Πέθανε, λοιπόν, ο Τσαρλς Μάνσον, που έζησε συνολικά ογδόντα τρία χρόνια και πολλές δεκαετίες από αυτά στη φυλακή. Αυτός που υπήρξε γκουρού μιας δολοφονικής σέχτας (της περιβόητης «οικογένειας» Μάνσον), σκοτεινό είδωλο της αντικουλτούρας και οραματιστής ενός φυλετικού πολέμου. Τον βλέπουμε στις παλιές φωτογραφίες με τη σβάστικα στο μέτωπο, τα μαύρα γένια, το έντονο, τρελό βλέμμα.


Τι ήταν όμως ο Μάνσον που έγινε εξώφυλλο στο «Life», τραγούδια και ερωτική φαντασίωση για χιλιάδες γυναίκες; Θα μπορούσε να τον δει κανείς ως την ανάποδη όψη της δεκαετίας του '60. Μια παραίσθηση που θέλει να γίνει πραγματικότητα όχι για να εγκαθιδρύσει το ψυχεδελικό βασίλειο της αγάπης αλλά για να απολαύσει τις ηδονές της απόλυτης εξουσίας. Τηρουμένων των αναλογιών, ο Μάνσον θα μπορούσε να είναι ένας εύθυμος αξιωματούχος στην κτηνώδη Δημοκρατία του Σαλό έτσι όπως τη φαντάστηκε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι διαβάζοντας τις 120 μέρες στα Σόδομα του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Θα μπορούσε, ας πούμε, να είναι ο δούκας που κάποια στιγμή του έργου λέει το περίφημο «εμείς οι φασίστες είμαστε οι πραγματικά αναρχικοί, φυσικά απ' τη στιγμή που γινόμαστε κύριοι του κράτους». Και αμέσως μετά η τρομερή φράση: «Στην πραγματικότητα, η μόνη πραγματική αναρχία είναι η αναρχία της εξουσίας».


Με αφορμή όμως τον θάνατο του Τσαρλς Μάνσον ξανασκέφτομαι μία από τις πιο απωθητικές πλευρές της σύγχρονης κουλτούρας: την αισθητικοποίηση του κακού. Ο όρος μοιάζει πολύ θεωρητικός, ας πούμε όμως ότι γύρω από αυτόν διακρίνει κανείς γνώριμες τάσεις. Την εμμονή στην παραβίαση της ηθικής νόρμας και στη βεβήλωση των σωμάτων. Στην ιδέα ότι ο νόμος είναι πάντα μια γκρίζα, τυπική και άχαρη σύμβαση και πως η αλήθεια (η αλήθεια μας) βρίσκεται, σώνει και καλά, «στην άλλη όχθη» των νόμων: πέρα από την κανονική ζωή, σε εκείνες τις δυνάμεις που κρύβονται κάτω από την ανιαρή επιφάνεια όπου περνούμε τον περισσότερο χρόνο μας.

 

Δείχνονται τερατώδη πράγματα (σε φιλμ, θέατρα, εικαστικές εγκαταστάσεις), κυρίως όμως με μια πρόθεση εξορκισμού τους: έχει επιστρέψει από καιρό η ηθική, έστω ως μια ηθική της συμπόνιας για τα θύματα και της καταγγελίας των διαφόρων μορφών σκληρότητας.

 

Η ρίζα της σαγήνης του Μάνσον και άλλων φυσιογνωμιών σαν τη δική του είναι η βαθιά περιφρόνηση για τη συμβατική ζωή. Μαζί με την παλιά αντιπάθεια για τον μικροαστό, για τον άνθρωπο της μαζικής δημοκρατίας των «συνετών ηδονών». Φυσικά, η καταγωγή αυτής της περιφρόνησης είναι πολυσύνθετη και έχει πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς: την έλξη των πρώτων Ευρωπαίων ρομαντικών για το σκοτεινό και ενδόμυχο άπειρο, το παιχνίδι του μοντερνιστικών ελίτ με την ανατροπή κάθε παραδοσιακής μορφής ή κάποια νιτσεϊκά τσιτάτα που έγιναν αρκετά δημοφιλή.


Με μια έννοια ωστόσο όλες αυτές οι κληρονομιές έχουν σταματήσει να ασκούν την επιρροή που είχαν παλιότερα. Το κακό συνεχίζει να ενδιαφέρει καλλιτεχνικά, αλλά κανένας σημερινός συγγραφέας δεν θα υμνούσε έναν κατά συρροήν δολοφόνο. Δείχνονται τερατώδη πράγματα (σε φιλμ, θέατρα, εικαστικές εγκαταστάσεις), κυρίως όμως με μια πρόθεση εξορκισμού τους: έχει επιστρέψει από καιρό η ηθική, έστω ως μια ηθική της συμπόνιας για τα θύματα και της καταγγελίας των διαφόρων μορφών σκληρότητας.

 

Ενδεχομένως, αυτά τα τελευταία χρόνια να υπάρχουν περισσότεροι που αισθάνονται πως δεν τους αφορά πλέον η μαγεία του κακού και των ειδώλων του. Και εκ του πλαγίου επανέρχεται η καλοσύνη ως αληθινά τολμηρή εμπειρία. Τολμηρή γιατί μόνο η καλοσύνη είναι πραγματικά ριψοκίνδυνη για όσους τη συμμερίζονται, τις περισσότερες φορές αγνοώντας το και δίχως να το κάνουν θέμα. Όχι η καλοσύνη με τη μορφή επίσημης ή διακηρυκτικής ηθικής φιλοσοφίας, ούτε έχοντας το ξεθυμασμένο ύφος μιας παλιάς κατήχησης. Βαρεθήκαμε ωστόσο την ανακύκλωση της ψεύτικης γοητείας του Διαβόλου, αυτήν τη λογοτεχνική απάτη που ξεκινάει από τον Γκαίτε και τον Μποντλέρ για να γίνει κανονικό και σχεδόν θεσμικό κομμάτι της ποπ κουλτούρας στον ύστερο 20ό αιώνα.


Υπάρχει άλλωστε και κάτι άλλο, πιο σημαντικό πιθανά: είδαμε πολλούς μαζικούς δολοφόνους να διεκδικούν τον πρώτο λόγο στην Ιστορία. Να σκοτώνουν και να σαγηνεύουν τις μάζες. Να μαγνητίζουν επειδή ακριβώς μπορούσαν να είναι σκληροί, ανελέητοι, επινοητικά μοχθηροί, πουλώντας την ιδιόμορφη δικαιοσύνη τους. Μια καλιφορνέζικη, ψυχεδελική μικρογραφία αυτών των μεγάλων πολιτικών εγκληματιών ήταν ο Τσαρλς Μάνσον και η «οικογένειά» του. Ένα σκοτεινό άστρο που θα συμβόλιζε την παρακμή της υπόσχεσης του '60.

 

Το κακό είναι πάντα εδώ και η τέχνη τρελαίνεται να το περιτριγυρίζει και να το ανασκαλεύει. Έκανε όμως τον κύκλο του γιατί έγινε κι αυτό μια προβλέψιμη και εξημερωμένη ιστορία κατάλληλη για τα ταμπλόιντ και τους προγραμματισμένους πανικούς τους.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO