Πάντα το Πάσχα άρεσε στους «κοσμικούς». Και στους άθεους και στους αγνωστικιστές, αυτούς τους πιο κομψούς άθεους. Όχι μόνο για το έθιμο, την ιεροτελεστία της άνοιξης, τα τροπάρια και την υμνογραφία που μπορεί να φέρει δάκρυα και στον πιο σκληρόπετσο υλιστή. Μια άλλη του πλευρά στάθηκε νομίζω πιο σημαντική στο παρελθόν.

 

Πολλοί έβρισκαν ένα νόημα στη διάβαση από το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας στην Ανάσταση. Η Ανάσταση, ως άλλο όνομα μιας Επανάστασης, μιας μεγάλης τομής που χωρίζει δύο βασίλεια, είναι εξάλλου ένα από τα αρχαία θεμέλια της ριζοσπαστικής φαντασίας.

 

Και, φυσικά, η ιδέα πως η Ιστορία είναι ένας τόπος βασάνων και οδυρμών, μα, στο τέλος θα ανταμειφθούν οι δίκαιοι, ενώ θα αναστηθεί και το «σώμα του λαού», έκανε θραύση και στους λαϊκούς ανθρωπιστές και στους σοσιαλιστές των κλασικών εποχών.


Φυσικά, το Πάσχα είναι πάνω απ' όλα ένα υφαντό από τις παιδικές μας μνήμες που αφυπνίζονται μέχρι το τέλος της ζωής του καθενός. Φέρνει μαζί του τον μυστικισμό των κεριών που έκαιγαν και μας θάμπωναν τα μάτια στους μακρόσυρτους οικογενειακούς ή σχολικούς εκκλησιασμούς.

 

Το Πάσχα συντηρεί ακόμα μέσα μας πρόσωπα γέρων που είχαν ταυτιστεί με τις ψαλμωδίες του ή γυναικών που ξεπερνούσαν σε ευσέβεια τις άλλες, τις καλοντυμένες και άψογα χτενισμένες γονυπετούσες των ναών. Υπενθυμίζει, τέλος, όλα τα δράματα της πίστης, τα δικά μας ή των γνωστών μας.

 

Οι πολλοί περιμένουν πλέον έξω από την πόρτα των ναών, ανάβουν τις λαμπάδες τους για ένα δεκάλεπτο και τρέχουν βιαστικά στο σπίτι για τη μαγειρίτσα. Κυριαρχούν τα αεροπορικά πακέτα για την Πράγα ή το Παρίσι, τα κοντινά νησιά, ένα πρώτο μπάνιο στη θάλασσα, μια συναυλία και, βέβαια, τα «κιλά του Πάσχα».


Κάποτε, για παράδειγμα, και ιδίως στη δεκαετία του '80, πολλοί καλλιτέχνες, ηθοποιοί και λογής απογοητευμένοι των κομμάτων απέκτησαν ενδιαφέρον για τα αυθεντικά ξωκλήσια, τις αγιορείτικες εμπειρίες, την πασχαλιάτικη αυθεντικότητα. Έψαχναν τον πνευματικό τους, αφού δεν άντεχαν πια τον πολιτικό τους καθοδηγητή.

 

Από εκείνα τα χρόνια προέρχεται ο διχασμός ανάμεσα στο προκάτ Πάσχα της τηλεόρασης και ενός στιλβωμένου Πέτρου Γαϊτάνου και στη γιορτή που διατηρεί μια εσωτερική κατάνυξη. Στη συνέχεια, βέβαια, έγινε και η κατάνυξη μια ακριβή εμπειρία, όχι με την οικονομική έννοια αλλά με το κριτήριο τού πόσο δύσκολα μπορεί να τη βρει και να τη νιώσει κάποιος ανάμεσα σε χιλιάδες κόσμου.


Αργότερα, επίσης, θα προκύψουν και οι γνωστές μεταμοντέρνες διαμάχες για το Πάσχα: οι αγωνίες κάποιων για τη γενοκτονία των αμνοεριφίων, η καταγγελία της «θρησκευτικής βαρβαρότητας», οι σουβλιστές πατάτες των βίγκαν, η ανακάλυψη, εκ νέου, του παγανισμού μιας «γιορτής της Φύσης».


Όλες αυτές οι μοντερνιές, όμως, δεν θα μπορέσουν να ακουστούν έξω από περιορισμένους κύκλους. Το Πάσχα θα συντηρήσει την πρωτοκαθεδρία του στην ελληνική εμπειρία. Τα άγχη κάποιων διανοουμένων, οι αφορισμοί των βίγκαν, η κριτική στο πώς πηδάει ο Έλληνας από τη νηστεία στην κραιπάλη, δεν θα έχουν σοβαρό αντίκτυπο. Θα απασχολούν την ανεκδοτολογία των ημερών και τα αμήχανα ρεπορτάζ.

 

Από τη μία έχουμε την πιο επιτυχημένη γιορτή των ιδιωτικών αναμνήσεων. Από την άλλη, την ιδιαιτερότητα ενός μηνύματος που, έστω και χιλιοπαιγμένο, διατηρεί ακόμα τη μελωδία του. Η προσδοκία μιας νίκης επί του θανάτου, με άλλα λόγια η ουτοπία της υπέρβασης και της επικράτησης εναντίον της φθοράς και του κακού, δεν μπορεί να αφήσει πολλούς αδιάφορους.


Θα μπορούσε, ωστόσο, να αντιτείνει κάποιος ότι απ' όλες τις παραπάνω διαστάσεις έχει μείνει κυρίως το ταξίδι σε κάποιο χωριό, μια εκδρομική ρουτίνα και δύο ώρες πάνω-κάτω Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο.

 

Οι πολλοί περιμένουν πλέον έξω από την πόρτα των ναών, ανάβουν τις λαμπάδες τους για ένα δεκάλεπτο και τρέχουν βιαστικά στο σπίτι για τη μαγειρίτσα. Κυριαρχούν τα αεροπορικά πακέτα για την Πράγα ή το Παρίσι, τα κοντινά νησιά, ένα πρώτο μπάνιο στη θάλασσα, μια συναυλία και, βέβαια, τα «κιλά του Πάσχα».

 

Το σωτηριολογικό άγγελμα του χριστιανού που μπορούσε να συγκινεί αορίστως και τον παλιάς κοπής ανθρωπιστή μοιάζει πια συρρικνωμένο. Ένα μουσείο της Ανάστασης και της Επανάστασης στον ίδιο χώρο.


Το πλήθος φέρεται κυρίως παγανιστικά, έστω με τον χλιαρά μικροαστικό τρόπο που και επίσης μούδιασε κι έχασε τα κέφια του τα τελευταία χρόνια. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθεί να δηλώνει σε συντριπτικά ποσοστά ένθεο και χριστιανικό, κοντά στο σώμα μιας παράδοσης που πρέπει σώνει και καλά να τηρείται.


Γι' αυτό κι εν τέλει οι συγκεκριμένες μέρες μπερδεύουν όσους γράφουν για το νόημά τους, δίχως να διαθέτουν την αρματωσιά της πίστης. Το Πάσχα έγινε το κατεξοχήν μοντέρνο φολκλόρ μας, η θρησκευτική μας εξωστρέφεια και επίδειξη. Ο καιρός, άλλωστε, το επιτρέπει, παρά τις πατροπαράδοτες βροχές της Μεγάλης Παρασκευής.

 

Τι επιτρέπει; Να φανερωθούμε στους άλλους και να ανταλλάξουμε ευχές, αφού πρώτα εκμεταλλευτούμε τον ηδονικό ήλιο και το υπαίθριο έθος. Όλο και περισσότερο κατοικούμε σε μια μεθόριο, στην «γκρίζα ζώνη» μεταξύ θρησκείας και αδιαφορίας, μεταξύ εθίμου και λησμονιάς.


Μπορούμε, βέβαια, να επαινούμε τα κείμενα των ύμνων ως υψηλή ποίηση αλλά δεν ζουν πια εκείνοι οι πατεράδες που ήξεραν τα λόγια απέξω, ακόμα και αν κορόιδευαν τα φάλτσα των παπάδων. Δεν ζουν οι άθεοι που ήταν ένθεοι αλλά ένα νέο είδος νεο-συντηρητικών εθιμόπληκτων.


Πάντως, οι πραγματικά πιστοί θα πρέπει να αισθάνονται τη μοναξιά όλων των υπολοίπων και αν έχουν αγάπη, να μας ευχηθούν «Καλή Ανάσταση».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO