Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
18.12.2017
H «Αγριόπαπια» του Ίψεν σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, έτοιμη να...
ΘΕΑΤΡΟ

H «Αγριόπαπια» του Ίψεν σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, έτοιμη να πετάξει

Η Λουίζα Αρκουμανέα κάνει λόγο μια δουλειά που έχει τις προδιαγραφές για να εξελιχθεί σε μια πολύ καλή παράσταση

Διαβάζοντας το κείμενο του Ίψεν βιώνει κανείς μια τρομερή αίσθηση αγωνίας: νιώθει να τον ρουφάει η δίνη των αποκαλύψεων και αντιλαμβάνεται ότι σύντομα θα ακολουθήσει έκρηξη. Στην παράσταση του θεάτρου Πορεία απουσιάζει αυτή η σημαντική αίσθηση του επείγοντος (και ούτε η μουσική τη μεταδίδει).
Διαβάζοντας το κείμενο του Ίψεν βιώνει κανείς μια τρομερή αίσθηση αγωνίας: νιώθει να τον ρουφάει η δίνη των αποκαλύψεων και αντιλαμβάνεται ότι σύντομα θα ακολουθήσει έκρηξη. Στην παράσταση του θεάτρου Πορεία απουσιάζει αυτή η σημαντική αίσθηση του επείγοντος (και ούτε η μουσική τη μεταδίδει).

Τίποτα δεν μπορεί να γκρεμίσει την εικόνα που έχει οικοδομήσει ο Γιάλμαρ Έκνταλ για τον εαυτό του. Θεωρεί πως είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, προορισμένη για σπουδαία πράγματα· στοργικός γιος, πατέρας και σύζυγος που μοχθεί για την οικογένειά του, ενώ ταυτόχρονα ονειρεύεται την υλοποίηση μιας μεγάλης εφεύρεσης που όχι μόνο θα φέρει στους δικούς του δόξα και πλούτη αλλά θα απαλλάξει τον γερο-πατέρα του από την ντροπή της αλλοτινής φυλάκισης.


Στην πραγματικότητα, ο Γιάλμαρ Έκνταλ δεν είναι σχεδόν τίποτε από όλα αυτά. Ο Ίψεν τον ξεσκεπάζει αριστοτεχνικά. Από τη μια σκηνή στην άλλη, ανακαλύπτουμε ότι ο Γιάλμαρ δεν είναι παρά ένας τεμπέλης και φαιδρός νάρκισσος που έχει μάθει να του κάνουν τα χατίρια και να τον θαυμάζουν σαν κακομαθημένο παιδί: είτε επειδή τα έχουν κάπως χαμένα (γερο-Έκνταλ), είτε επειδή δεν μπορούν ακόμη να κρίνουν την έννοια της ασυνέπειας (Χέντβιγκ, η έφηβη κόρη του), είτε επειδή νιώθουν τρομερές ενοχές για το αμαρτωλό παρελθόν που του κρύβουν (Γκίνα, η σύζυγός του).


Μέχρι που καταφθάνει ο παιδικός φίλος του Γιάλμαρ και γιος του βιομηχάνου Βέρλε, ο Γκρέγκερς. Αυτός ο ιεραπόστολος της αλήθειας θα τσακίσει τις πλάνες, θα γκρεμίσει τα ζωτικά ψεύδη, θα φέρει στο φως τα κρυμμένα μυστικά ‒τον παλιό ερωτικό δεσμό της Γκίνας με τον βιομήχανο Βέρλε‒ και θα αποκαταστήσει, όπως διατυμπανίζει, την τάξη.

 

Η στάση σεβασμού απέναντι στους ρόλους είναι κάτι που το παρατηρούμε γενικότερα σε όλες ανεξαιρέτως τις ερμηνείες της παράστασης: ο σκηνοθέτης επιτρέπει στους ήρωες να αναπτυχθούν αβίαστα, δεν τους βάζει ταμπέλες «καλού» και «κακού», δεν τους καπελώνει.


Οι πλάνες, βέβαια, δεν ξεριζώνονται έτσι απλά, διά της βίας που ασκούν εξωτερικοί παράγοντες: το μέγεθος της καταστροφής που θα προκαλέσει ο Γκρέγκερς με τη μανία του να βιάσει την αλήθεια πάνω στον ανέτοιμο και ανυποψίαστο φίλο του θα διαλύσει κάθε ελπίδα αποκατάστασης της ηθικής τάξης. Η αυτοκτονία της νεαρής Έντβιγκ θα αποδειχθεί τίμημα δυσβάστακτο και άδικο, πέρα από κάθε λογική.


Ο Ίψεν επιτίθεται στην υποκρισία της αστικής κοινωνίας, που διαβρώνει τον οικογενειακό πυρήνα. Οι άνθρωποι αναπτύσσονται μέσα σε στερεότυπα, φοβίες, αγκυλώσεις και καθωσπρεπισμούς. Γίνονται συμπλεγματικοί και ανάπηροι, γαλουχούνται με ψέματα, αποκτούν νευρώσεις κι εμμονές, αδυνατούν να βρουν τον εαυτό τους, χάνουν την όρασή τους, αφαιρούν την ίδια τους τη ζωή.

 

Ο Θέμης Πάνου και η Άννα Μάσχα.
Ο Θέμης Πάνου και η Άννα Μάσχα.


Το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, σε αυτό που δηλώνουμε πως είμαστε και σε αυτό που πράγματι είμαστε, υπήρξε ανέκαθεν υλικό της τραγωδίας όσο και της κωμωδίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λαίμαργος, τεμπέλης, βολεψάκιας Γιάλμαρ έχει πολλές φαιδρές πλευρές ‒ όσο περισσότερο τον αποδομεί ο Ίψεν τόσο αντιλαμβανόμαστε τη γελοιότητά του. Το γεγονός ότι ο Γκρέγκερς όχι μόνο αδυνατεί να τα δει όλα αυτά αλλά επιμένει να θαυμάζει τον φίλο του, να τον λατρεύει σαν ήρωα, καθιστά κι εκείνον γελοίο.

 

Κι όμως. «Ο Γιάλμαρ δεν πρέπει να παιχτεί με κανένα ίχνος παρωδίας» επέμενε ο Ιψεν, που είχε κουραστεί να βλέπει τον ρόλο να αποδίδεται ως μπούφος, με θεατρινίστικες πόζες, κι επέμενε στη διττή, τραγικωμική φύση του έργου.


Αυτήν τη λεπτή ισορροπία πέτυχε με θαυμαστή τρυφερότητα ο Γιάννης Κότσιφας στην παράσταση του θεάτρου Πορεία. Ο Γιάλμαρ του είναι ένας συμπαθής, αφελής καλοπερασάκιας που δεν σε αφήνει να τον απορρίψεις έτσι απλά, εφόσον μοιάζει με μεγάλο άκακο παιδί που θέλει όλο να μασουλάει, να παίζει και να χαζεύει. Ο ηθοποιός δεν γελοιοποιεί τον ρόλο για κωμικό εφέ: τον αγκαλιάζει και τον ακούει με προσοχή, του δίνει άπλετο χώρο να αναπνεύσει, αναδεικνύει τις πλάνες αλλά και τις κωμικές πτυχές του ‒ κι αυτό κάνει όλη τη διαφορά. Τον καθιστά ανθρώπινο.


Η στάση σεβασμού απέναντι στους ρόλους είναι κάτι που το παρατηρούμε γενικότερα σε όλες ανεξαιρέτως τις ερμηνείες της παράστασης: ο σκηνοθέτης επιτρέπει στους ήρωες να αναπτυχθούν αβίαστα, δεν τους βάζει ταμπέλες «καλού» και «κακού», δεν τους καπελώνει. Αρνείται την επίδειξη, αφήνει το κείμενο να ανθίσει κι ας μην καταφέρνει να μεταφράσει την πολυπλοκότητά του σε γοητευτικούς οπτικούς όρους.

 

Ο Γιάννος Περλέγκας είναι ένας Γκρέγκερς που μαγνητίζει τον θεατή, ένα αίνιγμα που επιζητά λύση και δεν προσφέρεται για εύκολες ταξινομήσεις.
Ο Γιάννος Περλέγκας είναι ένας Γκρέγκερς που μαγνητίζει τον θεατή, ένα αίνιγμα που επιζητά λύση και δεν προσφέρεται για εύκολες ταξινομήσεις.

 

Ο Γιάννος Περλέγκας είναι ένας Γκρέγκερς που μαγνητίζει τον θεατή, ένα αίνιγμα που επιζητά λύση και δεν προσφέρεται για εύκολες ταξινομήσεις. Ο ηθοποιός αποφεύγει τις ακρότητες και μεταδίδει την πίστη του ήρωα στην αποστολή «σωτηρίας» που έχει αναλάβει για να ανακουφίσει την ένοχη συνείδησή του. Με τα λασπωμένα παπούτσια του βρομίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά τα λευκά πατώματα του σπιτικού των Έκνταλ: οι τελάληδες των ιδανικών δεν είναι ποτέ «καθαροί».

 

Μια ένταση τον διαπερνά, σαν κάτι να τον βασανίζει, να του τρώει τα σωθικά ‒ ένας χαμένος Άμλετ που ψάχνει διέξοδο από το βάλτο του. Ταυτόχρονα, όμως, μοιάζει περισσότερο «σφιγμένος» και απροσπέλαστος απ' όσο απαιτείται, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να «διαβάσουμε» τι τον παρακινεί. Θα μπορούσε ίσως να ανεβάσει σε ορισμένα σημεία τη συναισθηματική ένταση, ώστε να νιώσουμε κι εμείς τη φλόγα που καίει στο σκοτεινιασμένο μυαλό του Γκρέγκερς.


Συμπαθής και εύστοχη στην προσέγγισή της η Λένα Δροσάκη, μια αγχωμένη Γκίνα που προσπαθεί να αποτρέψει το αναπόφευκτο. Η Άννα Μάσχα όχι μόνο δίνει υπόσταση σε έναν μικρό ρόλο αλλά εντυπωσιάζει με την αυτοκυριαρχία, την απόλυτη εναρμόνιση του σώματος και του λόγου της. Σπινθηροβόλα Χέντβιγκ η Σίσσυ Τουμάση, διασκεδαστικός γερο-παράξενος Έκνταλ ο Γιώργος Μπινιάρης, στιβαρός αλλά φωνητικά «βαρύς» ο Αντίνοος Αλμπάνης ως γιατρός Ρέλινγκ.


Το σοβαρότερο πρόβλημα της παράστασης αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκπληρώνει τον στόχο της: και αυτός χαρακτηρίζεται από πλαδαρότητα. Διαβάζοντας το κείμενο του Ίψεν βιώνει κανείς μια τρομερή αίσθηση αγωνίας: νιώθει να τον ρουφάει η δίνη των αποκαλύψεων και αντιλαμβάνεται ότι σύντομα θα ακολουθήσει έκρηξη. Ο Γκρέγκερς είναι ο καταλύτης και κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει.

 

Στην παράσταση του θεάτρου Πορεία απουσιάζει αυτή η σημαντική αίσθηση του επείγοντος (και ούτε η μουσική τη μεταδίδει). Οι ηθοποιοί παίρνουν τον χρόνο τους, κινούνται ανέμελοι σε κύκλους, ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται στην τελική ευθεία: ένας τρελός έχει ανάψει το φιτίλι, κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει, σε λίγο όλα θα γίνουν σκόνη.

 

Σπινθηροβόλα Χέντβιγκ η Σίσσυ Τουμάση.
Σπινθηροβόλα Χέντβιγκ η Σίσσυ Τουμάση.


Το δεύτερο σοβαρότερο πρόβλημα της παράστασης αφορά το σκηνικό. Δεν θα σταθώ στις εικόνες πάπιας που κοσμούν τα χαλιά ή τα καθίσματα των Βέρλε, εφόσον αυτή η σκηνή διαρκεί λίγο. Δεν μπορώ να μη σταθώ όμως στον τρόπο με τον οποίο η σκηνογράφος Ελένη Μανωλοπούλου αντιλαμβάνεται το διαμέρισμα των Έκνταλ. «Στο σπίτι του φτωχού φωτογράφου η σκεπή είναι χαμηλή, το γνωρίζω καλά. Και οι συνθήκες περιορισμένες. Αλλά είμαι εφευρέτης, Γκρέγκερς, ο βιοπαλαιστής της οικογένειάς μου, κι αυτό με εξυψώνει πέρα από τη φτώχεια του περίγυρού μου» λέει ο Γιάλμαρ.

 

Ενώ λέγονται αυτά, έκθαμβος ο θεατής αντικρίζει μπροστά του έναν χώρο τεράστιο, με black & white μίνιμαλ αισθητική, ωραία έπιπλα, ένα εντυπωσιακό φωτιστικό-αράχνη και έναν υπολογιστή mac πάνω στο τραπέζι. Στο ίδιο τραπέζι όπου η Γκίνα με τη Χέντβιγκ γράφουν τα ψώνια του σπιτιού και μετρούν με αγωνία πόσο κοστίζει το βούτυρο...

 

Ατμοσφαιρική η είσοδος προς τη σοφίτα, την κατεξοχήν περιοχή του φαντασιακού στο έργο, η οποία αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό για καθέναν από τους ήρωες. Το αντίθετο, όμως, θα έλεγα για το εσωτερικό της σοφίτας, το οποίο παρουσιάζεται ως βίντεο-προβολή, μια εικόνα με πτηνά σε σκαλωσιές, μια κακοστημένη, ασαφών προθέσεων σύνθεση, που καθόλου δεν εμπνέει τη φαντασία του θεατή, αντιθέτως τη γειώνει.


Θα έλεγα, εν κατακλείδι, πως η Αγριόπαπια του Δημήτρη Τάρλοου έχει τις προδιαγραφές για να εξελιχθεί ‒με την πάροδο του χρόνου και τη σύσφιξη των σχέσεων‒ σε μια πολύ καλή παράσταση.

 

Info:

Η αγριόπαπια ή η διαλεκτική της μετα-αρετής

Χένρικ Ίψεν

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Μετάφραση - Δραματουργία - Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Συνεργάτις Δραματουργός: ΈριΚύργια

Σκηνικά - Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Nalyssa Green

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Πρωταγωνιστούν: Θέμης Πάνου, Γιάννος Περλέγκας, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Κότσιφας, Λένα Δροσάκη, Σίσσυ Τουμάση, Άννα Μάσχα, Αντίνοος Αλμπάνης, Γιάννης Καπελέρης, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Στέργιος Κοντακιώτης

 

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΕΙΑ

Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλατεία Βικτωρίας

www.poreiatheatre.com

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Από 22/11/2017 έως 17/2/2018: Τετάρτη & Κυριακή 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο 20:30

Από 23/2/2018 έως 3/6/2018: Τετάρτη 19:00, Παρασκευή 20:30, Σάββατο 21:00, Κυριακή 20:00

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ 

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και Δραματολογία και Κριτική Θεάτρου στο Yale University των ΗΠΑ. Από το 1998 εργάζεται στην εφημερίδα Το Βήμα ως κριτικός θεάτρου. 
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