Στην καρδιά του Τιμήματος κατοικεί η εφηβεία του Μίλερ. Τον Οκτώβριο του '29 ο βιομήχανος πατέρας του Ισίδωρος Μίλερ έχασε την περιουσία του στο μεγάλο χρηματιστηριακό Κραχ. Η εταιρεία του βούλιαξε, καθιστώντας τον ανίκανο πλέον να ελέγξει τη μοίρα του ή να συντηρήσει τους γιους του. Ο δεκατετράχρονος τότε Μίλερ είδε τον κόσμο γύρω του να καταρρέει.


Δεν επρόκειτο απλώς για μια οικονομική καταστροφή. «Η Ύφεση αφορούσε παρεμπιπτόντως τα χρήματα. Ήταν κυρίως μια ηθική καταστροφή» θα έγραφε αργότερα. Η Ύφεση τον δίδαξε πως κανένα σύστημα δεν είναι αξιόπιστο. Τίποτα δεν είναι ασφαλές, όλα μπορούν να εξαφανιστούν ανά πάσα στιγμή. Η συνειδητοποίηση αυτή γέννησε ένα αίσθημα ανημπόριας στην οικογένεια Μίλερ και μια αίσθηση τρομερής ενοχής στον πατέρα: είχε παρασυρθεί από τον στρόβιλο του γρήγορου πλουτισμού, είχε επενδύσει τα λεφτά του στους απατηλούς «λαχνούς» της Γουόλ Στριτ, με άλλα λόγια είχε προκαλέσει την ίδια του την πτώση.


Η εμπειρία εκείνης της τραυματικής περιόδου γονιμοποίησε τον ιδεολογικό και ψυχολογικό πυρήνα του έργου του Μίλερ. Η μητέρα που ξερνάει σοκαρισμένη πάνω στον άνδρα της όταν μαθαίνει ξαφνικά τα νέα της πτώχευσης είναι η μητέρα του. Ο ηττημένος, ταπεινωμένος πατέρας που κάθεται σε μια πολυθρόνα και κοιτάζει το κενό, ο αδερφός που εγκαταλείπει το πανεπιστήμιο για να βοηθήσει οικονομικά τους δικούς του, οι τρομερές εντάσεις που αναδύονται διαρρηγνύοντας τον οικογενειακό ιστό, όλα αυτά συνθέτουν το τοπίο του Τιμήματος και είναι βιώματα που φύλαγε ο Αμερικανός συγγραφέας για δεκαετίες στην ψυχή του, αντλώντας διαρκώς από αυτήν τη δεξαμενή οδύνης.

 

Καμία εσωτερικότητα, καμία πίστη στους ήρωες δεν μεταδίδουν οι τρεις ηθοποιοί. Η ιστορία των αδελφών δεν αποκτά ποτέ σάρκα και παλμό.


Το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου –η άκριτη υιοθέτηση ενός μαζικού, υλιστικού ιδεώδους επιτυχίας– καταστρέφει τους περισσότερους ήρωές του. Η σχέση-κλειδί σε αυτό το έργο του 1968 αφορά έναν πατέρα και τους δύο γιους του. Ο πατέρας, που έχασε τα πάντα με το Κραχ, δεν ζει πια. Τα αδέλφια, ο Βίκτωρ και ο Γουόλτερ, συναντιούνται στη σοφίτα του παλιού σπιτιού, στη Νέα Υόρκη, με αφορμή το ξεπούλημα των οικογενειακών επίπλων. Τριάντα χρόνια τώρα δεν έχουνε μιλήσει, σήμερα όμως έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Καθώς τους παρακολουθούμε να ξετυλίγουν τον μίτο της Αριάδνης μέσα στον λαβύρινθο των κατηγοριών, ενοχών και ψευδαισθήσεων που υπήρξε η ζωή τους, εισπράττουμε τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες που αντιπροσωπεύουν.

 

Φωτο:  Μαριλένα Αναστασιάδου
Φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Από τη μια η στάση αυτοθυσίας και ιδεαλισμού του μικρότερου, του Βίκτωρα, και από την άλλη ο κυνισμός και η ανάγκη αυτοπραγμάτωσης του μεγαλύτερου, του Γουόλτερ. Ο πρώτος εγκατέλειψε το όνειρό του να σπουδάσει Ιατρική, προκειμένου να μείνει στο πλάι του διαλυμένου πατέρα του. Έγινε αστυνομικός και πέρασε μια μετρημένη ζωή, μαζί με τη γυναίκα και τον γιο του. Ο δεύτερος έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και όρμησε με πάθος στην υλοποίηση των φιλοδοξιών του. Επιτυχημένος χειρουργός με τρεις κλινικές στην κατοχή του, ακολούθησε λαμπρή σταδιοδρομία, μέχρι που υπέστη νευρικό κλονισμό πριν από τρία χρόνια.


Η αντιπαράθεσή τους θυμίζει δικανικό αγώνα. Οι πρώτες εκτιμήσεις δικαιώνουν τον Βίκτωρα, «καλό», αλτρουιστή γιο που έμεινε βράχος στα δύσκολα, φροντίζοντας τον τσακισμένο γονιό. Ο Μίλερ, όμως, δεν θα αρκούνταν σε ένα τόσο απλοϊκό σχήμα. Κανένας δεν είναι τόσο αθώος, ούτε ο πατέρας ούτε οι γιοι. Ίσως ο ιδεαλισμός υποκρύπτει δειλία και ίσως ο εγωκεντρισμός συνιστά απαραίτητο συστατικό της εξέλιξης.

