μια επιστολή του στον Δούκα Ντε Μπρισάκ.

Η ζωή και ο θάνατος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ Facebook Twitter

Καταδικάστηκε για δεύτερη φορά σε θάνατο αλλά λόγω της γραφειοκρατίας γλίτωσε τον αποκεφαλισμό στη γκιλοτίνα. Το 1795 δημοσίευσε το έργο του Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, μία φιλοσοφική μελέτη συνδυασμένη με τη γνωστή ερωτική γραφή του ντε Σαντ, και μέσα στην επόμενη πενταετία κυκλοφόρησαν τα μυθιστορήματα Η Νέα Ζυστίν, Αλίν και Βαλκούρ', Ιστορία της Ζυλιέτ’.

Στα 1799 αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα θέατρο των Βερσαλλιών κερδίζοντας ελάχιστα χρήματα και συντηρώντας παράλληλα το γιο της Μαντάμ Κενέ, Κάρολο. 

Ο ντε Σαντ αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα και για ένα διάστημα βρέθηκε να στεγάζεται σε πτωχοκομείο.

  

Η μακρά σειρά συλλήψεων του Μαρκησίου ντε Σαντ ολοκληρώθηκε στις 6 Μαρτίου 1801 όταν, ευρισκόμενος στο γραφείο του εκδότη του Μασέ, συνελήφθη μαζί του έπειτα από έφοδο της αστυνομίας. Η έρευνα των αρχών αποκάλυψε χειρόγραφα και διορθώσεις του ντε Σαντ για τα έργα Νέα Ζυστίν και Ζυλιέτ. Ο Σαντ αναγνώρισε τα χειρόγραφα αλλά υποστήριξε ότι αυτός δεν ήταν παρά ο αντιγραφέας τους. Φυλακή, και ξανά στο άσυλο…

Η Μαντάμ Κενέ τον ακολούθησε στο άσυλο φρενοβλαβών Σαρεντόν λαμβάνοντας άδεια παραμονής σε κοντινό δωμάτιο. Ο φιλελεύθερος διευθυντής του ασύλου, προμήθευε τον ντε Σαντ με γραφική ύλη και τον ενθάρρυνε στο ανέβασμα θεατρικών έργων, ανοιχτών στο κοινό, με ηθοποιούς τους τροφίμους του ιδρύματος. Στο Σαρεντόν εκτυλίχτηκε και η τελευταία ερωτική σχέση του Μαρκησίου με την εκεί ανήλικη εργαζόμενη, Μαγκτελέν Λεκλέρκ . Σχέση, που εκτός από σεξουαλικό είχε και παιδαγωγικό χαρακτήρα, μιας και ο ηλικιωμένος, πλέον, πρώην ευγενής της δίδαξε γραφή και ανάγνωση.

Τον Ιούνιο του 1807 σε αστυνομικό έλεγχο στο κελί του ανακαλύφθηκε το δεκάτομο έργο Τα Ταξίδια της Φλορμπέλ, που μόλις είχε ολοκληρώσει. Το έργο κατασχέθηκε και μετά το θάνατο του Μαρκησίου κάηκε από το γιο του, Ντονατιέν-Κλοντ-Αρμάν, όπως και πολλά άλλα ανέκδοτα χειρόγραφά του.

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ άφησε την τελευταία του πνοή στον ύπνο του, στο άσυλο τον Δεκέμβριο του 1814. Ήταν 74 ετών, και η ζωή του ήταν σχεδόν πιο πολυτάραχη κι απ’ τις ζωές των ηρώων των μυθιστορημάτων του. 

  

Μόνο μετά τον θάνατό του άρχισαν -σιγά σιγά- να κυκλοφορούν τα έργα του και δημοσίως.  

Όπως έγραψε ο Γιώργος Καρουζάκης πριν χρόνια στην LIFO, «εδώ και μερικούς αιώνες [ο Μαρκήσιος] αποτελεί την προσωποποίηση του κακού. Κάθε σεμνότυφη και τρομαγμένη ψυχή διαρρηγνύει, ακόμα και σήμερα, τα ιμάτιά της για το έργο του ακόλαστου λιμπερτίνου, επειδή νιώθει ότι απειλεί τον κομφορμιστικό της μικρόκοσμο. Υπερβάλλουμε; Καθόλου, αν σκεφτείτε ότι η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ εκδόθηκε πρώτη φορά στα ελληνικά το 1979 από τις εκδόσεις Εξάντας και απαγορεύτηκε τάχιστα με δικαστική εντολή. Ανάλογη τύχη είχαν και οι 120 μέρες των Σοδόμων, που η έκδοσή τους, δυο χρόνια αργότερα από τον ίδιο οίκο, ήταν απαγορευμένη στη χώρα μας μέχρι και το 1991 (!).»

 

(Πηγές: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7)  

 

Η ζωή και ο θάνατος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ Facebook Twitter
 

0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι προβληματικές, βαθιά σεξιστικές δηλώσεις του Δημήτρη Παπανώτα για την «υστερία» των γυναικών - Μικροπράγματα

Mικροπράγματα / Οι προβληματικές, βαθιά σεξιστικές δηλώσεις του Δημήτρη Παπανώτα για την «υστερία» των γυναικών

«Υστερικές» όσες μιλούν συνεχώς για τα γυναικεία δικαιώματα και «τα θέλουν» όσες είναι θύματα καταπίεσης και δεν το καταγγέλλουν, μάς ενημερώνει ο υποψήφιος ευρωβουλευτής, Δημήτρης Παπανώτας.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΝΑ ΚΡΑΒΑΡΗ