Κυριάκος Αθανασιάδης. "Δεν είναι καιρός για μυθιστορήματα. Καλά κάνουν και τσακώνονται οι συγγραφείς στο Facebook."

Facebook Twitter
0

Ο Κυριάκος Αθανασιάδης γράφει στο βιογραφικό του:

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1963. Έζησα στην Αθήνα από το 1986 έως το 2009. Από το 1984 εργάζομαι ως επιμελητής εκδόσεων: έχω επιμεληθεί περισσότερα από 300 βιβλία (λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, δοκιμιακά). Έχω εκδώσει οχτώ πεζογραφικά βιβλία: «Ιστορίες Υπερβολής», Ροές 1987 (β' έκδ. δήγμα 2010), «Δώδεκα», Καστανιώτης 1991, «Μικροί Κόσμοι», Λιβάνης 1996, «Το Σάβανο της Χιονάτης», Σύγχρονοι Ορίζοντες 2001, «Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού», Σύγχρονοι Ορίζοντες 2002, «Πανταχού Απών», τυπωθήτω 2007, «Κακορραφίες», δήγμα 2009, «Ζα Ζα» στο Διαδίκτυο, 2012. Έχω επίσης γράψει περισσότερα από 10 παιδικά και εφηβικά βιβλία ενώ κείμενά μου έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά.

-----

Δεν ήταν όμως μόνο όσα έχει κάνει ο Κυριάκος Αθανασιάδης που με έκαναν να θέλω να μιλήσω μαζί του για τη σημερινή κατάσταση, αλλά και το γεγονός πως εμπιστεύομαι τη γνώμη του.

"Το ότι είναι για το σάιτ σημαίνει ότι δεν υπάρχει περιορισμός στο πόσο θα μιλήσω ε;" με ρώτησε και τον διαβεβαίωσα πως όσο περισσότερο 'μακρηγορήσει' τόσο το καλύτερο.

Δημοσιεύω όλη την κουβέντα, χωρίς περικοπές. 

-----

Α.Δ.: Στα κείμενά σου συχνά παρατηρούμε κάποιο είδος συνδυασμού φλάσμπακ και αυτοβιογραφικής εξομολόγησης — κάτι που χαρακτηρίζει τα κείμενα πολλών Θεσσαλονικιών λογοτεχνών. Θα ήθελες να μας μιλήσεις λίγο γι' αυτό;

 

Α.Κ.: Μεγαλώνω. Και καμιά φορά μάλιστα νιώθω πως μεγαλώνω κατακλυσμιαία. Μέχρι σχετικώς πρόσφατα δεν το ένιωθα έτσι —στο βαθμό, τέλος πάντων, που το νιώθω τώρα—, αλλά πια είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που με επηρεάζει μάλλον έντονα. Μοιάζει κάπως σα να φοράω ρόμπα και παντόφλες, να πίνω τίλιο και να κοιτάω παλιές φωτογραφίες σ’ ένα iPad.

Γενικά κάνω πολλά πράγματα μαζί (ένα από αυτά είναι και τα συγκεκριμένα κειμενάκια στο blog, που χάνονται μέσα σε μερικές μέρες και δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ποτέ αλλού), μπας και «προλάβω», ή για να αντιμετωπίσω την τρομερή φθορά του σώματος.

Τα 49 είναι ζόρικο πράγμα.

Είναι όμως κι άλλος ένας λόγος — κακά τα ψέματα: το παρελθόν, η παιδική και η εφηβική ηλικία, είναι ένα πολύ φτηνό, πολύ προσιτό παζάρι για να ψωνίζει κανείς. Βρίσκεται πιο κοντά στην επάρατη ηθογραφία (που τη μισώ) από οτιδήποτε άλλο. Ενδεχομένως, λοιπόν, να με έχει καταλάβει ένα, ας πούμε, πέπλο συντήρησης. Άλλωστε, κι αν εξαιρέσουμε τα «πολιτικά» κείμενα, δε γράφω τίποτε άλλο εκτός από τα ποστ αυτά. Ξέρω πως αν καταγινόμουν με την πεζογραφία, θα ήμουν πολύ βίαιος με μένα και με τα κείμενα, οπότε οχυρώνομαι πίσω από ένα συχνά γλυκερό, εξομολογητικό και εντελώς προσωπικό ημερολόγιο καταστάσεων που πέρασαν και πάνε.

Αναφορικά με τη Θεσσαλονίκη: επέστρεψα προ τριετίας εδώ, έπειτα από 23 χρόνια στην Αθήνα. Γίνομαι Θεσσαλονικιός για πρώτη φορά στη ζωή μου. Πρόπερσι μάλιστα πήγα και στη Χαλκιδική μια φορά. Δεν είχα ξαναπάει, κι ούτε θα ξαναπάω ποτέ, αλλά ήταν κάτι που έλειπε από τη σαλονικιώτικη ταυτότητά μου.

Α.Δ.: Κυκλοφόρησες το νέο σου βιβλίο online, γράφοντας: «Για όποιον ενδιαφέρεται, ανέβασα στο http://zsazsanovel.posterous.com/?page=1 ένα νέο μυθιστόρημα 80.000 λέξεων». Πώς πήρες αυτήν την απόφαση; (Και γιατί δεν μπορώ να το διαβάσω τώρα;)

 

Α.Κ.: Ήθελα μονάχα να δω τι θα γίνει. Δεν είχα καμία εμπειρία με κανένα online μυθιστόρημα ώς τότε, κι όταν η «Ζα Ζα» απερρίφθη (αυθημερόν!) από το μόνο εκδοτικό στο οποίο την πρότεινα (από τους υπάρχοντες Οίκους μόνο ένας ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία μου), θεώρησα το γεγονός σαν μια καλή ευκαιρία να πειραματιστώ διαδικτυακά (όχι σε μορφή e-book, δυστυχώς, αλλά σε ένα άχαρο blog) και να δω τι θα γίνει.

Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά, καταστροφικά — και αντιστρόφως ανάλογα, εδώ που τα λέμε, με την εντύπωση που έκανε το κείμενο σε όσες αναγνώστριες (είναι ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται αποκλειστικά σε γυναίκες) το διάβασαν στο Word ή σε τυπωμένα δοκίμια: περίπου ένα συνολικά 5%, όλο κι όλο, κατάφερε να φτάσει στο τέλος του βιβλίου στο Web, την ίδια στιγμή που όσες φίλες το διάβασαν εκτός blogμού γράφανε γράμματα ενθουσιασμένες. [Απαραίτητη σημείωση εκ μέρους τής υπερασπίσεως: ενοχλούμαι να λέω τέτοια για τα βιβλία μου — καταγράφω εδώ το γεγονός τελείως ψυχρά και αποστασιοποιημένα].

Εν τοιαύτη περιπτώσει, και μιας και πήρα το αρνητικό feedbackπου έμελλε να πάρω, κατέβασα το βιβλίο γιατί, απλώς, με στενοχωρούσε η όλη κατάσταση. Δεν ήταν ώριμο φέρσιμο, βέβαια, και με μάλωσαν πολλές φίλες. :-) Την 1η Νοεμβρίου θα κυκλοφορήσει κανονικά, στο χαρτί, οπότε ελπίζω να εξιλεωθώ και να με συγχωρήσουν.

Α.Δ.: Ξέρω πως πιστεύεις ότι οι λογοτέχνες έχουν κάθε δικαίωμα (μήπως και υποχρέωση;) να λένε ανοιχτά τη γνώμη τους για τα πολιτικά θέματα — και έχεις γράψει κείμενα που σχολιάζουν την κατάσταση. Αντιμετώπισες ποτέ προβλήματα στο ίντερνετ επειδή είπες ελεύθερα την άποψή σου;

 

Α.Κ.: Έχω γράψει πολλά πολιτικά κείμενα τα τελευταία δύο χρόνια — περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε, και χωρίς λόγο εντέλει. Όπως πολλοί άλλοι. Το έκανα και παλιότερα κατά περιόδους, από μικρός, συνεπικουρώντας τη γενικότερη πολιτική μου στάση απέναντι στα πράγματα, μέχρι που απογοητεύτηκα πολύ (δύο φορές — τώρα έρχεται η τρίτη) και σταμάτησα για καιρό να ασχολούμαι, και λέω να μην το ξανακάνω στο μέλλον (αν και φοβάμαι πως θα ξαναπαρασυρθώ, λόγω αδυναμίας και ευκολίας).

Όχι, δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα, εκτός από τα συνήθη — βρισιές, απειλές και τα παρόμοια. Κανείς έχει φυσικά, όχι υποχρέωση, αλλά την απόλυτη ελευθερία να δημοσιολογεί, ανεξάρτητα από τη δουλειά του ή τα χόμπι του. Βέβαια όλο αυτό δεν οδηγεί πουθενά, δεν έχει κάποιο νόημα, δε βγάζει κάποιο κοινωνικό κέρδος, δε σώνει κάτι. 

Τα γραπτά, ένθεν-κακείθεν, καταναλώνονται από ήδη παραχορτασμένους με παρόμοια κείμενα. (Με το πέρασμα του χρόνου, ξαναλέω, ακόμη κι αυτό, βέβαια, κάτι αποδίδει. Αλλά πολλά πράγματα αποδίδουν με το πέρασμα του χρόνου).

Α.Δ.: Πιστεύεις ότι συγγραφείς που τα λένε έξω απ' τα δόντια στο Facebook, όπως είναι ο Πέτρος Τατσόπουλος ή ο Θανάσης Χειμωνάς «καταστρέφουν» την εικόνα τους με το να τσακώνονται διαδικτυακά ή και ότι σπαταλούν το χρόνο που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν γράφοντας μυθιστορήματα;

 

Α.Κ.: Δεν είναι καιρός τώρα για μυθιστορήματα. Καλά κάνουν και τσακώνονται. Δε μπορούν να κάνουν κι αλλιώς, η εποχή σε παρασύρει. (Κι αν κάποιος θέλει, θα γράψει — ακόμα κι αν ξέρει πως δε θα διαβαστεί ποτέ, ή ότι θα διαβαστεί από μισόν άνθρωπο, ή για να ανακουφιστεί από τη ροή του χρόνου).

Άλλωστε οι διαδικτυακοί τσακωμοί δεν είναι κανονικοί τσακωμοί, είναι fake. Τα παιδιά αυτά δε θα ’θελαν να ζήσουν κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα, δεν το γνωρίζουν, δεν είχαν ευκαιρίες να το γνωρίσουν (ευτυχώς!) και εύχομαι να μη το γνωρίσουν ποτέ. —

Ωστόσο, ευκαιρίας δοθείσης, να πω ότι τα κειμενάκια που ανεβάζουμε όλοι εδώ κι εκεί στα socialmedia, αυτή η ευκολία μας δηλαδή, αυτά τα φληναφήματα, που τα γράφουμε για να ποτίζουμε τον εγωισμό τού μπονσάι εαυτού μας, ό,τι και να ’ναι, καλά-κακά, με μισή λέξη κακιά μέσα τους γίνονται τερατώδη και άθλια και μιχαλολιάκικα. Θέλει πολλή προσοχή εδώ: μισή κακιά λέξη τα καθιστά αμέσως τερατουργήματα. Μισή, όχι ολόκληρη.

Και το εννοώ το «κακιά» απολύτως και μανιχαϊκώ τω τρόπω. Έχω υποπέσει και σ’ αυτό το αμάρτημα πολλάκις.

Α.Δ.: Είχες γράψει ένα, πολύ εύστοχο, κατά τη γνώμη μου, σχόλιο για τη συνεργασία του Στέφανου Μάνου με τον Θάνο Τζήμερο. Πιστεύεις ότι ήταν μια χαμένη ευκαιρία για τη Δράση οι δεύτερες εκλογές;

 

Α.Κ.: Δεν είμαι, δεν υπήρξα ποτέ, μέλος οποιουδήποτε κόμματος (είμαι ένας αστοιχείωτος πούρος αναρχοφιλελεύθερος από τα δεκαεννιά μου — δηλαδή δεν είμαι τίποτε: μόνο με μεγάλες διά βίου σπουδές μπορείς να αυτοπροσδιορίζεσαι στην πολιτική), οπότε η γνώμη μου ασφαλώς περισσεύει. Εννοώ, μιλάμε όλοι μας —έχουμε το δικαίωμα, την ελευθερία, να μιλάμε για οτιδήποτε, όσο δυνατά μάς καπνίσει—, αλλά ξεχνάμε πως δεν είμαστε κοινωνοί των (πολλών) εσωκομματικών «μυστικών», των στοιχείων εκείνων που επιβάλλουν, επιτάσσουν, προκρίνουν τη μία ή την άλλη εκάστοτε στρατηγική.

Βέβαια, η πολεμική που άσκησα στην αδιανόητη και καταστροφική και άνω ποταμών συνεργασία με τον τραγικά απίστευτο Τζήμερο (τον θεωρώ white-collarΧρυσαυγίτη, ξεκάθαρα και χωρίς να το πολυσυζητώ) στενοχώρησε, ή καλύτερα ενόχλησε (ή και τα δυο), πολλούς φίλους μου της φιλελεύθερης-σοσιαλδημοκρατικής Δράσης (που έχει να προσφέρει πολλά από δω και στο εξής, θέλω να πιστεύω — και απ’ όσα πληροφορούμαι).

Ωστόσο, εκείνοι δρουν, ενώ τύποι σαν εμένα απλώς μιλούν. Οπότε, ας μένει ο λόγος ο δικός μου: δεν αξίζει. (Βέβαια, λάθη κάνουμε και οι δυο πλευρές: και οι δρώντες κι οι ομιλούντες — και πονούν τα λάθη, και μένουν, και κάνουν χαρακιές, και αφήνουν ουλές).

Α.Δ.: Ποια είναι η γνώμη σου για τη νέα κυβέρνηση; Πιστεύεις ότι θα κάνει ποτέ κάποια μεταρρύθμιση;

 

Α.Κ.: Όχι, δε θα κάνει. Ούτε θέλει, ούτε μπορεί, ούτε γίνεται. Δε γίνεται —δηλαδή— να ζήσει, παρ’ ελπίδα. Η χώρα είναι χωρισμένη σε βιλαέτια, και τα βιλαέτια αυτά είναι τόσο δυνατά που θα συντηρήσουν το υπάρχον εθνικοσουλτανοσοβιετικό καθεστώς με λύσσα και με τρελό μάτι — και η άφρων συντήρησή του σημαίνει δήωση. Είμαστε, δυστυχώς, εδώ και 180 χρόνια κομπάρσοι σε ένα φτηνό Game of Thrones.

Παρά ταύτα, εγώ (με την ανύπαρκτη δύναμή μου) θα στηρίζω όσο μπορώ την κυβέρνηση μέχρι να καταρρεύσει φαντασμαγορικά —ή σαν κούφιο καρύδι, ή σαν πομφόλυγα— ενόψει τού επερχόμενου χάους (των λογής συνδικαλιστών, των «φοιτητών», των νέο-Βίκινγκς, των αντεθνικών προσοδοθηρών — younameit).

Θα στήριζα (όχι τον άνω ποταμών Σαμαρά και την Παναγιά του και τους ενθέους του στα πλεϊμομπίλ χαρακώματα για τα οποία ρεκάζει) ακόμη και μια δράκα πιθήκους εάν επρόκειτο να ταΐζεται με φαΐ και βιβλία και ηθική παιδεία ο κόσμος. Πλην, φευ, δε θα ταΐζεται κανείς με τίποτε σε λίγο καιρό. Με τίποτε.

 

 

Α.Δ.: Έχεις συνεργαστεί ως επιμελητής και συγγραφέας με πολλούς εκδοτικούς οίκους. Τι σου έχει μείνει πιο πολύ απ' τη «βιομηχανία» των βιβλίων;

Α.Κ.: Ακόμη συνεργάζομαι φυσικά, αν και πλέον, καθώς δε ζω πια στην Αθήνα, ως εξωτερικός συνεργάτης: με το κομμάτι — και ίσως ποτέ ξανά να μην ξαναγίνω στέλεχος εκδοτικού. Δεν ξέρω να κάνω και τίποτε άλλο. — Είναι αναγκαστικά αμφίθυμη η σχέση μου με τη δουλειά αυτή, καθώς συμμετέχεις ενεργά και σχεδόν όλη μέρα κι όλη νύχτα σ’ αυτό το Εργοστάσιο Αισθημάτων, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις τελικά πως τίποτε δεν έχει αξία, τίποτε δεν τελεσφορεί, όλα γίνονται άδικα.

Αν έπρεπε να διαλέξω κάτι, θα ήταν (αναφορικά με τους συγγραφείς, νέους ή ξένους και πεθαμένους) η αδιαμφισβήτητη χαρά που παίρνεις όταν βγαίνει κάτι καλό, κάτι που χωρίς τη δική σου ενεργό συμβολή δε θα κυκλοφορούσε ποτέ, και (αναφορικά με μένα) η Φρανκφούρτη — όχι η καθαυτό πόλη και η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου που γίνεται εκεί, αλλά οι μοναχικές ώρες που ζούσα τις νύχτες σε συγκεκριμένα σημεία του Κέντρου, μετά από το σύνηθες δωδεκάωρο περπάτημα-ξεδιάλεγμα-παζάρεμα στους πελώριους χώρους της Έκθεσης. Αυτό.

Όλα τα άλλα (τα δεκάμετρα ρολά της φωτοσύνθεσης το ’81, το ξύσιμο των σκουπιδιών με το κοπίδι από τα φιλμ τού μοντάζ, τα σπασμένα άλφα-ψιλή-βαρεία της μονοτυπίας, οι καβγάδες για την ορθογραφία, η επιλογή-έκδοση-προώθηση των τίτλων, οι δεκάδες κριτικές που έχω γράψει επειδή δεν είχαν χρόνο να διαβάσουν τα βιβλία αυτοί που τις υπέγραφαν στις κυριακάτικες εφημερίδες κλπ. κλπ. κλπ.) έχουν χαθεί από μέσα μου, ή έστω δε μπορώ να τα ανακαλέσω.

Εντάξει, δε μιλώ ακριβώς για τριάντα χρόνια μοναξιά, αλλά για κάτι τέτοιο. (Είναι μια φιλόδοξη δουλειά. Με το πέρασμα του χρόνου, κάτι αποδίδει. Αλλά πολλά πράγματα αποδίδουν με το πέρασμα του χρόνου).

Α.Δ.: Έγραψες αρκετά παιδικά και εφηβικά βιβλία: Πόσο διαφορετική είναι η εμπειρία του γραψίματος για τις μικρότερες ηλικίες;

Α.Κ.: Γράφω πάντα με τον ίδιο τρόπο, προσπαθώντας να ακολουθώ όσο καλύτερα μπορώ την πλοκή και με κατά το δυνατόν υποφερτά ελληνικά, κι όλο αυτό όσο πιο γρήγορα γίνεται, σχεδόν ασταμάτητα, ανεξαρτήτως όγκου, ώστε να διατηρείται ακμαία η συγκίνηση (ας πούμε) του κειμένου, και οι ανάσες του.

Δεν υπήρξε ποτέ κάποια διαφορά μεταξύ παιδικών και «κανονικών» (μολονότι έγραψα τα πρώτα για βιοποριστικούς καθαρά λόγους — μεταξύ μας, δε συμπαθώ τα παιδιά), εκτός από το Χ. που έβαζα ανάμεσα στο μικρό μου όνομα και στο επώνυμο (Χρήστο λένε τον πατέρα μου). Η συγγραφή είναι χειρωνακτική εργασία και θέλει καλή φυσική κατάσταση. Είτε μιλάμε για ελάσσονες σαν εμένα είτε για τους λίγους άλλους. Αν είσαι φαγωμένος και ξεκούραστος, απλώς γράφεις — δεν έχει σημασία τι.

Α.Δ.: Κάποια απ' τα παιδικά βιβλία ήταν με ψευδώνυμο. Γιατί;

Α.Κ.: Έγραψα κάποια μυθιστορήματα φαντασίας και τρόμου για εφήβους, που δε θα μπορούσαν (υπέθετα) να φαίνονταν γραμμένα από Έλληνα, από κάποιον που ζει στα Εξάρχεια και δουλεύει στη Διδότου — και σίγουρα δε θα ήταν «σωστό» να κυκλοφορήσουν με ελληνικά ονόματα ηρώων. Θα ξένιζε πολύ αυτό. Οπότε η απάντηση είναι: για εμπορικούς λόγους. :-)

Πάντως, ένας δεκατριάχρονος «Γιάννης» με υπερφυσικές δυνάμεις, ή ένας «Κώστας» και μια «Ελένη» που περνούν σε έναν παράλληλο κόσμο και πολεμούν δαίμονες καβάλα σε φτερωτές ζέβρες μού φαίνεται ό,τι πιο κιτς επί του θέματος μπορώ να σκεφτώ έτσι πρόχειρα. 

Τα κρυμμένα βιβλία είναι συνολικά έξι-εφτά και έχουν κυκλοφορήσει με τρία αμερικανικά ψευδώνυμα (συν βιογραφικά των συγγραφέων, φωτογραφίες, ψευδοcopyright και τα συναφή). Από την άλλη, εξέδωσα και κάποια ελληνικά τέτοια (ή, έστω, παρόμοια), οπότε είμαι ένοχος μεγάλου αμαρτήματος. (Τουλάχιστον απέφυγα στα ενήλικα βιβλία μου, εκτός από τον «Πανταχού Απόντα», που είναι παρωδία, τους Έλληνες ήρωες και τα ελληνικά ονόματα. Με ενοχλούν αυτά, και μάλιστα πολύ, σα να ρουφάει κάποιος πίσω σου έναν καυτό τούρκικο καφέ. Είμαι ελαφρώς περίεργος).

Α.Δ.: Για ποιο απ' όλα τα βιβλία σου νιώθεις περισσότερο περήφανος; Μιλάω για εσωτερική περηφάνια — ασχέτως του τι πιστεύουν οι άλλοι. 

Α.Κ.: Για κανένα.

Α.Δ.: Ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που διάβασες ποτέ;

Α.Κ.: Δεν ξέρω. Αν πιστέψω τον Μπλουμ (και φυσικά τον πιστεύω περισσότερο από μένα), κάποια τραγωδία τού Σέξπιρ. Δεν έχω (προσπαθώ, πασχίζω να μην έχω) προσωπικές απόψεις για θέματα που διόλου δε γνωρίζω (μποζόνιο, λογοτεχνία, φιλοσοφία, γυναίκες, βάψιμο τοίχων κ.τ.π.), οπότε μένω στις εκπεφρασμένες γνώμες των κατεξοχήν ειδικών.

Τώρα, ποιο μού άρεσε (όχι με επηρέασε ή με ενθουσίασε ή με τσάκισε ή μ’ άφησε ενεό ή με χαράκωσε ή με σκότωσε) περισσότερο, χίλια συγγνώμη αλλά δε θυμάμαι. Μάλλον πάντως κάτι που πρωτοτυπώθηκε σε χαρτοπολτό, κάνας Λάβκραφτ, κάνας Τσάντλερ, τέτοιοι.

Α.Δ.: Και μια τελευταία ερώτηση. Θεωρείς ότι νίκησε ο (συχνά ανώνυμος) λαϊκισμός του «Κρεμάλες!» και του «ΟΥΣΤ» ή υπάρχει ακόμα ελπίδα για την κοινή λογική;

Α.Κ.: Δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τίποτε στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει Ελλάδα. (Ποτέ δεν υπήρξε, ένα ευρωπαϊκό ιδεολόγημα ήταν — μα πόσο να άντεχε; Και πολύ κάτσαμε στη Δύση). Όθεν, όποιος μπορεί να φύγει, ας φύγει.

Δε θεωρώ λιποταξία τη μετανάστευση — ίσα-ίσα: όσοι μείνουμε, θα μείνουμε από δειλία ή λόγω ηλικίας, όχι επειδή «ο τόπος μάς ανήκει». Αυτά είναι φληναφήματα και μπούρδες να τα λέμε στο Twitter και να ακκιζόμαστε και να μας στέλνουν κάνα μεταμεσονύκτιο DM με φιλάκια.

Έχουμε χάσει, και μένει απλώς να πονέσουμε πολύ — και φυσικά να ματώσουμε. Θα έχει πολύ αίμα το μέλλον, δυστυχέστατα. Κι εγώ απεχθάνομαι και μισώ με όλη μου την ψυχή τη βία. Αλλά θα έρθει, και δε θα είναι πια μόνον λεκτική (για μένα δεν υπάρχει κατηγοριοποίηση της βίας, η μούντζα είναι σφαίρα επειδή γεννά τη σφαίρα, όπως η μυϊκή πίεση στη σκανδάλη του περιστρόφου — να φοβόμαστε τα γιαούρτια απ’ όπου κι αν προέρχονται).

Θα ζήσουμε, αλίμονο, σε ενδιαφέρουσες εποχές, όπως δε λέει αυτή η μυθική δήθεν κινέζικη παροιμία. Θα ζήσουμε τη ρωμαίικη Μαντ Μαξ εποχή. Δε θα είναι ωραία.

(www.kyriakosathanasiadis.gr)

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι προβληματικές, βαθιά σεξιστικές δηλώσεις του Δημήτρη Παπανώτα για την «υστερία» των γυναικών - Μικροπράγματα

Mικροπράγματα / Οι προβληματικές, βαθιά σεξιστικές δηλώσεις του Δημήτρη Παπανώτα για την «υστερία» των γυναικών

«Υστερικές» όσες μιλούν συνεχώς για τα γυναικεία δικαιώματα και «τα θέλουν» όσες είναι θύματα καταπίεσης και δεν το καταγγέλλουν, μάς ενημερώνει ο υποψήφιος ευρωβουλευτής, Δημήτρης Παπανώτας.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΝΑ ΚΡΑΒΑΡΗ