 

Σε κάθε περίπτωση, το απωθημένο επιστρέφει και διεκδικεί το τίμημα που του αναλογεί. Το θέμα δεν είναι αν ο ένας έμεινε και ο άλλος έφυγε: το ερώτημα είναι αν έχουν το θάρρος να αρνηθούν το βολικό ψέμα –αυτό που τους εξωραΐζει, που τους παρουσιάζει ως «θύματα» ή «θύτες»–, να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να αποδεχτούν με αξιοπρέπεια την ήττα τους και να προχωρήσουν. Συμφιλιωμένοι με το αβάσταχτο βάρος των επιλογών τους.

 
Δυστυχώς, η παράσταση που σκηνοθέτησε η Ιωάννα Μιχαλακοπούλου δεν κατάφερε να μας μεταδώσει την ψυχή του Τιμήματος: μας παρέδωσε μόνο το κέλυφος.

 

Βλέπουμε ηθοποιούς που εκτελούν τη διαδικασία λέγοντας τα λόγια, μιμούμενοι τις χειρονομίες και τα συναισθήματα, ακολουθώντας το «γράμμα» του κειμένου, χωρίς ποτέ να βρίσκουν ένα γνήσιο σημείο επαφής με τους ρόλους τους. Φωτο:  Μαριλένα Αναστασιάδου
Βλέπουμε ηθοποιούς που εκτελούν τη διαδικασία λέγοντας τα λόγια, μιμούμενοι τις χειρονομίες και τα συναισθήματα, ακολουθώντας το «γράμμα» του κειμένου, χωρίς ποτέ να βρίσκουν ένα γνήσιο σημείο επαφής με τους ρόλους τους. Φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου


Είναι μια τρομακτική και συνάμα συναρπαστική διαδικασία η παρακολούθηση δύο τραυματισμένων συνειδήσεων που διασταυρώνουν τα ξίφη τους, που σκάβουν στα βαθύτερα στρώματα της μνήμης κι έρχονται εκ νέου αντιμέτωπες με τα λάθη ή τους φόβους τους, τις ηθελημένες «παραλείψεις» ή τις αυταπάτες τους. Εδώ όμως δεν βλέπουμε ποτέ τη σύγκρουση δύο ανθρώπων που ξεγυμνώνονται κι αγωνιούν, που εκτίθενται και πασχίζουν. Βλέπουμε, αντιθέτως, ηθοποιούς που εκτελούν τη διαδικασία λέγοντας τα λόγια, μιμούμενοι τις χειρονομίες και τα συναισθήματα, ακολουθώντας το «γράμμα» του κειμένου, χωρίς ποτέ να βρίσκουν ένα γνήσιο σημείο επαφής με τους ρόλους τους: αυτό που θα πυροδοτούσε μια ειλικρινή υποκριτική κορύφωση και όχι μια ξέπνοη απομίμηση αυτής. Τα «τεχνητά» δάκρυα και τα δήθεν ξεσπάσματα δεν πείθουν κανέναν.


Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης ως Βίκτωρ στάθηκε ένας καλοκάγαθος κακομοίρης με το κεφάλι μονίμως σκυμμένο, από τον λόγο του οποίου δεν έσταξε ούτε σταγόνα αίμα. Ο Χρήστος Σαπουντζής υιοθέτησε από την αρχή περίλυπο ύφος, απαρνούμενος εντελώς τη σκληρή πλευρά του ρόλου του, η οποία θα εξασφάλιζε στη σύγκρουση πολυπλοκότητα και ζωντάνια. Η Ρένια Λουιζίδου, ως σύζυγος του Βίκτωρα, έφερνε συνεχώς το χέρι στο κούτελο, επιθυμώντας με αυτό το εύκολο τέχνασμα να μας πείσει ότι αισθάνεται απόγνωση-αγανάκτηση ή κάτι παρεμφερές.


Καμία εσωτερικότητα, καμία πίστη στους ήρωες δεν μεταδίδουν οι τρεις ηθοποιοί. Η ιστορία των αδελφών δεν αποκτά ποτέ σάρκα και παλμό.


Μοναδική σανίδα σωτηρίας, μια όαση απόλαυσης για όσο διάστημα βρίσκεται στη σκηνή, αποδεικνύεται ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος στον ρόλο του ηλικιωμένου Εβραίου αντικέρ που έρχεται να αγοράσει τα έπιπλα. Μια ειρωνική φιγούρα από το παρελθόν, από άλλες εποχές, όταν οι «τιμές» των πραγμάτων ήταν πιο ξεκάθαρες, ζωντανεύει στο πρόσωπο του καταξιωμένου ηθοποιού με τρόπο ιδεώδη: άψογο timing, αίσθηση ρυθμού και κειμένου, τεχνική και ευφυΐα σε συνδυασμό με μια υποβόσκουσα «τρέλα», μια ευθυμία και μια joie de vivre που χαρίζουν μοναδική κωμική «ανακούφιση» στον θεατή.

 

 

Info:

Το τίμημα

Άρθουρ Μίλερ

Σκηνοθεσία: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου

Ερμηνεύουν: Γ. Μιχαλακόπουλος, Γ. Σκιαδαρέσης, Ρ. Λουιζίδου, Χρ. Σαπουντζής

Σκηνικά: Γ. Μουρίκης

Κοστούμια: Π. Κοκκορού

Φωτισμοί: Ν. Βλασόπουλος

Θέατρο Ιλίσια, Παπαδιαμαντοπούλου 4, Ιλίσια, 210 7210045

Τετ., Κυρ.: 7 μ.μ., Πέμ.-Σάβ. 9 μ.μ.

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO